Χάρις Αλεξίου: «Ένα καθαρό σπίτι θέλω να είμαι, γεμάτο ζωή και αίσθημα»

Χάρις Αλεξίου Facebook Twitter
«Όσο πιο πολύ έχεις ζήσει, τόσο πιο πολλά έχει να πει η φωνή σου». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
0

Γεννήθηκα στη Θήβα, η οικογένειά μου ήταν αγροτική. Ο παππούς μου και η γιαγιά μου, που είχαν έξι γιους, είχαν καλλιέργειες –σιτάρια, πατάτες, βαμβάκι, αμπέλια, ελιές, απ’ όλα–, οπότε έβλεπα όλον τον χρόνο το γλέντι που γινόταν στη συγκομιδή· πότε πατάγαμε τα σταφύλια, πότε γινόταν ο θερισμός, πότε η συλλογή του βαμβακιού. Όλα αυτά, συν τα ζώα που είχαν, πρόβατα, αγελάδες, για ένα παιδί ήταν ό,τι πιο όμορφο. Έφυγα οκτώ χρονών από τη Θήβα, αλλά μου έχουν μείνει μόνο όμορφες αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία και τη ζωή που ζούσαν ο παππούς και η γιαγιά.

• Οι συγγενείς μου ήταν καλλίφωνοι, όλοι. Οι άνθρωποι τότε τραγουδούσαν στις γιορτές τους ή στο τραπέζι τους με το ποτηράκι το κρασί τους –που το είχαν μέσα στο σπίτι, είχαν βαρέλια– και αυτό ήταν ένα χάρισμα που φυσικά πέρασε και σε μας, και στον αδελφό μου και σε μένα. Ήταν σαν να σου επιβάλλεται το να τραγουδάς καλά και δεν είχαμε ποτέ την ντροπή, μη μας δει, μη μας ακούσει κάποιος να τραγουδάμε, αντίθετα καμαρώναμε γι’ αυτό. Από τη μία άκουγα το σόι του πατέρα μου που τραγούδαγαν τα δημοτικά τραγούδια, γιατί αυτά ήταν και τα πιο περίτεχνα και αναδείκνυαν τις φωνές τους, κι από την άλλη τη μητέρα μου, Μικρασιάτισσα –παιδί Μικρασιατών που ήρθαν απ’ τη Σμύρνη–, που άκουγε τα ελαφρά τραγούδια της εποχής και έπαιρνα κι από κει κάτι άλλο. Κι ό,τι έπαιζε το ραδιόφωνο. Μέχρι το ’60 δηλαδή, που ήρθαμε στην Αθήνα.

«Έχω υπάρξει πολύ δυναμική, αλλά ήμουν και πολύ ντροπαλή. Μερικές φορές θα έλεγα ότι είχα ένα αίσθημα μειονεξίας, παρόλη την αποδοχή που έπαιρνα. Πάντα ντρεπόμουν, αισθανόμουν ότι δεν έγινε και κάτι, ότι δεν έκανα και τίποτα το σπουδαίο».

• Η μετάβαση στην Αθήνα ήταν δύσκολη, γιατί χάσαμε τη ζωή μας, τη ρουτίνα μας, τους ανθρώπους, φίλους και συγγενείς, κι ήρθαμε σε μια πόλη που δεν είχε στρωμένο τίποτα για μας. Επειδή αρρώστησε ο πατέρας μου και έπρεπε να μπει στο νοσοκομείο, δεν ήταν φιλική η Αθήνα. Εκεί στην ουσία ξεκίνησε ένας αγώνας για την επιβίωση που μέχρι τότε δεν είχαμε ζήσει. Ο πατέρας έφυγε πολύ νωρίς και έτσι η μητέρα μου ξεκίνησε να δουλεύει για πρώτη φορά στη ζωή της –άνοιξε ένα μικρό μπακάλικο, μέχρι που τα βερεσέδια τής το έκλεισαν κι έτσι έγινε εργάτρια– και μεγαλώναμε πια μαζί της, γιατί κι εκείνη ήταν πάρα πολύ νέα.

• Άργησα πολύ να καταλάβω ότι το τραγούδι είναι ο δρόμος της ζωής μου, την εποχή εκείνη απλώς τραγουδούσαμε, συνεχώς. Ό,τι δουλειές και να κάναμε, τραγουδούσαμε. Δεν είχαμε και κάτι άλλο να κάνουμε για διασκέδαση, και όταν, στην προχωρημένη εφηβεία μου πια, στα δεκαοχτώ μου, δεκαεννιά μου, ο αδερφός μου –σε αυτόν το οφείλω– μου πρότεινε να πάμε κάπου για να τραγουδήσουμε, ήταν σαν παιχνίδι. Είπα «γιατί να μην πάμε;». Γιατί ήξερα ότι τα καταφέρνω, ότι το κάνω καλά αυτό, αλλά δεν είχα ποτέ βάλει στο μυαλό μου ότι θα ασχοληθώ επαγγελματικά.

Χάρις Αλεξίου Facebook Twitter
«Άργησα πολύ να καταλάβω ότι το τραγούδι είναι ο δρόμος της ζωής μου, την εποχή εκείνη απλώς τραγουδούσαμε, συνεχώς. Ό,τι δουλειές και να κάναμε, τραγουδούσαμε».

• Δεν έβγαλα το κανονικό λύκειο, έβγαλα ένα επαγγελματικό που τότε το έλεγαν «Οικοκυρική Σχολή», το οποίο ήταν πεντατάξιο αντί για εξατάξιο. Και μαζί με τα μαθήματα που κάνει κάποιος στο γυμνάσιο, εμείς προχωρήσαμε σε λογιστική αντί για ανώτερα μαθηματικά, κάναμε ιστορία της τέχνης αντί για αρχαία, σχέδιο, γαλλικά, μουσική· έπαιρνες μια μόρφωση και παράλληλα και ένα δίπλωμα μοδιστρικής ή κεντήματος. Τελείωσα αυτήν τη σχολή, τη Σχολή Θηλέων της Καλλιρρόης Παρρέν στην οδό Καπλανών, απ’ όπου πολλές συμμαθήτριές μου συνέχισαν κι έγιναν μοντελίστ, ασχολήθηκαν με τη μόδα.

• Όπου κι αν πήγα και με άκουσαν, με καλοδέχτηκαν, δεν συνάντησα κάποια δυσκολία. Εξάλλου δεν με ένοιαζε κιόλας, δεν ήταν κάτι που το κυνήγησα ή το προσπάθησα, ήταν σαν να ήρθε μόνο του. Ο Αλέξης Γεωργίου, ηθοποιός και τραγουδιστής του Νέου Κύματος, ήταν αυτός που με πήρε κοντά του για πρώτη φορά, υπό την προστασία του θα έλεγα, και δανείστηκα και το όνομά του: το «Αλεξίου» βγήκε από το Αλέξης. Επέλεξα να έχω ψευδώνυμο γιατί δεν πίστευα ότι θα συνεχίσω.

• Στο στούντιο μπήκα πολύ νωρίς. Πήγα να κάνω ακρόαση στην Odeon –έτσι λεγόταν η MINOS EMI τότε– και σε δύο εβδομάδες με κάλεσαν να ηχογραφήσω το πρώτο μου τραγούδι, το «Όταν πίνει μια γυναίκα» του Βασιλειάδη και του Πυθαγόρα. Βέβαια, ήμουν τόσο νέα που μου έπεφτε και λίγο βαρύ. Τότε είχαμε τα 45άρια και ήθελαν να προβάλουν από την εταιρεία το τραγούδι ενός πολύ γνωστού λαϊκού τραγουδιστή που λεγόταν Μπάμπης Τσετίνης, οπότε το «Όταν πίνει μια γυναίκα» το ήθελαν για το flipside, την άλλη πλευρά του. Μάλιστα επρόκειτο να το πει μια άλλη τραγουδίστρια, η οποία έλειπε στο εξωτερικό. Αλλά τελικά το είπα το τραγούδι και ξεχώρισε. Όταν έκανα την ακρόαση στο στούντιο ήταν παρών ο Απόστολος Καλδάρας, οπότε με άκουσε ο ίδιος και μου ζήτησε να συμμετάσχω στη «Μικρά Ασία», έναν δίσκο αναφοράς για το λαϊκό τραγούδι.

• Θα έλεγα ότι έπεσα σε καλά χέρια, αλλά το θέμα για μένα δεν ήταν να καθιερωθώ, είναι κάτι που με ακολουθούσε σε όλη μου τη διαδρομήˑ είχα τη χαρά του τραγουδιού, αυτό με ενδιέφερε. Έτσι όπως τραγουδούσαμε μέσα στο σπίτι μου και χαιρόμασταν και γλεντάγαμε και δακρύζαμε και συγκινούμασταν, έτσι έγινε και μετά. Δηλαδή, μου έδινε χαρά το να πάω να τραγουδήσω Απόστολο Καλδάρα, ήταν χαρά μετά να με φωνάξει ο Μάνος Λοΐζος στο «Καλημέρα ήλιε», ο Κουγιουμτζής, ο Σπανός, ο Βασίλης Δημητρίου, ο Χατζηνάσιος, γιατί ήταν η εποχή των δημιουργών. Αυτοί κάνανε ολοκληρωμένες δουλειές και καλούσαν νέα παιδιά, τους νέους τραγουδιστές, έλεγε ο καθένας δυο τρία τραγούδια και σιγά σιγά, ανάλογα με το ποιο ξεχώριζε, καθοριζόταν και πόσο συχνά θα παιζόταν στο ραδιόφωνο. Αρχίσαμε να γινόμαστε γνωστοί και να παίζουμε στα δύο και μοναδικά κανάλια που υπήρχαν στη τηλεόραση, την ΕΡΤ και την ΥΕΝΕΔ, και στις διαφημιστικές εκπομπές που είχαν οι δισκογραφικές εταιρείες κάθε Κυριακή – έτσι ξεχώριζε τότε ένας νέος τραγουδιστής. Εκείνη την εποχή όμως έβραζε ο τόπος, ζούσαμε στην περίοδο της χούντας, αλλά ήταν παρόντα και όλα τα «χρυσάφια» της δημιουργίας. Ποιον να πιάσεις και ποιον να αφήσεις; Θέλαμε να ακούσουμε τα τραγούδια τους, να τους γνωρίσουμε, να μάθουμε τα λόγια τους, καθόμασταν σαν «κρυφό σχολειό» και ακούγαμε τα τραγούδια του Μίκη. Κουβαλάγαμε το βαλιτσάκι με το πικάπ από σπίτι σε σπίτι για να ακούσουμε κάθε νέο δίσκο, κάναμε έρανο να αγοράσουμε δίσκους, ανακαλύπταμε τον Ξυλούρη, τον Ξαρχάκο, τον Μαρκόπουλο, τον Λοΐζο. Τότε που πήγα εγώ στην Odeon ηχογραφούσαν ο Μούτσης με τη Μοσχολιού, ονόματα που μπορεί τώρα για έναν νέο άνθρωπο να μη σημαίνουν τίποτα, αλλά για εμάς ήταν τα πάντα. Και ακούγαμε τραγούδια που δεν ήταν καθόλου εύκολα. Υπήρχε ποίηση μέσα στο τραγούδι που πολλές φορές δεν καταλαβαίναμε τι λέει, αλλά καθόμασταν εκεί, το ακούγαμε και το ξανακούγαμε και ψάχναμε να δούμε «τι θέλει να πει ο ποιητής». Ήταν μια εποχή σπουδής, γενικότερα, για τη δική μου γενιά.

Χάρις Αλεξίου Facebook Twitter
«Θυμάμαι μια φορά δούλευα με τον Χατζιδάκι στον Σείριο κι εκείνη την εποχή κάπνιζα. Και μου λέει ένα βράδυ "κοίταξε, να ειδοποιήσεις την εταιρεία σου, τον Μάτσα, ότι θέλω να ηχογραφήσουμε αυτήν τη δουλειά, πες του να κλείσει στούντιο". Κόντεψα να λιποθυμήσω από τη χαρά μου και είπα "τώρα κόβω και το τσιγάρο"». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

• Δεν αισθάνομαι ότι άλλαξε η πορεία μου. Δεν πήγαινα προς τα κάπου και μετά άλλαξα πορεία και πήγα αλλού, γιατί ήμουν γέννημα θρέμμα του έντεχνου τραγουδιού ούσα λαϊκή τραγουδίστρια αυτοδίδακτη, γι’ αυτό θέλανε να λέω και τα λαϊκά τραγούδια, γιατί τα έλεγα καλά. Παράλληλα ζούσα την εποχή του έντεχνου τραγουδιού και ήθελα να χωθώ σ’ αυτό, ήθελα να είμαι μέρος του. Έτσι λοιπόν είχα την τιμή να πω τραγούδια όλων των συνθετών που εμφανίστηκαν ή ξεχώρισαν οι δουλειές τους στη Μεταπολίτευση. Και βεβαίως μετά των νεότερων. Ας πούμε στον Θάνο Μικρούτσικο, που είχε αυτήν την εξαιρετική τραγουδίστρια, τη Μαρία Δημητριάδη, άρεσε να δοκιμάζεται με πιο λαϊκές φωνές όπως ήμουν εγώ, και βεβαίως αργότερα ο Μητροπάνος και ο Μητσιάς. Τους γοήτευε τους έντεχνους συνθέτες να ακούνε τη δουλειά τους με τους αυθεντικούς λαϊκούς τραγουδιστές. Και αυτό το κάνανε όλοι, από τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη μέχρι τον Θάνο Μικρούτσικο.

• Τα καλά λόγια που άκουγα από σημαντικούς ανθρώπους ήταν καμάρι και γλύκα μεγάλη. Θυμάμαι μια φορά δούλευα με τον Χατζιδάκι στον Σείριο κι εκείνη την εποχή κάπνιζα. Και μου λέει ένα βράδυ «κοίταξε, να ειδοποιήσεις την εταιρεία σου, τον Μάτσα, ότι θέλω να ηχογραφήσουμε αυτήν τη δουλειά, πες του να κλείσει στούντιο». Κόντεψα να λιποθυμήσω από τη χαρά μου και είπα «τώρα κόβω και το τσιγάρο». Μου φαινόταν απίστευτο, γιατί όλοι θέλαμε να κάνουμε μια δουλειά με τον Χατζιδάκι, πόσο μάλλον να ηχογραφήσουμε κιόλας. Και με τον Μίκη, παρότι δεν ηχογραφήσαμε, είπα κάποια τραγούδια του και μπορούσα να χαρώ.

• Ο Μάνος Λοΐζος ήταν αδερφικός φίλος του Αχιλλέα Θεοφίλου. Οπότε κάναμε πολλή παρέα, εγώ ως γυναίκα του Αχιλλέα. Ερχόταν στο σπίτι, πηγαίναμε εμείς σ’ αυτόν, ήταν αδελφός μας. Ο Μάνος με έβαζε να του τραγουδάω, να κάνω τα demo του για να τα πούνε άλλοι τραγουδιστές και όταν του ήρθε η ιδέα να κάνει πιο σύγχρονα λαϊκά τραγούδια αλά μανιέρ της «Εκδίκησης της Γυφτιάς» που είχαν κάνει ο Ξυδάκης με τον Ρασούλη, ήρθε ο «Φαντάρος» – μέχρι τότε δεν είχε κάνει τέτοιου είδους τραγούδια. Οπότε ήταν η δική μου σειρά να τα τραγουδήσω. Τότε έγραψε για πρώτη φορά ουσάκ ο Μάνος, μια κλίμακα που τη βρίσκεις στα πιο λαϊκά και παραπονιάρικα τραγούδια. Το «Όλα σε θυμίζουν» είναι ουσάκ. Δεν περίμενε κανείς ότι αυτό το τραγούδι θα είχε αυτή την αποδοχή. Έδεσε και πολύ ωραία με τη φωνή μου. Ήταν μια εποχή δύσκολη για μένα, γιατί η μητέρα μου ήταν πάρα πολύ άρρωστη από καρκίνο. Της το τραγουδούσα στο κρεβάτι της στο νοσοκομείο. Και της έλεγα «ξέρεις, μαμά, θα κάνω με τον Μάνο δουλειά». Και όταν πια ήρθε η στιγμή να το ηχογραφήσω στο στούντιο και είχε φύγει η μάνα μου, αυτό το τραγούδι δέθηκε για πάντα με τη μνήμη της. Μετά αρρώστησε και ο Μάνος και ζήσαμε από κοντά όλη αυτή την περιπέτεια της υγείας του, μέχρι που μας τον φέρανε νεκρό από τη Μόσχα.

Χάρις Αλεξίου Facebook Twitter
«Ο Μάνος Λοΐζος ήταν αδερφικός φίλος του Αχιλλέα Θεοφίλου. Οπότε κάναμε πολλή παρέα, εγώ ως γυναίκα του Αχιλλέα. Ερχόταν στο σπίτι, πηγαίναμε εμείς σ’ αυτόν, ήταν αδελφός μας».

• Μέχρι τότε όμως είχαν συμβεί πάρα πολλά πράγματα, διαφορετικές συνεργασίες, άπειρες ώρες σε στούντιο ηχογράφησης, συναυλίες, εμφανίσεις σε μπουάτ στην Πλάκα, το πρώτο ταξίδι στην Αμερική το 1976, στο Σικάγο και στη Νέα Υόρκη. Μετά, το 1978, περιοδεία στην Αμερική, στον Καναδά και στην Αυστραλία. Εκεί πια ζούσα το «μεγάλο ταξίδι», κάτι που δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα μου συνέβαινε. Και την ίδια στιγμή ήταν κάτι απόλυτα φυσιολογικό. Δηλαδή το να μπαίνεις σε ένα αεροπλάνο, να ταξιδεύεις 24 ώρες στον αέρα για να πας στην Αυστραλία και να σε περιμένουν χιλιάδες άνθρωποι, γιατί εσύ απλώς έκανες επιτυχία με τη «Δημητρούλα». Ήμουν από τις πρώτες φωνές που ταξίδεψαν στο εξωτερικό, μπήκανε σε θέατρα κι έκαναν μαζικά συναυλίες σε Αμερική και Καναδά. Μέχρι τότε εμφανίζονταν οι τραγουδιστές –κι εγώ δηλαδή– σε κέντρα. Σε κέντρα έπαιξα στο πρώτο μου ταξίδι.

• Με συγκινεί πολύ το «Όλα σε θυμίζουν» κάθε φορά που το λέω. Και η «Μπαλάντα της Ιφιγένειας»: «Με πήρες κάποτε απ’ το χέρι και δε σε ρώτησα πού πάμε / σου είπα με σένα δε φοβάμαι, μάνα καλή, μάνα μου έρμη / Εσύ τον άντρα σου είχες χάσει κι εγώ είχα χάσει το γονιό μου / και τότε μάνα, καλέ μάνα, τότε σε βάφτισα αρχηγό μου. / Κλείδωσες δυο φορές το σπίτι, μας πήρες κι ήρθαμε στην πόλη / σαν τα κοράκια πέσαν όλοι έτσι όπως σ’ είδαν φοβισμένη / Κι ακόνιζα παιδάκι πράμα τα νύχια μου και το μυαλό μου / με μια τρεμούλα, μ’ ένα φόβο μη γκρεμιστεί ο αρχηγός μου. / Κι άρχισαν να κυλούν τα χρόνια όπως το χρώμα στη βατίστα / στην Οικοκυρική μοδίστρα κι ο αδερφός μου στα καράβια. / Η Ελλάδα πήγαινε κι ερχόταν κι έγινε ο τρόμος καθεστώς σου / φοβήθηκα μη σε τσακίσουν και τότε έγινα αρχηγός σου». Είναι πολλά τα τραγούδια που με συγκινούν, είναι πολλές οι στιγμές με κάθε συνθέτη. Με τον Θάνο είχαμε έρθει πολύ κοντά, ήταν πολύ ζεστός άνθρωπος και πολύ γενναιόδωρος. Με συγκινούσε ο συναισθηματισμός του Αντώνη Βαρδή. Ο Αντώνης ήταν ένας συνθέτης που τραγουδούσε και καταλάβαινες ότι ράγιζε κάθε φορά. Η ευγένεια και το ντελικάτο που είχε ο Γιάννης ο Σπανός. Επίσης η γενναιοδωρία και αυτό το απόλυτο που σου έδινε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Η λεπτότητα και η ποιητικότητα του Μάνου Ελευθερίου. Η σοφία του Απόστολου Καλδάρα, που συνεργαστήκαμε και σε άλλους δίσκους. Η ταπεινότητα και η ευγένεια του Σταύρου Κουγιουμτζή. Μετά ήρθαν οι συνεργασίες με τους συνομήλικούς μου, που ήμασταν περίπου στην ίδια γενιά: με τη Νικολακοπούλου, με τον Αντύπα, με τον Χρήστο Νικολόπουλο, που πλέον ήμασταν λίγο σαν αδέρφια. Δεν ήταν μόνο ο σεβασμός μπροστά στον μεγάλο συνθέτη, είχαμε κι άλλα να μοιραστούμε.

Χάρις Αλεξίου Facebook Twitter
«Η μουσική είναι το μεγαλύτερο δώρο που μου δόθηκε στη ζωή, το ότι τραγούδησα. Γιατί αυτά που αισθάνθηκα τραγουδώντας θα χρειαζόμουν πολλές ζωές για να τα ζήσω». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

• Όσο πιο πολύ έχεις ζήσει, τόσο πιο πολλά έχει να πει η φωνή σου. Στη φωνή κατοικούν ζωές πολλές και έτσι μπορείς να ενωθείς και με αυτό που έχει γράψει ο στιχουργός, ο συνθέτης. Τραγουδάς μια ιστορία που κάτι έχει να σου πει ως βίωμα. Κι όταν έχεις ζήσει απώλειες στη ζωή σου, έχεις χάσει ανθρώπους που τους έχεις λατρέψει, είτε στην ερωτική σου ζωή είτε στης καρδιάς σου τους τόπους, γι’ αυτά μιλάς εκείνη την ώρα.

• Η ανάγκη να γράψω δικά μου τραγούδια ήρθε όταν κρατούσα την κιθάρα μου και έπαιζα και τραγουδούσα στο σπίτι. Τραγουδώντας τα τραγούδια των άλλων γεννήθηκαν και σε μένα κάποιοι στίχοι, ενώ κάποιες μελωδίες έτσι απλώς υπήρχαν, μέχρι που ένας δικός μου άνθρωπος μού είπε «τι τα φυλάς αυτά και μας τα βάζεις και τα ακούμε μόνο εμείς; Γιατί δεν τα ηχογραφείς, να τα ακούσει και ο υπόλοιπος κόσμος;». Ήμουν ντροπαλή και έλεγα «τώρα τι δουλειά έχω εγώ, δεν υπάρχουν τόσοι συνθέτες; Τους έχω τραγουδήσει όλους, είναι ανάγκη να γράψω κι εγώ;». Τα τραγούδια αυτά ήταν για το κέφι μου, οπότε πολύ δειλά είπα «εντάξει, θα σας τα ηχογραφήσω». Έτσι κυκλοφόρησε ο δίσκος «Οδός Νεφέλης ’88». Κι ήταν πολύ δυνατά τραγούδια.

• Δεν είναι ρίσκο το να πηγαίνεις από το ένα είδος στο άλλο – είναι τόσο ρίσκο όσο το να αφεθείς σε έναν μεγάλο έρωτα. Τι θα πει ρίσκο; Ακούω κάτι και μου αρέσει και παθιάζομαι και ενθουσιάζομαι κι αυτό είναι το «Δι’ Ευχών». Ακούω κάτι άλλο και αυτό είναι η «Ελένη» του Μικρούτσικου. Ακούω ένα τσιγγάνικο τραγούδι και κάνω μια δουλειά με τον Χατζή. Και αυτά που κάποιος τα θεωρούσε ρίσκο, απλώς μετακινούσαν από την παγιωμένη τους θέση τους ακροατές μου. Δηλαδή σκέφτονταν: «Η Χαρούλα τραγουδάει πολύ ωραία τα σμυρναίικα, τώρα αυτό τι είναι, δικό της;». Μετά γίνεται το άλμπουμ με τα δικά μου τραγούδια και θέλανε μόνο αυτά. Μέσα στις διαδρομές μου χτιζόταν και ένα κοινό από διαφορετικές «ορέξεις». Και έτσι το ρίσκο πλέον δεν ήταν ρίσκο, ήταν κάτι απόλυτα φυσιολογικό. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις κριτικές για το «Δι’ Ευχών». Μερικοί ήταν σαν να έκλαιγαν: «Έχουν βαλθεί να καταστρέψουν την Αλεξίου αυτά τα τραγούδια».

• Μια συναυλία που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι η βραδιά στην Πνύκα το 1997, για τη διεκδίκηση των Ολυμπιακών Αγώνων, με πανσέληνο. Τελικά έγιναν τρεις οι βραδιές. Ήταν μαγική συναυλία αυτή. Όπως μαγική ήταν η βραδιά του Παπαϊωάννου στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Γιατί ο Παπαϊωάννου έκανε ένα ποίημα. Ήταν πολύ μεγάλη η στιγμή, θα ήθελα να ζουν ο μπαμπάς μου και η μαμά μου για να μας δούνε.

cover
Με τον Γιώργο Νταλάρα

• Η μουσική είναι το μεγαλύτερο δώρο που μου δόθηκε στη ζωή, το ότι τραγούδησα. Γιατί αυτά που αισθάνθηκα τραγουδώντας θα χρειαζόμουν πολλές ζωές για να τα ζήσω. Από την άλλη, θυσίασα κομμάτια από μένα για το τραγούδι, κυρίως τον ρόλο της μητέρας. Ακούγεται λίγο βαρύ να πω ότι «θυσίασα το παιδί μου», δεν ισχύει, αλλά όταν το κοιτάζω από απόσταση, αν μπορούσα να ζήσω κι άλλη μια ζωή, θα ήθελα να έχω καταφέρει να είμαι πιο κοντά στο παιδί μου. Να θυσιάσω κάτι από αυτήν τη δουλειά μου και όχι από τις ώρες τις δικές του. Έχω παντρευτεί δύο φορές και οι σύντροφοί μου ήταν στην ίδια δουλειά, οπότε ήμασταν κοντά, δούλευα μαζί τους.

• Όταν είσαι ταμένος κάπου και γίνεσαι πια ένα όχημα του εαυτού σου και του ονόματός σου, δεν μπορείς να σταματήσεις ποτέ. Εκεί χαλάνε οι ισορροπίες, εκεί μπαίνουν οι θυσίες, είτε η θυσία του εαυτού σου είτε η θυσία άλλων ανθρώπων, γιατί χάνεις την μπάλα πολλές φορές. Είναι δύσκολο, πάρα πολύ δύσκολο να κρατάς ισορροπίες και δεν νομίζω ότι υπάρχει καλλιτέχνης που βγαίνει στο κοινό και έχει καταφέρει να κρατάει ισορροπίες. Γιατί φτάνει στο σημείο η δουλειά να είναι ο Θεός του. Αν πεις «δεν θα σε δω σήμερα γιατί έχω πονοκέφαλο ή επειδή δεν έχω διάθεση» θα θυμώσουν, ενώ αν πεις «δεν μπορώ να σε δω επειδή έχω να πάω στη δουλειά» σε συγχωρούν όλοι. Η δουλειά είναι το απόλυτο άλλοθι για να δικαιολογήσεις τα πάντα.

• Δεν ήταν δύσκολο να προστατέψω τον εαυτό μου. Είναι και ο τρόπος που ζει κανείς. Δεν ήταν ποτέ προκλητική ζωή μου. Ούτε έπαιξα τον ρόλο του VIP για να προκαλέσω. Κι ενώ έχω υπάρξει και πολύ δυναμική, ήμουν πολύ ντροπαλή. Μερικές φορές θα έλεγα ότι είχα ένα αίσθημα μειονεξίας, παρ’ όλη την αποδοχή που έπαιρνα. Πάντα ντρεπόμουν και πάντα αισθανόμουν ότι δεν έγινε και κάτι, ότι δεν έκανα και τίποτα το σπουδαίο. Τη χαρά μου έκανα, γιατί για μένα το τραγούδι ήταν η χαρά μου. Αυτή είναι η δική μου ευχαρίστηση.

• Αποφάσισα να σταματήσω τις ζωντανές εμφανίσεις γιατί αισθανόμουν ότι έπρεπε να σταματήσω να το κάνω, είχα καταλάβει από καιρό ότι είχαν αρχίσει να χάνονται κάποιες δυνάμεις, και δεν ήταν ωραία. Κι όταν το αποφάσισα, ένιωσα μια ανακούφιση. Με είχε κουράσει αυτή η ιστορία, αυτό που λέμε καριέρα, δεν το ήθελα άλλο. Τότε δεν είχα σκεφτεί ότι πρέπει να ξεκινήσω κάτι διαφορετικό.

• Στην πρώτη παράσταση («Χειρόγραφο») που έκανα το 2016 με τον Γιώργο Νανούρη είχε αρχίσει να με απασχολεί λίγο αυτό, με ποιον τρόπο θα παρουσιάζομαι. Ζητούσα μια αλλαγή. Είχα σκεφτεί κείμενα και τραγούδι, ένα άλλο είδος, πιο θεατρικό, ψαχνόμουν, βαριόμουν αυτό που έκανα και ήθελα κάπως αλλιώς να γίνει. Και συνεργάστηκα πάρα πολύ ωραία με τον Γιώργο. Γιατί όταν του πρότεινα να διαβάζουμε κείμενα και ποιήματα άλλων, μου είπε «όχι, εσύ θα γράψεις» και με έβαλε να γράψω. Και βγήκε κάτι πάρα πολύ ωραίο που το καμαρώνω. Και ξαναβρεθήκαμε με τον Γιώργο στην Επίδαυρο στην παράσταση «Ιφιγένεια εν Ταύροις». Μετά ήρθε η πρόταση από τον Νίκο Καραθάνο για την «Οπερέτα» του Γκομπρόβιτς, να αντικαταστήσω τη Λυδία Φωτοπούλου, και το έκανα. Είχα δει την «Γκόλφω» του και όλες του τις παραστάσεις και μ’ άρεσε που ένας τέτοιος σκηνοθέτης μού πρότεινε κάτι τέτοιο. Ξαναδουλέψαμε μαζί, δουλεύουμε και τώρα. Καλά τα πήγα, νομίζω τα κατάφερα. Τα κατάφερα και με την Όλια Λαζαρίδου που κάναμε το «Αϊβαλί η πατρίδα μου» του Φώτη Κόντογλου, και στη «Μεταμφίεση» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη που κάναμε με τον Σταύρο Ράγια μέσα στον κορωνοϊό, κι ας μην πρόλαβε να παιχτεί πολύ.

Χάρις Αλεξίου Facebook Twitter
«Και βέβαια ήρθε ο Παπακαλιάτης που μου άνοιξε ένα μεγάλο κεφάλαιο και δοκιμάστηκα στο σινεμά, γιατί για μένα είναι σινεμά αυτό που κάνει ο Χριστόφορος». Φωτ.: Αμαλία Κοβαίου

• Άρχισε να μου αρέσει αυτό. Και βέβαια ήρθε ο Παπακαλιάτης που μου άνοιξε ένα μεγάλο κεφάλαιο και δοκιμάστηκα στο σινεμά, γιατί για μένα είναι σινεμά αυτό που κάνει ο Χριστόφορος. Είναι άλλο γλέντι τώρα αυτό – γιατί είναι γλέντι. Και ξέρεις τι; Όπως είπα και πριν, έπεσα σε καλά χέρια. Δηλαδή, οι συνεργασίες που έχω κάνει είναι με ανθρώπους που έχουν ήθος, ταλέντο, έμπνευση. Είναι καλά παιδιά. Δεν θα μπορούσα να έχω συνεργαστεί με πιο εντάξει άτομα. Και αυτό σε κάνει να βγάζεις και να ανακαλύπτεις στον εαυτό σου καινούργια πράγματα, αλλά και να θες να δώσεις. Σου ενισχύει δηλαδή τη γενναιοδωρία, αν έχεις γενναιοδωρία. Και τα κατάφερα και σε αυτό. Κάποτε, όταν ξεκινούσα να τραγουδάω, είχα σκεφτεί να πάω και σε δραματική σχολή, όμως δεν κράτησε πολύ. Δεν μ’ άφησε το τραγούδι να ολοκληρώσω αυτές τις σπουδές. Η εμπειρία μου από το τραγούδι τα τελευταία χρόνια, της έκθεσής μου στον κόσμο, με βοήθησε πολύ. Το «Μάεστρο» νομίζω ότι με ξανάφερε πολύ κοντά στον κόσμο, με έναν άλλο τρόπο, πιο οικείο.

• Το να δουλεύεις με τον Καραθάνο δεν είναι καθόλου εύκολο, γιατί εξαντλείς όλες σου τις δυνατότητες, ο ίδιος ο Νίκος ψάχνει περισσότερα πράγματα να σου βγάλει. Ξεκινώντας τις πρόβες, θέλει να βγάλει όλο το μεδούλι από τον ηθοποιό. Οπότε, έναν ρόλο μπορείς να τον παίζεις με πολύ διαφορετικούς τρόπους και αυτό σε ξαφνιάζει και σένα, σε αιφνιδιάζει. Με το «Τζένη, Τζένη» αισθάνομαι ότι τώρα μαθαίνω θέατρο, τώρα κάνω σχολή. Είναι μια κωμωδία που την έχουμε δει τόσες φορές, παίζεται εδώ και χρόνια στην τηλεόραση, και ανακαλύπτω ότι είναι ένα βαθιά πολιτικό έργο που έχει δοθεί με έναν πολύ ανάλαφρο τρόπο στο σινεμά. Ο Καραθάνος θέλει να κάνει hommage στον ελληνικό κινηματογράφο και να τιμήσει αυτούς τους ήρωες του ελληνικού σινεμά, αυτό το ηλιόλουστο ρέκβιεμ, που λέει, αλλά εξαντλεί και τις δυνατότητες τις δικές μας. Παίζοντας τον ρόλο της κυρίας Κασσανδρή, η οποία κάνει μια μηχανορραφία για να φέρει το αποτέλεσμα που ευνοεί την ίδια, έναν ρόλο δηλαδή όχι καλό, μπαίνω σε μια νέα δοκιμασία και μ’ αρέσει πάρα πολύ. Νομίζω ότι στο σινεμά βλέπαμε κυρίως τους πρωταγωνιστές, την Καρέζη, τον Μπάρκουλη, τον Κωνσταντάρα. Εδώ θα δούμε το έργο, τον Πρετεντέρη, γιατί σε αυτόν γίνεται η τιμή. Θα δούμε αυτό που εννοεί το έργο. 

cover
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

• Νομίζω ότι δεν τη διάλεξα εγώ τη ζωή μου, για να πω τώρα ότι θα άλλαζα κάτι. Ήρθανε πράγματα στη ζωή μου πολύ λαμπερά, ήρθανε όμως και πολύ σκοτεινά. Με αυτά τα δύο πήγα μαζί. Με αυτά τα δύο έχω αισθανθεί να γίνομαι πιο σοφή, αλλά έχω νιώσει πάρα πολλές φορές πολύ ανόητη ή ότι δεν έχω καταλάβει τίποτα τελικά από τη ζωή μου. Κι άλλοτε, όταν νιώθω ότι είμαι σοφή, βλέπω ότι όλα γίνονται για να περάσουν τελικά. Όλα συμβαίνουν όχι για να ριζώσουν κάπου αλλά για να χαθούν. Και ό,τι μπορεί να σου μείνει είναι αυτή η στιγμή που μπορεί να αφήσει μια γλύκα στο στήθος, ένα αίσθημα αγάπης, τρυφερότητας, συμπόνιας – να πάρεις ένα μωρό να το ταΐσεις. Μόνο όταν κάνουμε ωραία πράγματα αξίζει να υπάρχουμε. 

• Αν τύχει μια μέρα να χορέψω είμαι πάρα πολύ ευτυχισμένη, όταν συμπίπτει ο ελεύθερος χρόνος μου με τον ελεύθερο χρόνο των φίλων μου και μπορούμε να βρεθούμε και να περάσουμε ώρα μαζί ή να κάνουμε ένα ταξίδι. Η καθημερινότητά μας, η ζωή μας, δεν είναι όμορφη, γιατί έξω υπάρχει μόνο πόνος, μόνο δυστυχία, μόνο κακότητα.

• Ελπίδα μού δίνει όταν βλέπω ανθρώπους να ερωτεύονται, να ζευγαρώνουν. Χαίρομαι τόσο πολύ όταν βλέπω νέα ζευγάρια. Ο πιο μεγάλος μου φόβος είναι η αρρώστια, να μην μπορώ να λειτουργήσω μόνη μου, ή η αρρώστια του μυαλού, κυρίως. Όσο ζω θέλω να είμαι παρούσα στη ζωή μου. Εάν γίνω φάντασμα, θα ήθελα να με βοηθήσουν να φύγω.

• Κάθε πρωί ξυπνάω και λέω «δόξα τω Θεώ», ενώ δεν είμαι θρήσκα. Λέω «κοίτα, άλλη μια μέρα». Ένας αγώνας για να κάνουμε ωραία πράγματα είναι η ζωή και μόνο η ομορφιά τής δίνει αξία, η ομορφιά σε όλα τα επίπεδα. Στις καρδιές μας. Σε αυτό που φτιάχνουμε με τα χέρια μας. Σε αυτό που κάνουμε σαν σκέψη στο μυαλό μας. Τι άλλο υπάρχει εκτός από την ομορφιά; Για ποιον άλλο λόγο υπάρχουμε και δημιουργούμε; Το καθαρό σπίτι για μένα καθρεφτίζει ζωή, καθρεφτίζει ήθος, αίσθημα. Αυτό, ένα καθαρό σπίτι θέλω να είμαι... 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Μουσική
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

H Xάρις Αλεξίου μιλά στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο για το δημοτικό τραγούδι και άλλα διάφορα

Συνεντεύξεις / H Xάρις Αλεξίου μιλά στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο για το δημοτικό τραγούδι και άλλα διάφορα

Μια συνομιλία της μεγάλης Ελληνίδας τραγουδίστριας με τον εκδότη της LIFO στο τεύχος 27 της έντυπης έκδοσής μας, που ψηφιοποιείται για πρώτη φορά.
ΣΤΑΘΗΣ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΣ
Χαρούλα Αλεξίου

PORTRAITS 2022 / Χάρις Αλεξίου: «Δεν θέλω τίποτε άλλο από το να υπάρχω απλώς»

Από φέτος μια από τις μεγαλύτερες Ελληνίδες τραγουδίστριες δηλώνει «χωρίς ιδιότητα», σταματώντας να τραγουδάει. Για μια γυναίκα που έφτασε στην κορυφή της τέχνης της, ωστόσο -ήταν πάντα η Χαρούλα για τους Έλληνες, ένα οικείο, καταδικό τους πρόσωπο-, αυτή ήταν μια απόφαση πρωτοφανής. Και γενναία. Πόσο μάλλον όταν γίνεται για ένα νέο ξεκίνημα ως ηθοποιός. Για έναν σωρό λόγους, που καταλήγουν όλοι στο μοναδικό χαρμάνι του χαρακτήρα της, η Χάρις Αλεξίου ήταν, είναι και θα είναι μια κορυφαία μορφή.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Γιώργος Νανούρης: «Εγώ δεν πάω ποτέ να πω “γεια, είμαι ο σκηνοθέτης”»

Θέατρο / Γιώργος Νανούρης: «Εγώ ποτέ δεν πάω να πω “γεια, είμαι ο σκηνοθέτης”»

Ο ηθοποιός Γιώργος Νανούρης κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια ένα σερί «χειροποίητων» σκηνοθετικών επιτυχιών και πλέον δηλώνει έτοιμος –αν και φοβερά αγχωμένος– για την πρώτη του Επίδαυρο, με την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη και τρεις αγαπημένους του πρωταγωνιστές (Λένα Παπαληγούρα, Χάρις Αλεξίου, Μιχάλης Σαράντης) να τον συνοδεύουν.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣΑΒΒΑΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Argonauts: DJ set σε πρωτότυπα μέρη με ιστορία σε όλη την Ελλάδα

Μουσική / Οι Argonauts κάνουν live sessions στα πιο όμορφα μέρη της Ελλάδας

Ο Nicholas Vibes έφτιαξε ένα πρότζεκτ μοναδικό στην Ευρώπη. Στόχος του είναι να αναδείξει την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας μέσα από την ηλεκτρονική μουσική, και να οργανώσει ένα μεγάλο event στην Ακρόπολη.
M. HULOT
Ντίσκο εκ του ασφαλούς από τον Χάρι Στάιλς

Μουσική / Ο νέος Χάρι Στάιλς δεν είναι κακός, είναι απλώς βαρετός

«Τα περισσότερα tracks στο "Kiss all the time. Disco, occasionally" κυλούν χλιαρά, εγκλωβισμένα σε μια ευγενική, σχεδόν υπνωτιστική μετριοπάθεια. Τίποτα δεν είναι πραγματικά κακό, αλλά τίποτα δεν είναι και αρκετά καλό και αξιομνημόνευτο»
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Γιώργος Κατσαρός: Ένας ρεμπέτης, φαινόμενο μνήμης και αντοχής

Ντοκιμαντέρ / Γιώργος Κατσαρός: Ένας ρεμπέτης, φαινόμενο μνήμης και αντοχής

Το ντοκιμαντέρ «Στην Αμερική σαν πήγα» των Αργύρη Θέου και Άγγελου Κοβότσου αφηγείται τη συναρπαστική ιστορία του Έλληνα μουσικού και παράλληλα την ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού και συνολικά των Ελλήνων μεταναστών και της ομογένειας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
ΕΠΕΞ Akylas

Οι Αθηναίοι / Akylas: «Τραγουδώ για τα άτομα που δεν χωράνε σε νόρμες»

Ο νεαρός μουσικός από τις Σέρρες πέρασε πολλές απογοητεύσεις μέχρι να καταφέρει να πραγματοποιήσει το όνειρό του και να κερδίσει την αγάπη του κόσμου. Από τις κουζίνες, την πίστα του κρουαζιερόπλοιου και τη μουσική στον δρόμο μέχρι την Αυστρία και τώρα στη Eurovision, η πορεία ήταν μεγάλη και δύσκολη. Ο Akylas αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT