Σε καιρούς περίεργους και ιδιαίτερους η δισκογραφία προσπαθεί, και το καταφέρνει, να σταθεί στο ύψος της. Να προτείνει καλλιτέχνες, συγκροτήματα και άλμπουμ με νόημα υψηλό, προσβλέποντας σε ακόμη πιο σημαντικές κυκλοφορίες για το άμεσο μέλλον, όταν θα έχει ξεπεραστεί η συγκυρία. Μερικά απ’ αυτά τα πολύ αξιόλογα άλμπουμ, των τελευταίων μηνών, σας παρουσιάζουμε, τώρα...

 

 

1.

Elina Englezou: Goditha

[Symmetric Records]

 

Όλα πρέπει να τα μετράμε. Το ότι μια Ελληνίδα, η Ελίνα Εγγλέζου (Elina Englezou), γράφει μια ροκ «μεταλλική» όπερα, την οποία μεταφέρει στην δισκογραφία με τον τρόπο που την μεταφέρει, με τη βοήθεια του Bob Katsionis και μιας πλειάδας ερμηνευτών και μουσικών από τον χώρο του ελληνικού «μετάλλου», και το κάνει τούτο εμφανίζοντας στάνταρντ πρωτόγνωρα (ή σχεδόν πρωτόγνωρα) για τα δικά μας δεδομένα, τότε κάτι έχει αληθινά αλλάξει.

 

Κάτι έχει αληθινά αλλάξει, σε σχέση με το πώς μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να υλοποιούνται στην ημεδαπή τέτοιου τύπου παραγωγές απαιτήσεων, δυσπρόσιτων μουσικών προτάσεων γενικώς, οι οποίες μπορεί και διαθέτουν όλες εκείνες τις διεθνείς προδιαγραφές, σε πρώτη φάση, και στην πορεία ένα αδιαμφισβήτητο κύρος.

 

Γιατί, η “Goditha” (προφέρεται Γκόντιθα), η ροκ όπερα τής Ελίνας Εγγλέζου, πληροί και τα πιο υψηλά των στάνταρντ (από τεχνικής-ηχογραφικής πλευράς), προβάλλοντας, σαν έργο, και μιαν απροκάλυπτη αισθητική αξία.


Σκεφτόμαστε, λοιπόν, πόσο μπορεί να έχουν αλλάξει τα πράγματα, όλα τα πράγματα, από εκείνη την πρώτη σεμνή απόπειρα να ηχογραφηθεί μια πρωτότυπη ροκ όπερα στην Ελλάδα, και αναφερόμαστε στον «Τρωικό Πόλεμο» [Philips] των Γιάννη Πετρίτση-Γιάννη Κοζάτσα, πίσω στο 1975, όταν σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια “Goditha”. Η νύχτα με τη μέρα. Έτη φωτός μακρύτερα... Και το λέμε τούτο, δίχως να θέλουμε να υποτιμήσουμε εκείνα τα πρώτα δειλά βήματα των seventies, και ό,τι άλλο σχετικό επακολούθησε, σε όλες τις επόμενες δεκαετίες. Όμως, έτσι έχουν τα πράγματα. Όπως ακριβώς τα λέμε. Αυτό σημαίνει εξέλιξη, εξάλλου...

 

Όπερα, ροκ όπερα και πόσω μάλλον «μεταλλική» ροκ όπερα δεν υφίσταται άνευ των αναλόγων φωνών. Όλοι αυτοί οι ρόλοι στο στόρι πρέπει να αποδοθούν μ’ έναν ειδικό τρόπο, από γυμνασμένους τραγουδιστές και τραγουδίστριες, ικανούς και ικανές να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ιστορίας. Και σ’ αυτόν τον τομέα, περιττό να το πούμε, έχει καταβληθεί επίσης μεγάλη προσπάθεια.

 

Με τι έχει να κάνει το concept τής “Goditha”; Ας μεταφράσουμε τα λόγια του πρώτου track, του “Introduction”:


«Οι σκοτεινοί καιροί του Μεσαίωνα, για όσους θέλουν να είναι τέτοιοι. Στο σπίτι τού διαβόλου οι άγγελοι έχουν δείπνο. Τα όρια ανάμεσα στο καλό και το κακό έχουν προ πολλού σβηστεί.
 

Στο χωριό Mere, ένα νεαρό κορίτσι είναι ερωτευμένο με τον D’Luvien, έναν τοπικό γαιοκτήμονα. Σχεδιάζουν το γάμο τους. Είναι τόσο αθώο το κορίτσι, που πιστεύει όλες τις υποσχέσεις του. Όμως δεν είναι η μόνη που διεκδικεί την αγάπη τού DLuvien. Η Naida, η όμορφη κόρη ενός εμπόρου, είναι αποφασισμένη να τον κατακτήσει. Και κάπως έτσι,  με την γοητεία της, μα και με τα ακριβά της δώρα καταφέρνει τελικά να τον δελεάσει. Είναι η αγάπη ή κάποιο όφελος, που πείθει τον DLuvien να ακυρώσει το γάμο; Δεν θα το μάθουμε ποτέ.


Όταν το νεαρό κορίτσι μαθαίνει τα τεκταινόμενα τρελαίνεται. Βυθίζει τα νύχια της στο δέρμα της, και αυλακώνει, μέχρι βαθιά στο κόκαλο, το πρόσωπό της – πάνω στο οποίο κυλάνε αίμα και δάκρυα. Πόσο τρομακτική έχει γίνει. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε κανένας άντρας να μην την θέλει πια. Τρέχει μακριά απ’ όλους, και κρύβεται σε μια σπηλιά όπου περνά το υπόλοιπο της ζωής της. Το όνομά της είναι
Goditha…».

 

Elina Egglezou, Goditha
Elina Egglezou, Goditha

Αν αυτή είναι η Εισαγωγή υπάρχουν άλλα οκτώ tracks στο πρώτο CD και άλλα εννέα στο δεύτερο, που συνεχίζουν την ιστορία έως την ολοκλήρωσή της. Μια ιστορία με απρόσμενα και ανατροπές, που συνδυάζει φανταστικά και ρεαλιστικά στοιχεία, δίνοντας διέξοδο σ’ αυτό το μεσαιωνικό παραμύθι. Τι συμβαίνει όμως σε όλο το ενδιάμεσο από μουσικής-ενορχηστρωτικής πλευράς; Πολλά, πάρα πολλά.


Κατ’ αρχάς οι συνθέσεις της Εγγλέζου είναι πολύ καλές. Με τις μελωδίες να προεξέχουν και με ορθή επικοινωνία ανάμεσα στο μέλος και στον λόγο, τα τραγούδια είναι εύκολο να «προχωρήσουν», μέσω της ενορχηστρωτικής αντιμετώπισής και βεβαίως της συνολικότερης παραγωγής.

 

Εδώ ο ρόλος τού Bob Katsionis είναι κάτι περισσότερο από καθοριστικός, καθώς καταφέρνει να συνδυάσει επικά και λυρικά μέρη, μπαλάντες, hard rock και «συμφωνισμούς» μ’ έναν τρόπο που να λειτουργεί και να εμπνέει – καθώς σε τέτοιου τύπου έργα το σημαντικότερο όλων είναι να κρατηθεί ακμαίο, και διαρκώς σε υψηλό επίπεδο, το ακροαματικό ενδιαφέρον. Κοινώς, να μην κάνει «κοιλιά» το έργο – αντιθέτως να προκαλεί, καθ’ όλη τη διάρκειά του, την προσοχή του ακροατή. Το πώς λοιπόν θα διαχειριστείς τους μικρούς ή τους μεγάλους όγκους των φωνών και των οργάνων είναι ένα στοίχημα, το οποίον κερδίζει με άνεση ο Katsionis.


Η “Goditha” ξεκινά, αναπτύσσεται, εξελίσσεται και ολοκληρώνεται μέσα από ένα πλάνο, που υλοποιείται έως και την τελευταία λεπτομέρειά του.

 

Βεβαίως σημαντικότατο ρόλο ως προς το τελικό αποτέλεσμα παίζουν τα πρόσωπα, που δυνητικά υποκρίνονται, τραγουδούν κ.λπ. (μην ξεχνάμε πως πρόκειται για όπερα – η οποία δεν έχει «ανεβεί» ακόμη στη σκηνή), ενώ, από πλευράς οργάνων, ο Katsionis έχει αναλάβει τις κιθάρες (ηλεκτρικές, ακουστικές) και ακόμη πλήκτρα, μπάσο και drum programming. Περαιτέρω η Εγγλέζου παίζει επίσης κιθάρες (12χορδη, κλασική), μπαλαλάικα και οκαρίνα, ο Άγγελος-Παύλος Γκούφας (από τους In Vein) παίζει βιολί, ο Βασίλης Κοιλάκος ούτι, ενώ ο Μάριος Χριστόπουλος φυσάει σε φλάουτα και σαξόφωνα.

 

Όπερα, ροκ όπερα και πόσω μάλλον «μεταλλική» ροκ όπερα δεν υφίσταται άνευ των αναλόγων φωνών. Όλοι αυτοί οι ρόλοι στο στόρι πρέπει να αποδοθούν μ’ έναν ειδικό τρόπο, από γυμνασμένους τραγουδιστές και τραγουδίστριες, ικανούς και ικανές να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ιστορίας. Και σ’ αυτόν τον τομέα, περιττό να το πούμε, έχει καταβληθεί επίσης μεγάλη προσπάθεια. Επιστρατεύτηκαν πολλές και καλές φωνές του «μεταλλικού» χώρου, από την Maxi Nil (των Jaded Star), τον Henning Basse (από Firewind, Mayan και Sons of Seasons) και τον Γιάννη Παπανικολάου (των Diviner), μέχρι τον Μάριο Καραναστάση (των Silent Wedding), την Ηλιάνα Τσακιράκη (των Enemy of Reality) και την Mora Hecate (των Dimlight). Συνολικώς μετρήσαμε 16 φωνές, μαζί μ’ εκείνην του αφηγητή!


Το αποτέλεσμα είναι αντάξιο των προσδοκιών όλων των συμμετεχόντων (μνεία, επίσης, στο artwork του Κώστα Τσιάκου). Η “Goditha” είναι μια ελληνική ροκ όπερα, υψηλών, διεθνών προδιαγραφών.


Επαφή: www.goditha.bandcamp.com/album/goditha-the-rock-opera

 

 

 

2.

Sofia Labropoulou: Sisyphus

[Odradek]

 

8 + 1 άξια άλμπουμ Ελλήνων καλλιτεχνών και συγκροτημάτων του τελευταίου καιρού
Η Σοφία Λαμπροπούλου

 

Η Σοφία Λαμπροπούλου (Sofia Labropoulou) είναι συνθέτρια και οργανοπαίκτρια. Το όργανό της είναι το κανονάκι. Απ’ αυτό και μόνον αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι πολλά – πόσω μάλλον, όταν έχει προηγηθεί και το άλμπουμ της “Butterfly” (μαζί με τον κιθαρίστα Βασίλη Κετεντζόγλου) στην αμερικανική εταιρεία Odradek, το 2019. Από την ίδιαν εταιρεία μάς έρχεται τώρα η πιο νέα, προσωπική, δουλειά τής Λαμπροπούλου, που έχει τίτλο “Sisyphus” και στην οποία καταγράφονται επτά tracks – πέντε εκ των οποίων αποτελούν δικές της συνθέσεις, ενώ δύο είναι versions.

 

Το άλμπουμ ανοίγει με τις versions. Πρώτο κομμάτι το «Μοιρολόι του τέλους και της αρχής». Δύο ενοποιημένα μοιρολόγια, το ένα από την Ήπειρο και το άλλο από την ανατολική Τρανσυλβανία, που ορίζονται, φυσικά, από την πεντατονία και που αποδίδονται από την διεθνώς αναγνωρισμένη ουγγαρέζα τραγουδίστρια Márta Sebestyén, στην ελληνική και την ουγγρική γλώσσα (νομίζω πως η Λαμπροπούλου ζει, κι εκείνη, στην Ουγγαρία ή έστω έχει ζήσει εκεί). Το κομμάτι δεν ενοργανώνεται μόνον με κανονάκι και φωνή, μα και με άλλα όργανα (η Sebestyén παίζει και φλογέρα, εκτός από το να τραγουδά, ενώ ακούγονται προσέτι τσέλο και σαντούρι). Έχουμε, δηλαδή, όργανα, που μπορούν να συνομιλήσουν, υποστηρίζοντας αρμονικά και μελωδικά, με το τσέλο να κρατάει (και) το ίσο. Το άκουσμα παρότι «έντεχνο», διατηρεί την μαγεία ενός τραγουδιού της υπαίθρου.


Το δεύτερο track τού CD είναι κάτι απρόσμενο. Δύο τραγούδια των Sex Pistols, τα γνωστά τοις πάσι “Anarchy in the UK” και “God save the queen” ενώνονται, μετονομάζονται σε «Εν αρχή ην...» και βασικά απλοποιούνται ως ηχητικοί όγκοι – καθώς το punk μετατρέπεται, εδώ, σε κάτι εν δυνάμει φολκλορικό. Έχει ενδιαφέρον...


Στο «Saba του αντρειωμένου» ένα πλήρες γκρουπ (τσέλο, κανονάκι, πολίτικη λύρα, ούτι, νέι, κρουστά, κοντραμπάσο και φωνή) κινούμενο σε δρόμους κλασικής οθωμανικής μουσικής προσδίδει στο πασίγνωστο δημοτικό «Τ’ αντρειωμένου τ’ άρματα» έναν αέρα Ανατολής. Πολύ καλή και η ορχήστρα και η ερμηνεία της Ελένης Χρήστου.

Sofia Labropoulou: Sisyphus
Sofia Labropoulou: Sisyphus

 

Το τέταρτο track έχει τίτλο «Κυκλοθυμία» (τσέλο, κανονάκι, πολίτικη λύρα, ούτι, νέι, κρουστά, κοντραμπάσο) και πρόκειται για ένα έξοχο οργανικό, σε κάπως γρήγορο τέμπο, που κινείται, και αυτό, στο χώρο της κλασικής οθωμανικής μουσικής (εννοούμε πως έχει επιρροές από εκεί).


Στο «Δ.Ε.Ι.Τ.Μ.Ε.Χ.Τ.Α.» (τσέλο, κανονάκι, ούτι, κρουστά, κοντραμπάσο, κλαρίνο, βιολί) το «παράπονο» της Ανατολής και πάλι πρωταγωνιστεί. Υπέροχη η μελωδία, που αναπτύσσεται κυκλωτικά, επίσης σε γρήγορο τέμπο, δημιουργώντας ευφορικές καταστάσεις.


Προτελευταίο track του CD το «Χιτζάζ ταξίμι» (τσέλο, κανονάκι), με τον τίτλο να λέει επακριβώς περί τίνος πρόκειται. Το τσέλο σε ρόλο ισοκράτη και το κανονάκι με τον λαμπερό ήχο του να αυτοσχεδιάζει με ομορφιά και με δύναμη.


Το “Sisyphus” θα ολοκληρωθεί με το 10λεπτο «Ο γκρεμιστής» (τσέλο, κανονάκι, ούτι, νέι, κοντραμπάσο, φωνή), που αποτελεί μελοποίηση του ποιήματος του Κωστή Παλαμά με τον ίδιο τίτλο. Πολύ ωραία η μελοποίηση ενός ποιήματος με διαχρονικό νόημα («Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης, / ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης. / Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι / Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι») και με την τραγουδίστρια Χριστίνα Μαξούρη να αποδεικνύεται εκφραστική και ουσιαστική στη μεταφορά των νοημάτων. Μέσο προς αργό το τέμπο, με πολύ ωραία ενορχηστρωτική ακολουθία, με οργανικά-φωνητικά ξεσπάσματα και υφέσεις, που υπογραμμίζουν τις σκέψεις του ποιητή, δίνοντάς τους την πρέπουσα κάθε φορά βαρύτητα.


Το ότι στο άλμπουμ της Σοφίας Λαμπροπούλου συμμετέχουν συνολικώς δεκαπέντε μουσικοί, με μερικά πολύ γνωστά ονόματα ανάμεσά τους (Χάρης Λαμπράκης, Βαγγέλης Καρίπης, Δημήτρης Τσεκούρας, Αλέκος Βασιλάτος κ.ά.), είναι και αυτό ενδεικτικό, και αποδεικτικό, της προσπάθειας που έχει καταβληθεί, ώστε να δημιουργηθεί ένα ηχογράφημα «πλήρες» προς πάσα κατεύθυνση.


Επαφή: www.odradek-records.com

 

 

3.

Balothizer: Cretan Smash

[Louvana Records]

 

8 + 1 άξια άλμπουμ Ελλήνων καλλιτεχνών και συγκροτημάτων του τελευταίου καιρού
Balothizer

 

Η παραδοσιακή μουσική από κάθε γεωγραφικό ελληνικό διαμέρισμα πάντα θα αποτελεί το πιο σημαντικό ταυτοτικό στοιχείο του ευρύτερου ελληνικού ροκ – μετά την ελληνική γλώσσα. Εντάξει, παραδοσιακά, δικά μας στοιχεία τα ακούς και σε ξένους δίσκους, πλέον, και μάλιστα συχνά, αλλά νομίζουμε πως είναι κατανοητό αυτό που γράφουμε.


Από τότε (1965), όταν οι Forminx τραγούδησαν το “Mandjourana’s shake”, μέχρι τον Διονύση Σαββόπουλο, την Μαρίζα Κωχ και τον Θανάση Γκαϊφύλλια στα early seventies, και από τον Τζίμη Πανούση τού «Στη στεριά δεν ζει το ψάρι, ούτε ο Κνίτης με φρικιά» (ναι, ακόμη κι εκείνο) έως τους σημερινούς Villagers of Ioannina City και Babel Trio, μια ίσια γραμμή, μια ευθεία, επεκτείνεται και θα επεκτείνεται μονίμως προς το άπειρο, με πολύ καθοριστικά σημεία επάνω της (και κάποια άλλα λιγότερο, βεβαίως).

 

Ένα απ’ αυτά τα καθοριστικά θα είναι, οπωσδήποτε, και αυτό των Balothizer, μιας μπάντας που επιχειρεί να διαμορφώσει ένα ροκ γενικώς περιβάλλον, μέσα στο οποίο κυρίαρχο στοιχείο να αποτελεί η μουσική της Κρήτης.

 

Balothizer: Cretan Smash
Balothizer: Cretan Smash

Οι Balothizer κάνουν κάτι αληθινά σπάνιο εδώ ή και πρωτότυπο. Δεν δανείζονται μόνον τις παραδοσιακές μουσικές φόρμες, ανατρέποντάς τες μέσα από μια νέα προσέγγιση (με μεταβολές στα tempi, στις μελωδίες, στις αρμονίες, στις ενοργανώσεις), έχουν να προτείνουν και μια νέα, δική τους στιχουργική, που επίσης παραπέμπει ευθέως στην παράδοση. Έτσι, και χωρίς να διασκευάζουν στο “Cretan Smash” δημιουργούν νέα πρότυπα, τα οποία εξωτερικά είναι ροκ και εσωτερικώς ελληνικά (κρητικά).

 

Υπάρχει λοιπόν η ορμή του σκληρού ροκ και του πανκ, τα καταιγιστικά παιξίματα που συναντάς στο hard core ή στο «μέταλλο», και από ’κει και πέρα υπάρχει ακοίμητη η παραδοσιακή μουσική της Κρήτης (ο Ροδινός και ο Φουσταλιέρης), που αναδύεται μέσα απ’ αυτό το hard, noisy και σπιντάτο περιβάλλον.

 

Υπάρχουν και αργές στιγμές, φυσικά, όπως στο έσχατο, θαυμάσιο, δεκάλεπτο “Anathema”, αλλά η ορμή είναι το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της εγγραφής, που είναι ξέχειλη διονυσιασμού απ’ όποια πλευρά και να την δεις. Ορισμένες φορές απορείς, μάλιστα, μ’ αυτό που ακούς, όταν διαπιστώνεις πως τους Balothizer τους απαρτίζουν μόλις τρία άτομα, οι Pav Mav μπάσο, φωνή, Nikos Ziarkas ηλεκτρικό λαούτο, ηλεκτρονικά, φωνητικά και Steve J. Payne ντραμς, φωνητικά, με έναν guest βιολιστή (Stratos Skarakis) να ακούγεται σε δύο κομμάτια.


Φοβερά tracks τα “Aleppo” και “Peace” από την πρώτη πλευρά του δίσκου, μακριά, έως και πολύ μακριά θα λέγαμε, από το κλασικό stoner, καθώς εδώ υιοθετούνται στοιχεία ακόμη και από το μεταλλικό hard core, σε συνδυασμό με growl φωνητικά, τύπου Ψαραντώνη. Με τα “Ponente & levante” και “Foustalieris 2” να προβάλλουν ένα εκστατικό πνεύμα, σε φάση παραναλώματος. Λογικό λοιπόν μετά απ’ αυτόν ηχητικό εκτραχηλισμό, να ακολουθήσει το “Anathema”, για να κάτσουν κάπως τα... δαιμόνια, ώστε να γίνει η σούμα και να εξαχθεί το τελικό συμπέρασμα.


Εξαιρετικό άλμπουμ, τυπωμένο από την κυπριακή Louvana Records – μακριά απ’ αυτά που ξέρετε και έχετε ήδη ακούσει.


Επαφή: www.louvanarecords.com

 

 

4.

Nikos Xydakis: Sacrilege / Ιερόσυλοι, O.S.T.

[Β-Other Side Records]

 

Ο Νίκος Ξυδάκης
Ο Νίκος Ξυδάκης. Φωτο: Κώστας Μπρούμας

 

Η ταινία Sacrilege / Ιερόσυλοι είναι παραγωγής 2017, σκηνοθετημένη από την Μάρσα Μακρή και με σάουντρακ συντεθειμένο από τον Νίκο Ξυδάκη. Η ταινία προβλήθηκε στο 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (2-12 Νοεμβρίου 2017), ενώ η μουσική της βραβεύτηκε ως “best soundtrack” στο Otrando Film Fund Festival το 2018. Αυτή ακριβώς η μουσική κυκλοφορεί τώρα σ’ έναν δίσκο βινυλίου από την B-Other Side Records. Με τι έχει να κάνει η ταινία; Μεταφέρουμε το μικρό κείμενο από το filmfestival.gr:


«Έγκλειστοι στο γηρασμένο διαμέρισμά τους, ένα αλλόκοτο ζευγάρι περιτριγυρίζεται από φανταστικά και πραγματικά πρόσωπα. Μόνον ένας άγιος μπορεί να σώσει τους αμαρτωλούς... Ένας φαύλος κύκλος φόβου, πίστης, ενοχών, μοχθηρίας, παραπλάνησης και αποπλάνησης. Το μίασμα πρέπει να ξορκιστεί. Μια δίνη παράνοιας, κωμικού και γκροτέσκο. Υπάρχει ελπίδα για λύτρωση;».


Την ταινία δεν την έχουμε δει, συνεπώς πλήρης κριτική δεν μπορεί να υπάρξει –δεν μπορεί να κριθεί, δηλαδή, το δέσιμο της μουσικής με την εικόνα– μπορεί να υπάρξει όμως μια περιγραφή του σάουντρακ, έτσι όπως αυτό είναι αποτυπωμένο στο βινύλιο, και αυτό θα επιχειρήσουμε.

 

Κατ’ αρχάς να πούμε πως ο Νίκος Ξυδάκης δεν είναι «τωρινός» στο σινεμά. Θυμόμαστε ακόμη, πολύ καλά, τη μουσική του από την ταινία Μανία (1985) του Γιώργου Πανουσόπουλου, ελαφρώς τη μουσική του από την Όλγα Ρόμπαρντς (1989) του Χρήστου Βακαλόπουλου... και δεν θυμόμαστε κάτι άλλο (παρότι υπάρχουν κι άλλα). Φαίνεται, όμως, πως η συγκεκριμένη μουσική του, στην ταινία Ιερόσυλοι εννοούμε, δεν σχετίζεται με τα όποια και όσα προηγούμενα. Τι την διαφοροποιεί; Προφανώς ο ήχος της.

 

Nikos Xydakis: Sacrilege / Ιερόσυλοι, O.S.T.
Nikos Xydakis: Sacrilege / Ιερόσυλοι, O.S.T.

Το soundtrack, κατ’ αρχάς, δεν ανακαλεί τις μουσικές του Νίκου Ξυδάκη, που μας είναι γνωστές από τους δίσκους και τα τραγούδια του – είναι κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, ίσως και κάτι αλλόκοτο, μα σίγουρα, και πάντα, στενά κινηματογραφικό.


Επίσης το γεγονός πως το σάουντρακ αποτελείται από 15 tracks στην πρώτη πλευρά και από 11 στην δεύτερη, σύνολο 26, δείχνει πως εδώ δεν έχουμε κάποια θέματα, που εναλλάσσονται, με τις παραλλαγές τους, σε κάποιες σκηνές, κάποιο λάιτ μοτίφ, αλλά μια μουσική με συνεχή ροή, που προφανώς κινείται παραλλήλως με την δράση. Τώρα, πώς ακριβώς σχετίζεται με την δράση, αν την σχολιάζει, αν την επιτείνει, αν την προκαλεί, αν την ανατρέπει κ.λπ., γι’ όλα αυτά δεν μπορεί να γίνει λόγος, αφού δεν βλέπουμε, συγχρόνως, και το φιλμ (με «κολλημένη» την μουσική επάνω του).


Μένει, λοιπόν, η «σκέτη» η μουσική, που είναι σκληρά κινηματογραφική, στηριγμένη σε λίγα όργανα, και βασικά στα πλήκτρα (χειρίζονται οι Δημήτρης Μπουζάνης, Νίκος Ξυδάκης, Γιάννης Γκίκας) και ακόμη στα ηλεκτρονικά και τις κιθάρες (Μπάμπης Νίκου). Και κάπως έτσι, μόνον ατάκτως ερριμμένες σκέψεις μπορεί να καταγραφούν...


Η μουσική ανακαλεί στη μνήμη θρίλερ ή ταινία του ανεξάρτητου κυκλώματος, από κάποια ξεχασμένη ή λιγότερο ξεχασμένη χώρα (σουηδική του Roy Andersson π.χ.). Στα πιο σκοτεινά σημεία της ανακαλεί ακόμη και John Carpenter (τα δικά του σάουντρακ εννοούμε), όμως και γενικότερα το κλίμα της είναι δυστοπικό, παράξενα δυστοπικό, εκεί όπου τα σύντομα και ενίοτε minimal θέματα (ο Michael Nyman θα μπορούσε να ήταν μιαν ακόμη αναφορά, αλλά περισσότερο, ίσως, οι Hans Zimmer και Trent Reznor) επιτείνουν αυτό το κλίμα τής «κενότητας».

 

Ακόμη και τα «συμβατικά» τραγούδια που «πέφτουν» ανάμεσα, οι λίγες στροφές από το “Strangers in the night” στην εκτέλεση των Ελλήνων Sounds από τα sixties και το «Η ζωή μου όλη» του Άκη Πάνου με τον Στέλιο Καζαντζίδη, ακόμη κι αυτά ακούγονται εντελώς παγερά και ακατανόητα.

 

Βασικά, υπάρχει ένα track εδώ, το «Φινάλε», που έχει μια μεγαλύτερη διάρκεια (λίγο πάνω από τα έξι λεπτά) –εν τω μεταξύ λίγο κάτω από τα πέντε λεπτά διαρκεί και η «Εισαγωγή»– και που μπορείς να πεις ότι αποκαθιστά, με την προοδευτικά αυξανόμενη «ροκότητά» του, μια πιο σαφή επικοινωνία με τον ακροατή, χωρίς όμως να είναι αρκετό (ακόμη και αυτό) για να αλλάξει την γενικότερη εντύπωση.

 

Πως το “Sacrilege” είναι ένα παράξενο, ένα σκοτεινό, ένα ερμητικό, ένα δύσκολα προσπελάσιμο soundtrack (ασυζητητί κάτι απρόσμενο για την δισκογραφία τού Νίκου Ξυδάκη) και που εξ αιτίας αυτών ακριβώς των χαρακτηριστικών του καθίσταται και γοητευτικό συνάμα.


Ωραία και προσεγμένη έκδοση, που προσφέρει μαζί κι ένα 4σέλιδο ένθετο με κείμενα (Αντώνης Μποσκοΐτης, Αντώνης Γκούμας) και φωτογραφίες.


Επαφή: www.el.b-otherside.gr/

 

 

5.

Γιώργος Σταυρακάκης/ Σταύρος Σταυρακάκης: Άμπωτις

[MLK]

 

8 + 1 άξια άλμπουμ Ελλήνων καλλιτεχνών και συγκροτημάτων του τελευταίου καιρού
Ο Γιώργος Σταυρακάκης

 

Οι Γιώργος και Σταύρος Σταυρακάκης (πατέρας και γιος) υπογράφουν αυτό το άλμπουμ, το «Άμπωτις», με τα δέκα, ωραία, folk-rock τραγούδια. Τραγούδια, στα οποία έχει γράψει μουσικές ο Σταύρος και στίχους ο Γιώργος, οι οποίοι και τα τραγουδούν εναλλάξ (πέντε τραγούδια αποδίδει ο καθένας).

 

Υπάρχει μια συμμετρία στο άλμπουμ, που συμβολίζεται μέσω αυτών των αριθμών, αλλά προχωράει και παραμέσα, στην ουσία των ασμάτων, που είναι ουσιαστικά, αθόρυβα, αρμονικά.

 

Είναι ένα άλμπουμ εννοούμε, η «Άμπωτις», το οποίον διατρέχει συγκίνηση, σεμνό πάθος, ηρεμία, μα και δύναμη ταυτοχρόνως, που βγαίνουν σε κάθε στίχο, σε κάθε μελωδία, σε κάθε τραγούδι.


Ένας άνθρωπος νεότερος, κι ένας άνθρωπος μεγαλύτερος, μοιάζουν, εδώ, ως ένας ιδανικός συνδυασμός. Οι μουσικές του νεότερου, φισκαρισμένες από την ένταση του... παλιού-καλού rock ή και folk-rock, και από την άλλην οι στίχοι, τα λόγια, του μεγαλύτερου, που συνοψίζουν, τις εμπειρίες μιας ζωής, με μιαν αίσθηση λαϊκής (διάβαζε και κρητικής) φιλοσοφίας.

 

Γιώργος Σταυρακάκης/ Σταύρος Σταυρακάκης: Άμπωτις
Γιώργος Σταυρακάκης/ Σταύρος Σταυρακάκης: Άμπωτις

Γιατί τα λόγια, στα μέτρα τους, στις λέξεις τους, είναι επηρεασμένα από την παράδοση – αλλά είναι με δημιουργικό τρόπο επηρεασμένα, κι όχι μ’ έναν τρόπο φτηνά αισθητικό. Φαίνεται αυτό, η ειλικρίνεια και η αμεσότητα των λόγων του Γιώργου, καθώς δίνουν το έναυσμα στον Σταύρο να «ντύσει» με τον δικό του ωραίο και μελετημένο τρόπο.


Το αποτέλεσμα είναι απτό. Και βασικά απλό. Αλλά είναι αυτή η απλότητά του, που σε κεντρίζει και σε κερδίζει. Και οι φωνές βεβαίως, των Γιώργου και Σταύρου Σταυρακάκη, που με τα δικά τους (διαφορετικά) χρώματα βοηθούν, και αυτές, στην συγκρότηση του «όλου».


Τι άλλο συντελεί σ’ αυτήν την συγκρότηση και την ολοκλήρωση του «όλου»; Μα οι ενορχηστρώσεις, που κι αυτές είναι μοιρασμένες. Ο Γιώργος ενορχηστρώνει τα τραγούδια που τραγουδάει εκείνος, ενώ ο Σταύρος τα δικά του. Παρά ταύτα οι ενορχηστρώσεις διέπονται από κοινά χαρακτηριστικά, που είναι άλλοτε πιο κοντά στο folk, στην μπαλάντα, στο... ευγενές λαϊκό, χωρίς να παραλείπονται και τα ροκ ηχοχρώματα, όπου απαιτείται («Άμπωτις», «Το σύννεφο»...).


Δεν υπάρχει μέτριο ή αδιάφορο κομμάτι εδώ, σ’ ένα άλμπουμ απλό και κατανοητό, αλλά και εξαιρετικά πυκνό, χωρίς χάσματα, χωρίς άστοχες παρεμβολές και δήθεν καινοτομίες, συντονισμένο, το ξαναλέμε, σ’ ένα κυρίαρχο, σπάνιο, αλάθητο και δύσκολο αίσθημα –δύσκολο στο να το χειριστείς, χωρίς να καταφεύγεις σε υπερβολές και σε ακρότητες– το αίσθημα της (αβίαστης) συγκίνησης.


Επαφή: www.facebook.com/MusicLinksKnowledge

 

 

6.

Οδυσσέας Τζιρίτας : Gonzo Bliss

[Hard Pass Records / Sound Effect Records]

 

8 + 1 άξια άλμπουμ Ελλήνων καλλιτεχνών και συγκροτημάτων του τελευταίου καιρού
Οδυσσέας Τζιριτάς

 

Ο νεαρός Οδυσσέας Τζιρίτας (Odysseas Tziritas) είχε κάνει την έκπληξη, όσοι το θυμόσαστε, με το άλμπουμ του “Butterflies”, πρόπερσι, οπότε τώρα επανέρχεται, στα 19 του χρόνια, μ’ ένα δεύτερο CD, όχι τόσο «μαύρο» (όπως ήταν το πρώτο του) και εν πάση περιπτώσει πολύ περισσότερο ροκ, που τιτλοφορείται “Gonzo Bliss”.

 

Σ’ αυτό το CD δίπλα στον Ο. Τζιρίτα (που γράφει τα τραγούδια, τραγουδά, παίζει κιθάρες, μπάσο και πλήκτρα) στέκονται οι Matt Ierapetritis κιθάρα, φωνή, John Papanikolaou ντραμς, Sofia Assimakopoulou φωνή και Achilles Charmpilas σύνθια, εφφέ, οπότε όλοι αυτοί μαζί είναι υπεύθυνοι για τον ήχο του άλμπουμ – για τα vibes, που αυτό εκτοξεύει συνεχώς και αμετακλήτως προς τα έξω.

 

Γιατί το “Gonzo Bliss” διαθέτει πολύ ισχυρό δυναμικό, με συνθέσεις-τραγούδια, κοφτά, έντονα, ουσιωδώς ακατέργαστα, παθιασμένα, ερμηνευμένα σε κάθε διάστασή τους με σφοδρότητα και πάθος. Φυσικά, ο Ο. Τζιρίτας έχει το γενικό πρόσταγμα, όμως και η συνεισφορά των υπολοίπων δεν είναι μικρή – καθότι εδώ ακούμε, όπως και να το κάνουμε, μια μπάντα, και όχι έναν loner τραγουδοποιό.

 

Ο Οδυσσέας Τζιρίτας
Οδυσσέας Τζιρίτας : Gonzo Bliss

Αυτό που κάνει εντύπωση στο “Gonzo Bliss”, το οποίον εντυπωσίαζε και στο “Butterflies”, δεν είναι τόσο η πανσπερμία των υπαινιγμών του (θα πούμε στη συνέχεια), όσο το γεγονός πως όλοι αυτοί οι υπαινιγμοί, όλες αυτές οι αναφορές, μαζεύονται και συσπειρώνονται, προκειμένου να δημιουργηθούν πολύ καλά τραγούδια. Αυτό από το οποίον πάσχει η κοινότητα...


Το rock, που γουστάρει ο Ο. Τζιρίτας, είναι αυτό της δεκαετίας του ’90, όμως τούτο δεν λέει κάτι από μόνο του, γιατί μέσα σ’ αυτό σύμπλεγμα, που αποτελείται από grunge και funk στοιχεία, παρεισφρέουν και ουκ ολίγες άλλες ποικιλίες, ένα μεγάλο, τέλος πάντων, κομμάτι τής ευρείας pop.


Προσωπικώς ακούω ακόμη και Frank Zappa στο “Elephant man”, ακούω καθαρό gospel στο “Sharp knife”, ακούω αρχαϊκό blues στο “Explain / escape”, ακούω Beatles στο “Dude”, ακούω glam-rock και T. Rex στο “Takes one to know one”, ακούω David Bowie στο “Future pop”


Τώρα, πώς είναι δυνατόν σ’ ένα άλμπουμ, δέκα κομματιών, να υπάρχουν τόσες πολλές και αντιδιαμετρικές αναφορές και αυτό (το άλμπουμ) τελικώς να μην παραπαίει... ε αυτό, δεν είναι εύκολα εξηγήσιμο – και μία, μόνον, εξήγηση ευσταθεί σε όλες αυτές τις περιπτώσεις.

 

Ο Οδυσσέας Τζιρίτας είναι ένας ταλαντούχος μουσικός, ένας πολύ ταλαντούχος μουσικός, πού κάνει, σε τόσο νεαρή ηλικία, έναν δεύτερο δίσκο ίδιον με τον πρώτο του, όσον αφορά στον πλουραλισμό και τον έλεγχο τού υλικού του, αλλά κι ένα βήμα παραπέρα, όσον αφορά στην ουσία και το βάθος της τραγουδοποιίας του. Άρα καλύτερον. Τι άλλο να ζητήσεις από ένα παιδί 19 ετών;


(Και το λέμε τούτο δίχως να του αναγνωρίζουμε ελαφρυντικά, δίχως να είμαστε συγκαταβατικοί απέναντί του).


Επαφή: www.soundeffect-records.gr

 

 

 

7.

Βασίλης Φιλίππου: O Ήλιος της Αυκής

[Ιδιωτική Έκδοση]

 

8 + 1 άξια άλμπουμ Ελλήνων καλλιτεχνών και συγκροτημάτων του τελευταίου καιρού
Βασίλης Φιλίππου

 

Ο Βασίλης Φιλίππου είναι ένας κύπριος μουσικός (συνθέτης, τραγουδοποιός, τραγουδιστής και χειριστής κρουστών), που τώρα έχει έτοιμο το πρώτο προσωπικό CD του, το οποίον τιτλοφορείται «Ο Ήλιος της Αυκής».

 

To CD περιλαμβάνει εννέα tracks και οι βασικοί συμμετέχοντες σ’ αυτό είναι οι Βασίλης Φιλίππου φωνή, μπεντίρ, τόμπακ, ρεκ, Μιχάλης Κουλουμής βιολί, βιόλα, Γιάννης Κουτής ούτι, κιθάρες, Meir Gassenbauer νέυ και Μιχάλης Μέσσιος κοντραμπάσο, ενώ δίπλα σ’ αυτούς τούς μουσικούς, σε ορισμένα κομμάτια, ακούγονται και οι Efrén López-Sanz κοπούζ (έγχορδο, που μοιάζει με τον ταμπουρά), Ζαχαρίας Σπυριδάκης λύρες και Μαριάννα Φιλίππου αφήγηση.

 

Απ’ όλο αυτό το προσωπικό οι López-Sanz και Σπυριδάκης είναι πολύ γνωστοί, καθώς ο Ισπανός έχει συμμετοχές στους L'Ham De Foc, La Banda Del Pepo, Yeden κ.ά., συνεργαζόμενος πολλές φορές και με έλληνες μουσικούς της ethnic σκηνής, ενώ και ο λυράρης Σπυριδάκης συναντιέται σε διάφορους «παραδοσιακούς» και «έντεχνους» δίσκους.


Όπως αντιλαμβάνεστε, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα άλμπουμ της ευρύτερης ethnic μουσικής, με πολλά όμως ποιοτικά χαρακτηριστικά. Δεν πρόκειται δηλαδή για ένα «εθνικό» άκουσμα του συρμού, μα για μια πολύ καλά πλαισιωμένη τραγουδιστική-ορχηστρική πρόταση, που αφορά στις λεγόμενες «μουσικές της Ανατολικής Μεσογείου», με ιδιαίτερη όμως κατεύθυνση προς το παραδοσιακό κυπριακό μέλος.

 

Δύο βασικά χαρακτηριστικά του «ήλιου της αυκής». Πρώτον, όλες οι μουσικές είναι πρωτότυπες (δεν υπάρχουν διασκευές). Δεύτερον, πρωτότυποι είναι, επίσης, και οι στίχοι, γραμμένοι, μάλιστα, στο ελληνοκυπριακό ιδίωμα (υπάρχει κι ένα τραγούδι στην ελληνική καθομιλουμένη). Από τα εννέα, δε, κομμάτια τού CD μόλις τρία είναι τα ορχηστρικά («Αύρα Ι», «Ελιά», «Αύρα ΙΙ... Αμφιλύκη»), ενώ τα υπόλοιπα έξι είναι τραγούδια.

 

Βασίλης Φιλίππου: O Ήλιος της Αυκής
Βασίλης Φιλίππου: O Ήλιος της Αυκής

Το να αντιμετωπίσεις, από κριτικής απόψεως, ένα υλικό παραδοσιακής κατεύθυνσης, που δεν είναι όμως παραδοσιακό, αλλά επώνυμο, δηλαδή «έντεχνο» δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, επειδή, και σε κάθε περίπτωση, η σύγκριση με τα παραδοσιακά ηχογραφήματα θα είναι πάντα μη-ευνοϊκή για το επώνυμo.

 

Τούτου δοθέντος, «Ο Ήλιος της Αυκής» έχει να τα βάλει μ’ έναν σκόπελο, τον οποίον μπορεί να μην τον υπερβαίνει φυσικά... βγάζοντας φτερά, αλλά σε κάθε περίπτωση περνάει σιμά του, τον παραπλέει, δεν πέφτει πάνω του. Υπάρχει λοιπόν η γνώση, όπως και ο σεβασμός για ’κείνο που παραδόθηκε, αλλά από την άλλη υπάρχει και μιαν αδήριτη ανάγκη να εκφραστεί το «παλαιό» με όρους σημερινούς, οι οποίοι όροι, όμως, να μην αδικούν το γενικότερο περιβάλλον.

 

Δεν είναι εύκολο, αλλά ο νεαρός Φιλίππου, που πρέπει να είναι γύρω στα 30, ξέρει να πράττει το σωστό, χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές, σε αναίτιες και αβαθείς δήθεν-καινοτομίες, προκαλώντας χωρίς λόγο και με αβέβαια αποτελέσματα.

 

Όλα στον «ήλιο της αυκής» είναι κάτω από τον πλήρη έλεγχό του, το υλικό του είναι και συνθετικώς και στιχουργικώς πολύ ενδιαφέρον, η φωνή του επίσης είναι εξαιρετική (με σωστή άρθρωση, χρώμα, έκταση, τεχνική και συναίσθημα), ενώ και τα παιξίματα είναι κάτι παραπάνω από ενδιαφέροντα, αφού τόσο στα τραγούδια, όσο και στα ορχηστρικά η έννοια του γκρουπ, δεν χάνεται ποτέ, με τον παικτικό σεβασμό (και προς το γενικώς παραδιδόμενο, αλλά κι έτσι όπως διοχετεύεται αυτός από τον έναν οργανοπαίκτη προς τον άλλον) να βγαίνει πάνω από κάθε σύνθεση, από κάθε τραγούδι.


Η προσοχή που έχει δοθεί σε κάθε τι που αφορά στον ήχο τού «ήλιου της αυκής» περνάει και στα εξωτερικά στοιχεία, στο εξώφυλλο, στο ένθετο, σ’ αυτά που διαβάζεις εκεί, σε οτιδήποτε. 

 

Πολύ ποιοτική δουλειά, που λαμβάνει υψηλό βαθμό, για κάθε διάστασή της.


Επαφή: www.vassilisphilippou.com

 

 

 

8.

Hairetis Harper : Draft

[Same Difference Music]

 

8 + 1 άξια άλμπουμ Ελλήνων καλλιτεχνών και συγκροτημάτων του τελευταίου καιρού
Hairetis Harper

 

Hairetis Harper είναι η ονομασία ενός ντουέτου το οποίο αποτελούν ο Γιάγκος Χαιρέτης κρητικό λαούτο, εφφέ, φωνή και η Μαρία Χριστίνα Harper ηλεκτρο-ακουστική άρπα, bow, εφφέ. Δεν έχουν κοινή έδρα, καθώς ο Χαιρέτης είναι από την Κρήτη, ενώ η Harper ζει στο Λονδίνο, παρά ταύτα συναντήθηκαν το 2017, όταν η Harper θα ηχογραφούσε, στην Κρήτη, με τον Ψαραντώνη.

 

Σ’ εκείνη τη συνάντηση (όπως διαβάζουμε στο culturenow.gr) Χαιρέτης και Harper αποφάσισαν να «βάλουν μπροστά» μια συνεργασία, που, εκείνη την εποχή, ίσως να μην έδειχνε πού ακριβώς θα καταλήξει. Πάντως, τώρα, δυόμισι χρόνια αργότερα, έχουμε ένα άλμπουμ από τους δύο μουσικούς, που αποκαλείται “Draft”, ένα εκ πρώτης παράξενο άλμπουμ, αφού τα δύο βασικά όργανα, το κρητικό λαούτο και η άρπα, δεν μπορεί παρά να προξενούν κάποιες αρχικές (και μόνον αρχικές) απορίες, όσον αφορά στην αισθητική συνύπαρξή τους.

 

Ακούγοντας λοιπόν τις πρώτες νότες από το “Draft” νοιώθεις αμέσως πως το ηχόχρωμα που φθάνει στ’ αυτιά σου δεν είναι «ξένο», μα οικείο. Όχι σε σχέση με την ελληνική παραδοσιακή μουσική, την κρητική ή όποιαν άλλη, αλλά σε σχέση με κάποια διεθνή projects, από την εποχή του ethnic.

 

Hairetis Harper : Draft
Hairetis Harper : Draft

Θυμάσαι για παράδειγμα, και όχι χωρίς λόγο, άλμπουμ σαν το “Kulanjan” [Hannibal, 1999] των Taj Mahal (κιθάρα) και Toumani Diabate (κόρα) ή το “Ocean Blues” [Celluloid, 2000] των Djeli Moussa Diawara (kora) και Bob Brozman (κιθάρα). Και στις δύο εκείνες περιπτώσεις μια αφρικάνικη άρπα συνηχούσε με μια κιθάρα, οπότε, σαν ηχόχρωμα, αυτό που ακούμε από τους Χαιρέτη-Harper δεν είναι κάτι, που σαν «ιδέα» δεν έχει ξανασυμβεί. Πέραν αυτών...


Το υλικό που παρουσιάζουν εδώ οι δύο οργανοπαίκτες (τρία tracks στην πρώτη πλευρά του δίσκου και τέσσερα στην δεύτερη) είναι πρωτότυπο, συντεθειμένο από τους ίδιους και βασικά ορχηστρικό (φωνή ακούγεται μόνο στο “Bells” και στο “Tsakoniko”), με διάρκειες μεσαίες και πιο μεγάλες (από 3:57 έως 9:58).

 

Τούτο σημαίνει πως υπάρχουν περιθώρια και για αυτοσχεδιασμούς, και για πειραματισμούς με τους ήχους (μέσω εφφέ & bow), και για τον σχηματισμό ενός ηχητικού πλέγματος, που να μην αγνοεί την παράδοση φυσικά, ή μάλλον τις παραδόσεις (καθότι έως και blues ακούμε στο “Lost in the city”), μα ταυτοχρόνως να τις μετασχηματίζει κιόλας σε κάτι διαφορετικό (όπως συμβαίνει στο πιο… psych-rock track του άλμπουμ, το “Lute interlude”, που ανακαλεί τον περίφημο Sandy Bull από τα sixties) ή σε κάτι ιδιοτρόπως ελληνικό (“Speedy”), στο έσχατο και πλέον... cretan oriented κομμάτι τού άλμπουμ.


Πολύ καλό άλμπουμ, διαφορετικό, ανεπιτήδευτο, με ουσία, με πρόταση και πάνω απ’ όλα με υψηλό γούστο, από τους Hairetis Harper, που χρωστά και στο τεχνικό team, τον Coti K. και τον Νίκο Ασημάκη.


Επαφή: www.hairetis-harper.bandcamp.com/album/draft

 

Και κάτι από το παρελθόν...

 

 

9.

Poupeta Lappa / Spyros Peristeris: Music for Short Films 1983-1992

[Intersonik Recordings]

 

8 + 1 άξια άλμπουμ Ελλήνων καλλιτεχνών και συγκροτημάτων του τελευταίου καιρού
Η Πουπέτα Λάππα

 

Μία δεύτερη κυκλοφορία αρχείου (τυπωμένη σε δίσκο βινυλίου), μετά το “Electromagnetic Landscapes / Unreleased Recordings / 1983-2016” του Δημήτρη Καμαρωτού, έχουμε από την ετικέτα Intersonik Recordings. Πρόκειται για το LP “Music for Short Films 1983-1992”, το οποίον υπογράφουν η Πουπέτα Λάππα και ο Σπύρος Περιστέρης.

 

Και οι δύο αυτοί μουσικοί μάς είναι γνωστοί από την δεκαετία του ’80 και βασικά από την ελληνική «ανεξάρτητη ροκ σκηνή», καθώς η Λάππα είχε περάσει από τους Clown (ένα από τα καλύτερα new-wave γκρουπ της εποχής), ενώ ο Περιστέρης, και μαζί του η Λάππα, ήταν οι άνθρωποι πίσω από την Enigma Records, που είχε δώσει τότε τα άλμπουμ των Ex Humans, Αδιέξοδο, Μάκη Πρέκα κ.ά. Τώρα, 30 και πλέον χρόνια αργότερα, οι δύο αυτοί μουσικοί καταγράφονται σε τούτο το από κοινού long play, που περιέχει βασικά soundtracks. Μουσικές τους, για ταινίες μικρού μήκους. Πιο συγκεκριμένα..

 

Το LP ανοίγει με ένα 8λεπτο θέμα – το μοναδικό, εξάλλου, από την ταινία τού Βαγγέλη Κοτρώνη Flash (1984). Η ταινία υπάρχει στο YouTube, για όποιον θέλει να την δει, κι έχει να κάνει με τις ασύμβατες περιπλανήσεις ενός άντρα και μιας γυναίκας, στην πόλη, με τον άντρα να «χάνεται» και με την γυναίκα να αφήνεται, γυμνή, στη λιακάδα και την θάλασσα (στο τέλος). Η μουσική έχει ενδιαφέροντα στοιχεία, electro να τα πούμε χοντρικά (καθώς τα σύνθια της Korg και της Roland πρωταγωνιστούν), εμφανίζοντας επιδράσεις από… John Carpenter μέχρι και jazz (παίζει ο σαξοφωνίστας των Moist Device και των Libido Blume Τάσος Κατσάρης).


Τα επόμενα τρία tracks αφορούν στην επόμενη ταινία του Κοτρώνη, την Βερνταλάκ (1985), που είχε διάρκεια περί τα 22 λεπτά (κι αυτή υπάρχει στο YouTube). Η ταινία έχει να κάνει ξανά με μια περιπλάνηση, σ’ ένα, όμως, μετα-αποκαλυπτικό τοπίο, στο οποίο εμπλέκονται υπαρξιακά ζητήματα, ανακατεμένα με ερωτικές φαντασιώσεις. Τα τρία θέματα (τεσσάρων, δύο και τριών λεπτών) της Πουπέτας Λάππα και του Σπύρου Περιστέρη είναι επίσης αρκετά καλά, επιχειρώντας να περιγράψουν τις σκηνοθετικές ανάγκες τόσο με μελωδικό, όσο και με πιο πειραματικό τρόπο, εκμεταλλευόμενοι (οι συνθέτες) τις τότε δυνατότητες στην παραγωγή μουσικής από συνθεσάιζερ και με αναφορές πολλές και ποικίλες –ο ήχος εκκλησιαστικού οργάνου φερ’ ειπείν, στο “Verdalak II”, δεν μπορεί παρά να παραπέμπει σε (ιταλικό) giallo–, με το τρίτο μέρος να στέκεται πάνω απ’ αυτά που βλέπουμε στο φιλμ. Θέλουμε να πούμε πως οι ταινίες τού αείμνηστου Κοτρώνη μπορεί να ιδωθούν σήμερα μόνον ως πρωτόλεια καπρίτσια της εποχής, ενώ οι μουσικές διατηρούν ασυζητητί απείρως πιο ενδιαφέροντα στοιχεία (για τον σημερινό ακροατή).

 

Poupeta Lappa / Spyros Peristeris: Music for Short Films 1983-1992
Poupeta Lappa / Spyros Peristeris: Music for Short Films 1983-1992

Η πρώτη πλευρά τού LP θα ολοκληρωθεί με δύο θέματα από το soundtrack της ταινίας της Στέλλας Θεοδωράκη Plumeria Rubra (1988). Η ταινία δεν υπάρχει στο YouTube, αλλά από το site shortfilm.gr μαθαίνουμε λίγα λόγια γι’ αυτήν: «Αντιμετώπιση της φθοράς μέσα από τη φωτογράφιση, σε δύο παράλληλες ιστορίες. Η μία στη δεκαετία του ’30 και η άλλη σύγχρονη. Συνδέονται και οι δύο με την τάση για μακρινά ταξίδια. Σημείο εκκίνησης το ταξίδι της σύγχρονης γυναίκας και τα όνειρα της την παραμονή της αναχώρησης της». Η μουσική των Λάππα-Περιστέρη διαθέτει περισσότερο σκληρά ambient χαρακτηριστικά, είναι ασυζητητί υποβλητική και υπαινικτική, συμβάλλοντας και αυτή από την μεριά της στην ενότητα του άλμπουμ. Κάτι πολύ βασικό, για ένα LP, που περιέχει μουσικές για διαφορετικές ταινίες, που γυρίστηκαν μέσα σε δέκα χρόνια.


Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με τρία θέματα (ενός, δύο και επτά λεπτών) από το soundtrack τής (μικρού μήκους) ταινίας τού Πέτρου Σεβαστίκογλου Asfael (1987). «Βρισκόμαστε σε ένα θέατρο στο μακρινό μέλλον. Ένα πλήθος ετερόκλητο –γέροι, νέοι, καλλιτέχνες, παλαιστές, κλόουν κ.λπ.– ζει μέσα στα παρασκήνια και στα καμαρίνια του καμπαρέ. Μια νέα κοπέλα ετοιμάζεται να βγει στη σκηνή» (από το shortfilm.gr). Εδώ ανακατεύονται πάντα σύνθια (και κιθάρες) με field recordings, φωνές από ανάποδες ταινίες, συν ακουστικά εφφέ, προκειμένου να περιγραφεί ένα κάπως αλλόκοτο ηχητικό σκηνικό, που έχει να κάνει, μάλλον, με μια παράξενη ιστορία. Επί του προκειμένου φαίνεται να είναι προφανής η ταύτιση της μουσικής με την εικόνα (έτσι φρονούμε), κάτι που δεν την κάνει (την μουσική) λιγότερο ενδιαφέρουσα. Απεναντίας. Οι συνθέσεις των Λάππα-Περιστέρη και από το Asfael διαθέτουν μια φουτουριστική πινελιά, δημιουργώντας στον ακροατή ένα υποδόριο άγχος, ένα «σφίξιμο», μιαν «εσωτερική» ηλεκτρική εκκένωση, που μεταφράζεται, με όρους soundtrack, σε κάτι που «παρακολουθείται» με περίσσια... αγωνίας.

 

Το 5λεπτο “Listen” που ακολουθεί αποτελεί μιαν άλλη version του “Asfael III” και σαν τραγούδι με κανονική φωνή πια (και όχι με «ανάποδη») είναι και αυτό πλήρως ενσωματωμένο στον ήχο της εποχής, αλλά όχι απαραίτητα και σ’ εκείνον του δίσκου. Εννοούμε πως ακούγεται σαν κάτι αρκετά οριοθετημένο, έξω από την λογική του soundtrack και ίσως γι’ αυτό θα έπρεπε να απουσιάζει (ίσως λέμε).


Θα ακολουθήσουν τέσσερα θέματα (δύο, ενός, τριών και ενός λεπτού) από το soundtrack της ταινίας (ντοκιμαντέρ) του Πέτρου Σεβαστίκογλου ξανά Ιστορίες μιας Μέρας και Άλλες (1990). «Μια περιπλάνηση μέσα στους ήχους, στη μουσική, στις εικόνες της καθημερινής ζωής μιας μεγαλούπολης: στο Παρίσι» (από το shortfilm.gr). Εδώ η ατμόσφαιρα αλλάζει, χωρίς όμως να δημιουργείται κάποιο χάσμα σε σχέση με τα προηγούμενα κομμάτια. Καθαρή synth music, σαν εκείνη που παρήγαγε στα 80s η γερμανική Sky Records (Cluster & Eno, Nick Tyndall κ.λπ.), διανθισμένη με λεπτές world αναφορές.


Το άλμπουμ της Πουπέτας Λάππα και του Σπύρου Περιστέρη “Music for Short Films 1983-1992” θα ολοκληρωθεί με το “Thalassa”, ηχογραφημένο το 1992 (διαβάζουμε πως αφορούσε επίσης σε κάποιο μικρού μήκους φιλμ, το οποίον ποτέ δεν γυρίστηκε). Η μικρή διάρκειά του (ενάμισι λεπτό) δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αξιολόγηση – αν και η...γραμμικότητα με την ελαφρότητα είναι δύο χαρακτηριστικά του.


Γενικώς θα γράφαμε για ένα πολύ καλό άλμπουμ, με ιδιαίτερη συνεκτικότητα, με πολλές πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές και με ελάχιστες κάπως λιγότερο.


Επαφή: www.intersonikrecordings.bandcamp.com/album/music-for-short-films-1983-1992