Τον μήνα που διανύουμε συμπληρώνεται μια δεκαετία ακριβώς από την επίσημη προβολή του τελευταίου επεισοδίου μιας σειράς που στον καιρό της επιζούσε ένδοξα αλλά σχεδόν μυστικά ως καλτ φαινόμενο με την υποστήριξη ενός περιορισμένου αλλά εκλεκτικού κοινού φανατικών θαυμαστών (που απλωνόταν από τα μητροπολιτικά γκέτο ως τις πιο ψαγμένες παρυφές της ακαδημαϊκής κοινότητας) και την υπομονή του καναλιού HBO που τη φιλοξενούσε, για να εξελιχθεί εκ των υστέρων σε τοτέμ μιας ιδανικής ψυχαγωγίας με σημαντικό κοινωνικό μήνυμα και να αναδειχθεί από πολλούς ειδικούς ως η καλύτερη τηλεοπτική σειρά όλων των εποχών.

 

Το τελευταίο σηκώνει μεγάλη κουβέντα –προσωπικά, αν έπρεπε σώνει και καλά, θα τοποθετούσα στο ταβάνι τους Sopranos ως πιο αμιγές αλλά και πιο πολυσύνθετο προϊόν υψηλής αφηγηματικής τέχνης, απαλλαγμένο επίσης από έναν ευγενή έστω διδακτισμό που καμιά φορά λειτουργούσε ως βαρίδι στο Wire–, οπωσδήποτε πάντως πρόκειται για την καλύτερη «αστυνομική» σειρά του σύμπαντος αλλά και για κάτι τόσο ξεχωριστό, αγέρωχο και ανεξάρτητο που καμιά άλλη σειρά δεν έχει τολμήσει να μιμηθεί παρά τις τρέχουσες δυσμενέστατες –πλην όμως «ευνοϊκές» για τέτοιου είδους διερευνητικά αφηγήματα– κοινωνικοπολιτικές συνθήκες στις ΗΠΑ αλλά και παντού.

 

Ήταν προφανές από όλες τις μαρτυρίες ότι εκτός από μια εξέχουσα αστυνομική σειρά με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, τολμηρό ρεαλισμό αλλά και καυστικό χιούμορ, επρόκειτο και για συναρπαστική μυθοπλασία πλαισιωμένη με στοιχεία πολιτικής επιστήμης και κοινωνικής ανθρωπολογίας.


Μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου να το ανακαλύπτει ύστερα από υπερθετικές και επείγουσες αναφορές στα πιο έγκυρα αμερικανικά μέσα και ήδη ήταν φανερός ένας είδος ιδεολογικού φανατισμού και μια διάθεση προσηλυτισμού («βλέπετε και διαδίδετε το Wire») με την οποία αντιμετώπιζαν τη σειρά οι θεατές / οπαδοί της.

 

Θυμάμαι κι ένα χιουμοριστικό διήγημα που είχε δημοσιευτεί σε σατιρικό μέσο, όπου ένας «στρατευμένος» μεταπτυχιακός φοιτητής υποχρεώνει δια της βίας (τους δένει στις πολυθρόνες βασικά) την κοπέλα του και τους γονείς του να το παρακολουθήσουν μπας και ξεστραβωθούν σχετικά με τη διαβρωτική υφή των συστημικών δομών εξουσίας, με τη χρόνια δυσλειτουργία των θεσμών, με την παραλυτική γραφειοκρατία, με τη δαιδαλώδη διαπλοκή, με την ολοκληρωτική επίθεση εναντίον των κατώτερων στρωμάτων στην εποχή του ύστερου/υστερικού καπιταλισμού.

 

«The Wire», 10 χρόνια μετά: Ποτέ δεν είναι αργά για να το ξεκινήσεις
O Ίντρις Έλμπα στο ρόλο του Στρίνγκερ Μπελ, 2002.

 

Ήταν προφανές από όλες τις μαρτυρίες ότι εκτός από μια εξέχουσα αστυνομική σειρά με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, τολμηρό ρεαλισμό αλλά και καυστικό χιούμορ, επρόκειτο και για συναρπαστική μυθοπλασία πλαισιωμένη με στοιχεία πολιτικής επιστήμης και κοινωνικής ανθρωπολογίας.

 

Η πόλη της Βαλτιμόρης ως περιπτωσιολογική μελέτη μιας βαθιάς συστημικής κρίσης που αφήνει στο διάβα της ορδές απόκληρων και μια έντονη αίσθηση αδικίας και ανισότητας.

 

Ήρθε λοιπόν η στιγμή που έφτασε στα χέρια μας το DVD του πρώτου κύκλου της σειράς που θα ξεκινούσε την παθιασμένη και εθιστική σχέση με τη σειρά και τους αξέχαστους χαρακτήρες της: τον Μακ Νάλτι, τον Μπανκ, τον Στρίνγκερ Μπελ, τον «Μπαμπλς», τον «Μπόντι», τον Όμαρ και όλους τους άλλους και τις, πολύ λιγότερες ομολογουμένως, άλλες.

 

Ήταν 2004, λίγο πριν ξεκινήσει ο τρίτος κύκλος, όταν παρακολούθησα τον πιλότο της σειράς και η αλήθεια είναι ότι μετά από τόσο αποθεωτικές κριτικές, το πρώτο επεισόδιο φάνηκε κάπως... λίγο, κάτι σαν Law & Order με λιγότερα κλισέ, βαθύτερους χαρακτήρες και διεισδυτικότερη ματιά.

 

Γρήγορα όμως αποκαλύφθηκε το εύρος των φιλοδοξιών των δημιουργών της σειράς Ντέιβιντ Σάιμον (πρώην δημοσιογράφου της Baltimore Sun) και Εντ Μπερνς (πρώην αστυνομικού στο τμήμα ανθρωποκτονιών της Βαλτιμόρης) με τη συμπαράσταση των κορυφαίων Αμερικανών συγγραφέων σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας όπως ο Τζορτζ Πελακάνος, ο Ρίτσαρντ Πράις και ο Ντένις Λεχέιν, που υπέγραφαν το σενάριο των περισσότερων επεισοδίων.

 

«The Wire», 10 χρόνια μετά: Ποτέ δεν είναι αργά για να το ξεκινήσεις
Ο πρώτος κύκλος της σειράς ήταν για την απαξίωση της μειοψηφίας των μπάτσων που επιζητούσαν την ουσία της δουλειάς τους και για τους πιτσιρικάδες με τα ναρκωτικά στις γωνίες.

 

Εκτός από το Wire, εκείνη την εποχή προβάλλονταν επίσης κάποιες αριστουργηματικές ωριαίες δραματικές σειρές που όμοιες τους δεν ξανάδαμε ποτέ, όπως το Six Feet Under (2001 – 2005), οι Sopranos (1999 – 2007) και το αδίκως πιο βραχύβιο Deadwood (2004 – 2006), όλα παραγωγής HBO.


Το Wire όμως ήταν κάτι άλλο. Σε έβαζε βαθιά στον σύμπαν με το οποίο καταπιανόταν και τους μηχανισμούς του, αλλά και τις διάφορες αλυσίδες ιεραρχίας, είτε επρόκειτο για τις διωκτικές και δικαστικές αρχές είτε για τις συμμορίες και τις εγκληματικές οργανώσεις οι οποίες έχουν τη δική τους αντίστοιχη ιεραρχική δομή – διοικητές, λοχαγοί, στρατιώτες κ.λπ.

 

Όποιος παρακάμπτει την ιεραρχία περιφρονώντας τα «αφεντικά», είτε εξαιτίας κάποιας κρίσης ιδεαλισμού είτε για λόγους προσωπικού συμφέροντος, το κάνει έχοντας επίγνωση του ρίσκου αλλά και του «νόμου της περιττωματικής βαρύτητας», όπως έλεγε χαρακτηριστικά στη σειρά ένας υπαστυνόμος: τουτέστιν, το σκατό κυλά πάντα προς τα κάτω.

 

Και όποιος το ξεχνά είναι υπόλογος ύβρεως και μοιραία γνωρίζει την πτώση που μοιάζει να συντελείται εξαιτίας της διάβρωσής του και της αδυναμίας του να κατανοήσει ότι (σύμφωνα με τον Μαρξ) «η ηθική της πολιτικής οικονομίας είναι σαφώς διαχωρισμένη από την πολιτική οικονομία της ηθικής».

 

«The Wire», 10 χρόνια μετά: Ποτέ δεν είναι αργά για να το ξεκινήσεις
Δέκα χρόνια έχουν περάσει. Απίστευτο μοιάζει. Και πιο απίστευτο ακόμα μοιάζει ίσως το γεγονός ότι κανείς δεν έχει επιχειρήσει να κάνει κάτι αντίστοιχο σήμερα.


Κάθε κύκλος της σειράς εστιάζει σε ένα διαφορετικό πλαίσιο εισάγοντας καινούργιους χαρακτήρες ενώ κάποιοι παλιότεροι έβγαιναν από τη μέση με μοιραίους και βίαιους τρόπους.

 

Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Σάιμον (μετέπειτα δημιουργό κι άλλων σειρών υψηλού πρεστίζ και «ερευνητικής» αντίληψης όπως το Treme και το περσινό The Deuce), «ο πρώτος κύκλος της σειράς ήταν για την απαξίωση της μειοψηφίας των μπάτσων που επιζητούσαν την ουσία της δουλειάς τους και για τους πιτσιρικάδες με τα ναρκωτικά στις γωνίες, ο δεύτερος για την απαξίωση των συνδικάτων των ναυτεργατών στο λιμάνι, ο τρίτος για την απαξίωση όσων θέλουν να κάνουν ριζικές, ουσιαστικές αλλαγές στην τοπική αυτοδιοίκηση, ο τέταρτος για τα παιδιά που "εκπαιδεύονται" σε μια οικονομία που πλέον δεν τα έχει ανάγκη κι ο πέμπτος είναι για τους ανθρώπους οι οποίοι υποτίθεται ότι παρακολουθούν αυτή την εξέλιξη και σημαίνουν τον κώδωνα κινδύνου – τους δημοσιογράφους. Ή, για να το θέσουμε αλλιώς: τι έκαναν οι δημοσιογράφοι όταν η Ρώμη καιγόταν;...»


Δέκα χρόνια έχουν περάσει. Απίστευτο μοιάζει. Και πιο απίστευτο ακόμα μοιάζει ίσως το γεγονός ότι κανείς δεν έχει επιχειρήσει να κάνει κάτι αντίστοιχο σήμερα λαμβάνοντας υπόψη τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας από τότε που οι μπάτσοι και οι συμμορίες στη σειρά χρησιμοποιούσαν συστήματα παρακολούθησης και διαφυγής που πλέον μοιάζουν πρωτόγονα και vintage.

 

Ποτέ δεν είναι αργά όμως. Και σίγουρα δεν είναι ποτέ αργά για να δεις το The Wire. Ποτέ δεν είναι αργά για να γίνεις σωστός άνθρωπος και υπεύθυνος πολίτης απολαμβάνοντας και αφομοιώνοντας το πνεύμα και τον ιδεαλισμό μιας υποδειγματικής τηλεοπτικής σειράς υψηλών προδιαγραφών, ιδιοφυούς σεναρίου, εξαιρετικού καστ, πολυσύνθετων χαρακτήρων και συναρπαστικής δράσης.