Ξένοι, διαφορετικοί, ανώμαλοι. 
Λόγος εναντίον του μίσους

Χρειάζεται θάρρος να μιλήσεις εν ονόματι ανθρώπων στους οποίους έχει αφαιρεθεί το δικαίωμα του ανήκειν σε μια κοινωνία. Ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Carolin Emcke «Εναντίον του μίσους», που μόλις μεταφράστηκε στα ελληνικά.

 

Ξένοι, διαφορετικοί, ανώμαλοι... Ένας λόγος εναντίον του μίσους
Η Καρολίν Έμκε γεννήθηκε το 1967 στο Mulheim της Γερμανίας. Σπούδασε φιλοσοφία, πολιτικές επιστήμες και ιστορία στη Φρανκφούρτη (με τον Γιούργκεν Χάμπερμας), στο Λονδίνο και στο Χάρβαρντ. Υποστήριξε τη διδακτορική της διατριβή στη φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης (υπό την εποπτεία του Άξελ Χόνετ). Εργάστηκε ως διεθνής ρεπόρτερ και πολεμική ανταποκρίτρια του Der Spiegel, με αποστολές στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Κόσοβο και το Ιράκ (1998-2006), και της DieZeit. με αποστολές στο Ισραήλ, τη Δυτική Όχθη, το Πακιστάν, την Αίγυπτο, το Ιράκ, την Αϊτή και τις ΗΠΑ (2007-2014). Από το 2014 είναι άρθρογράφος στις εφημερίδες SuddeutscheZeitung και El Pais. Το Εναντίον του μίσους βραβεύθηκε με την κορυφαία τιμητική διάκριση στη Γερμανία, το Βραβείο Ειρήνης των Γερμανών Βιβλιοπωλών.

 

 

ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ με τίτλο Le gouvernement de soi et des autres από το 1983 ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ, βασιζόμενος στην ελληνική έννοια της παρρησίας, αναπτύσσει την ιδέα της ελευθερίας του λόγου. Η λέξη παρρησία στην αρχική της μορφή σημαίνει κυρίως αυτό. Αλλά για τον Φουκώ περιγράφει εκείνη την ελευθερία του λόγου που κριτικάρειακλόνητες θέσεις. Τον Φουκώ δεντον ενδιαφέρει μόνο το Περιεχόμενο των λόγων, το γεγονός δηλαδή πως κάποιος λέει την αλήθεια, αλλά ειδικά σε ό,τι αφορά την παρρησία, ο τρόπος με τον οποίο λέγεται. Η ελευθερία του λόγου κατά Φουκώ προϋποθέτει συγκεκριμένα πράγματα. Δεν αρκεί να λες απλώς την αλήθεια, η παρρησία απαιτεί να την εννοείς πραγματικά. Δεν πρέπει να λες μόνο κάτι αληθινό αλλά να πιστεύεις πως είναι όντως αλήθεια. Δεν μπορείς να δείχνεις παρρησία έχοντας πρόθεση να παραπλανήσεις. Τα λόγια σου πρέπει να είναι αληθινά και να εκφέρονται με άδολο τρόπο. Ως εκ τούτου, διαφέρουν από τις παραπλανητικές ομολογίες εθνικιστικών κινημάτων καιλαϊκιστικών κομμάτων της δεξιάς που ακούμε τελευταία. Υποστηρίζουν πως δεν έχουν τίποτα εναντίον των μουσουλμάνων, πως δεν θέλουν να καταργήσουν το άσυλο, πως αποκηρύσσουν το μίσος και τη βία. Τελειώνουν, όμως, τις φράσεις τους πάντοτε μ’ ένα μεγάλο αλλά... Αυτό δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με την ελευθερία του λόγου που απαιτεί, εκτός των άλλων, ισορροπία δυνάμεων. Αυτός (ή αυτή) που λέει την αλήθεια είναι κάποιος (ή κάποια) που «παίρνει τον λόγο και λέει την αλήθεια στους τυράννους», υποστηρίζει ο Φουκώ. Την αλήθεια τη λέει κάποιος που υπολείπεται σε δύναμη και κύρος, προχωρώντας έτσι σε μια πράξη με την οποία ο σμιλών ή η ομιλούσα ρισκάρει. Εμείς, βεβαίως, δεν έχουμε τυράννους αλλά σε κάθε περίπτωση χρειαζόμαστε ανθρώπους που λένε την αλήθεια. Η φράση του Έρικ Γκάρνερ It stops today -«αυτό τελειώνει σήμερα»- δείχνει με χαρακτηριστικό τρόπο πώς θα ηχούσε η αλήθεια στο παρόν. Χρειάζεται θάρρος να μιλήσεις εν ονόματί σου και εν ονόματι ανθρώπων στους οποίους έχει αφαιρεθεί το δικαίωμα του ανήκειν σε μια κοινωνία. Η παρρησία, αναγκαία στο πεδίο της δημόσιας σφαίρας, στρέφεται εναντίον κραταιών κέντρων και όσων αυτά εκφράζουν ρητά και υπόρρητα, εναντίον των δικτύων της βίας που εξευτελίζουν και μειώνουν μετανάστες και μετανάστριες, εναντίον μιας δικτατορίας του βλέμματος που αδιαφορεί για τους μαύρους ωσάν να είναι άνθρωποι χωρίς σάρκα και αίμα, εναντίον μιας συνεχούς στόχευσης των μουσουλμάνων, εναντίον πρακτικών και συνηθειών που στρέφονται ενάντια στις γυναίκες υποτιμώντας τες, εναντίον νόμων που απαγορεύουν σε γκέι και λεσβίες, αμφιφυλόφιλους και τρανς να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια όπως όλοι οι υπόλοιποι. Στρέφεται εναντίον όλων εκείνων των πρακτικών του αποκλεισμού και της υποτίμησης μέσω των οποίων απομονώνονται και στιγματίζονται Εβραίοι και Εβραίες. Ο αληθινός λόγος του παρόντος στρέφεται εναντίον εκείνων των αντιλήψεων και εκείνου του βλέμματος που εξαφανίζουν όσους είναι αναγκασμένοι να ζουν υπό κοινωνικά επισφαλείς συνθήκες, όσους αποκλείονται όχι λόγω των θρησκευτικών ή πολιτιστικών τους καταβολών αλλά πολύ απλά επειδή είναι φτωχοί ή άνεργοι. Οι άνθρωποι αυτοί περιφρονούνται από μια κοινωνία που αυτοπροσδιορίζεται μέσω της εργασίας παρότι όλοι γνωρίζουν ότι η μαζική ανεργία παραμένει δομικό της χαρακτηριστικό. Ο αληθινός λόγος θα πρέπει να αρθρωθεί εν ονόματί τους, ώστε να γίνουν πάλι ορατοί και να σπάσει το ταμπού των κοινωνικών τάξεων. Δεν θα στιγματίζονται πλέον συγκεκριμένοι άνθρωποι ως πολιτικά ή κοινωνικά «περιττοί». Η κατηγορία των κοινωνικών τάξεων απλώς θα αγνοηθεί ωσάν να μην υπήρξε ποτέ. Ενώ πολλοί σταμπάρονται και αποκλείονται ως «διαφορετικοί», οι φτωχοί και άνεργοι αντιμετωπίζονται με αδιαφορία. Όταν δενλαμβάνονται υπ' όψιν οι κοινωνικές ανισότητες, οι άνθρωποι που ζουν σε επισφαλείς και φτωχικές συνθήκες θεωρούν την περίπτωσή τους μεμονωμένη και επιρρίπτουν τις ευθύνες γι' αυτή στον ίδιο τους τον εαυτό. 

 

Ξένοι, διαφορετικοί, ανώμαλοι... Ένας λόγος εναντίον του μίσους
Η Carolin Emcke στο Αφγανιστάν.

 

«ξένος», «διαφορετικός», «τεμπέλης», «ζωώδης», «διεφθαρμένος», «σκοτεινός», «αμφιβόλου ακεραιότητος», «ανοικοκύρευτος», «κάλπικος», «άγριος», «άρρωστος», «ανώμαλος», «πεινασμένος σεξουαλικά», «ψυχρός», «άπιστος», «άθεος», «άτιμος», «αμαρτωλός», «φορέας μικροβίων», «εκφυλισμένος», «ακοινώνητος», «μη πατριώτης», «θηλυπρεπής άνδρας», «αρρενωπή γυναίκα», «αντικρατιστής», «ύποπτος τρομοκρατίας», «εγκληματίας», «κακοήθης», «βρώμικος», «τσαπατσούλης», «αδύναμος», «αδρανής», «πρόθυμος για σεξ», «ικανός για αποπλάνηση», «χειριστικός», «άπληστος» κτλ.

 

[...]

 

Ο ορισμός της παρρησίας κατά Φουκώ δίνει μια εικόνα του πώς θα έπρεπε να εκφράζεται η αντίσταση στο μίσος και τον φανατισμό: απ’ όσους έχει αφαιρεθεί το δικαίωμα της γνώμης, όσων το δέρμα, το σώμα και το φύλο δεν τυγχάνουν σεβασμού, όσοι δεν αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι αλλά ως «ακοινώνητοι», «μη παραγωγικοί», «ανάξιοι», «ανώμαλοι», «άρρωστοι», εθνικά και θρησκευτικά «μη καθαροί» ή «αφύσικοι» και τους αρνούνται την ανθρώπινη υπόσταση , οφείλουμε να τους ενσωματώσουμε εκ νέου σ’ ένα παγκόσμιο Εγώ.

 

Αυτό προϋποθέτει να τερματιστούν όλες εκείνες οι συσχετίσεις, όλες οι εννοιολογικές και συμβολικές διαστρεβλώσεις, όλοι οι στιγματισμοί ανθρώπων τις τελευταίες δεκαετίες. Προϋποθέτει την εξαφάνιση όλων εκείνων των αντιλήψεων, όλων των τρόπων με τους οποίους μεμονωμένοι άνθρωποι και ολόκληρες κολεκτίβες υποτιμιόνται συστηματικά. «Οι κοινωνικές συγκρούσεις χορογραφούνται στη βάση αφηγηματικών δομών», γράφει ο 'Αλμπρεχτ Κοσόρκε, κι ως εκ τούτου θα πρέπει να αποτρέψουμε μια τέτοια εξέλιξη με τον λόγο και τις πράξεις μας. Οι διαδρομές της βίας, όπως τις περιέγραψα στο πρώτο μέρος αυτού του βιβλίου, χαράσσονται μέσω αφηγημάτων τα οποία ερμηνεύουν την πραγματικότητα με πολύ κοντόφθαλμο τρόπο. Κάπως έτσι αποδίδονται σε μεμονωμένα πρόσωπα ή σε ολόκληρες κοινότητες μόνο μειωτικοί χαρακτηρισμοί, όπως «ξένος», «διαφορετικός», «τεμπέλης», «ζωώδης», «διεφθαρμένος», «σκοτεινός», «αμφιβόλου ακεραιότητος», «ανοικοκύρευτος», «κάλπικος», «άγριος», «άρρωστος», «ανώμαλος», «πεινασμένος σεξουαλικά», «ψυχρός», «άπιστος», «άθεος», «άτιμος», «αμαρτωλός», «φορέας μικροβίων», «εκφυλισμένος», «ακοινώνητος», «μη πατριώτης», «θηλυπρεπής άνδρας», «αρρενωπή γυναίκα», «αντικρατιστής», «ύποπτος τρομοκρατίας», «εγκληματίας», «κακοήθης», «βρώμικος», «τσαπατσούλης», «αδύναμος», «αδρανής», «πρόθυμος για σεξ», «ικανός για αποπλάνηση», «χειριστικός», «άπληστος» κτλ.

 

Κατ’ αυτόν τον τρόπο πυκνώνουν οι συνειρμικές ακολουθίες και αναπόφευκτα γίνονται βεβαιότητες. Απαντώνται σε μιντιακά μηνύματα, αποκρυσταλλώνονται σε φανταστικά αφηγήματα, σε διηγήσεις ή σε ταινίες, αναπαράγονται στο διαδίκτυο, σε ιδρύματα ή στο σχολείο όταν οι δάσκαλοι και οι δασκάλες υποχρεούνται να δώσουν τις εισηγήσεις τους για το ποιος είναι ικανός να πάει στο Γυμνάσιο και ποιος όχι. Αποκρυσταλλώνονται σε ενστικτώδεις και όχι τόσο ενστικτώδεις πρακτικές τις οποίες ακολουθούν οι πορτιέρηδες που κάνουν φέις κοντρόλ. Βρίσκουν εφαρμογή σε διαδικασίες επιλογής για θέσεις εργασίας στις οποίες συγκεκριμένοι υποψήφιοι και συγκεκριμένες υποψήφιες λαμβάνονται σπανιότερα υπ’ όψιν.

 

Η ελλιπής φαντασία είναι ισχυρός αντίπαλος της δικαιοσύνης και της χειραφέτησης - και ο αληθινός λόγος που απαιτείται είναι κάτι που διευρύνει ξανά τους φαντασιακούς ορίζοντες. Κοινωνικοί και πολιτικοί χώροι ώσμωσης καθώς και δημοκρατικά περιβάλλοντα μπορούν να υπάρξουν όταν οι άνθρωποι νιώθουν πως γίνονται αποδεκτοί και οι συζητήσεις που διεξάγονται εκεί τους αφορούν. Για να αντιπαρατεθούμε στο φανατικό δόγμα της απλότητας και της καθαρότητας πρέπει να αντιπαραβάλουμε στις συνωμοσιολογικές φαντασιώσεις, στους αυθαίρετους προσδιορισμούς, στις χοντροκομμένες γενικεύσεις μιας ιδεολογικοποιημένης αγανάκτησης έναν λεπταίσθητο τρόπο παρατήρησης. «Να παρατηρείς με προσοχή σημαίνει να αποσυνθέτεις», γράφει η Χέρτα Μύλλερ - κι ως εκ τούτου οι τρόποι με τους οποίους η πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή με πολύ στενό τρόπο θα πρέπει να αποσυντεθούν και να διαλυθούν. Οι λανθασμένες γενικεύσεις με τις οποίες μεμονωμένοι άνθρωποι προσλαμβάνονται ως εκπρόσωποι μιας ολόκληρης κόστας και μόνο πρέπει να αποσυντεθούν ώστε τα πρόσωπα και οι πράξεις τους να γίνουν και πάλι ορατά. Οι χαρακτηρισμοί και τα συνθήματα που οδηγούν σε αποκλεισμούς και περιχαρακώσεις θα πρέπει επίσης να επανεξεταστούν και να αλλάξουν.

 

Η πράξη του επαναπροσδιορισμού, δηλαδή της οικειοποίησης και εκ νέου νοηματοδότησης όρων και πρακτικών που οδηγούν στον στιγματισμό ανθρώπων, έχει μακρά παράδοση. Συνεχίζοντάς τη σημαίνει να αναπτύσσεις τεχνικές εναντίον του μίσους και της περιφρόνησης. Το αφροαμερικανικό κίνημα πολιτών αλλά και τα κινήματα χειραφέτησης των γκέι, λεσβιών, αμφιφυλόφιλων, τρανς και κουίρ βρίθουν παραδειγμάτων από ειρωνικές περφόρμανς επαναπροσδιορισμού. Σήμερα το «Hate Poetry Slam» είναι ένα από τα ονομαστά φόρα όπου ακούγεται μια δημιουργική εκδοχή του αληθινού λόγου εναντίον του μίσους και της περιφρόνησης. Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να διαγράψουμε τις κραταιές ταξινομήσεις και τους στιγματισμούς. Έχουμε καταλόγους με συγκεκριμένα μέτρα για το πώς αποκρούει κανείς τις φωνές μίσους στα κοινωνικά δίκτυα. Χρειάζονται όλα τα όπλα σ’ αυτόν τον αγώνα: κοινωνικές και καλλιτεχνικές παρεμβάσεις, δημόσιες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, πολιτικά μέτρα για την εκπαίδευση και τη διαπαιδαγώγηση, νόμοι και ρυθμίσεις.

 

____________

Carolin Emcke, Eναντίον του μίσους, Μτφρ. Χρήστος Αστερίου, εκδ. Πόλις, 2021, σελ. 207-213