ΥΠΕΡΠΤΗΣΕΙΣ, ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΕΝΑΕΡΙΟΥ ΧΩΡΟΥ, ανανέωση παράνομων Navtex, αμφισβητούμενες έρευνες από τουρκικά σεισμογραφικά, επισκέψεις και φιέστες σε περιοχές όπως η περίκλειστη Αμμόχωστος συνθέτουν την προκλητική και αναθεωρητική στάση της Τουρκίας. Παρότι η τουρκική οικονομία βυθίζεται, ο Ταγίπ Ερντογάν παραμένει οπαδός ενός νεο-οθωμανικού ύφους, ανοίγοντας, ταυτόχρονα, πολλά μέτωπα.

 

Μάλιστα, τις προθέσεις της γειτονικής χώρας εξέφρασε ο Τούρκος υπουργός Άμυνας, Χουλουσί Ακάρ, μιλώντας πάλι για αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών, ενώ τις τελευταίες μέρες έχουν αναζωπυρωθεί σενάρια που αναφέρονται σε προσάρτηση των κατεχόμενων στην Τουρκία. Ενδεικτικές ήταν οι δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών της Κύπρου, Νίκου Χριστοδουλίδη, ο οποίος σημείωσε: «Δυστυχώς, τα κατεχόμενα, περιοχές της βόρειας Συρίας, περιοχές στο βόρειο Ιράκ, είναι ενδεχόμενοι στόχοι του κ. Ερντογάν και αυτό είναι κάτι που πρέπει να μας προβληματίσει και, φυσικά, ανησυχούμε».

 

H τουρκική ηγεσία γνωρίζει ότι το κόστος σε ένα ενδεχόμενο θερμό επεισόδιο θα είναι πολυεπίπεδο και πιθανόν μη διαχειρίσιμο. Η Άγκυρα στρατιωτικοποιεί την κατάσταση με την Ελλάδα μέχρι του σημείου που δεν θα χρειαστεί να φτάσουμε σε εμπλοκή που θα οδηγήσει σε ένοπλη σύρραξη.


— Η εκλογή Μπάιντεν μπορεί να αλλάξει εντελώς τις ισορροπίες στις Ελληνοτουρκικές θέσεις εκ μέρους των ΗΠΑ;

Ο Τζο Μπάιντεν έχει πολύ καλή γνώση της περιοχής μας και ασφαλώς επάρκεια, εμπειρία και άποψη για τον ρόλο κρατών και ηγεσιών. Η προσωπική του σχέση με τον Ερντογάν φέρεται να είναι διαταραγμένη και ασφαλώς η πρόσβαση του πρώτου στον Λευκό Οίκο δεν θα είναι παρόμοια με αυτήν που είχε επί Τραμπ. Χάρη σε αυτή, άλλωστε, αλλά και στην άγνοια του νυν ενοίκου του Λευκού Οίκου, ο Τούρκος Πρόεδρος κατάφερε να απολαμβάνει μια ιδιότυπη ασυλία, όχι μόνο για συγκεκριμένες επιλογές του στην εξωτερική πολιτική, όπως η επέμβαση στη Συρία (παράλληλα με το «άδειασμα» των Κούρδων), αλλά και για υποθέσεις που τον αγγίζουν και στις οποίες εμπλέκεται η αμερικανική Δικαιοσύνη (Halkbank).

 

Επίσης, η νέα αμερικανική προεδρία θα κινηθεί πιο θεσμικά έναντι του Ερντογάν, ο οποίος, όμως, είναι μαθημένος στην άσκηση προσωπικής διπλωματίας και οπωσδήποτε θα δυσκολευτεί, τουλάχιστον στην αρχή. Από κει και πέρα, όμως, οι ΗΠΑ θα επιχειρήσουν μετά την 20ή Ιανουαρίου να επαναρυμουλκήσουν την Τουρκία και ασφαλώς να μην τη «χάσουν» ή να την ωθήσουν στην «αγκαλιά» χωρών όπως η Ρωσία ή η Κίνα. Τι σημαίνει αυτό; Ότι θα γίνει προσπάθεια ή έστω διερεύνηση προθέσεων, ωστόσο πιθανότατα με όρους και προϋποθέσεις που θα άπτονται ζητημάτων (Συρία, Λιβύη, Ναγκόρνο-Καραμπάχ, Ανατολική Μεσόγειος) για τα οποία η τουρκική ηγεσία ίσως δεν μπορεί να προσφέρει στην Ουάσιγκτον αυτά που θα θελήσει.

 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα μοιάζει να είναι η πρόθεση του Μπάιντεν να αποκαταστήσει την τάξη, να σταθεροποιήσει την κατάσταση ανάμεσα στους εταίρους των ΗΠΑ καθώς και να αμφισβητήσει ή και να αντιπαρατεθεί με Ρωσία και Κίνα, τουλάχιστον σε περιοχές ειδικού ενδιαφέροντος για τις πρώτες. Άραγε, σε μια τέτοια περίπτωση, ιδίως σε σχέση με τη Ρωσία, δηλαδή αν ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος πιέσει την Τουρκία να επιλέξει (κάτι που απέφευγε ο προκάτοχός του), πόσο θα στενέψει ο κλοιός για την τελευταία; Το ερωτηματικό παραμένει και στο αν η Ανατολική Μεσόγειος θα επανακάμψει στις προτεραιότητες των Αμερικανών, κάτι που υπό τις παρούσες συνθήκες μοιάζει δύσκολο. Η προτεραιότητα θα δοθεί στην ανάσχεση της Κίνας.

 

Σήμερα η κατάσταση είναι διαφορετική σε σχέση με τις επιθυμίες Τουρκίας και Τατάρ.
Σήμερα η κατάσταση είναι διαφορετική σε σχέση με τις επιθυμίες Τουρκίας και Τατάρ.

 

Επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον θα έχει σε ποιον βαθμό ο Μπάιντεν θα διαφοροποιηθεί από την πολιτική Τραμπ στη Μέση Ανατολή και πώς θα επηρεαστούν οι σχέσεις με την Τουρκία. Θα αναβαθμιστεί ο ρόλος της, αν οι ΗΠΑ βρεθούν σε τροχιά σύγκρουσης με Σαουδική Αραβία και Ισραήλ; Θα ωφεληθεί σε περίπτωση προσπάθειας επαναπροσέγγισης με το Ιράν; Μήπως ήδη η τουρκική ηγεσία επιχειρεί να επουλώσει τις πληγές της πολιτικής της σε σχέση με τη Σαουδική Αραβία, για να προλάβει την επόμενη αμερικανική ηγεσία και διαδικασίες όπως η προσέγγιση Ριάντ - Τελ Αβίβ; Πόσο πιθανό είναι το ενδεχόμενο η ηγεσία του State Department, που ανήκει στη σχολή αυτών που θα ήθελαν η Τουρκία να καταστεί το μετριοπαθές υπόδειγμα για το σουνιτικό Ισλάμ, να της δώσει μια τελευταία ευκαιρία; Το μέλλον θα δείξει.

 

Για μένα, το σημαντικότερο είναι πως η Ελλάδα θα πρέπει άμεσα να απευθυνθεί στη νέα αμερικανική ηγεσία με ένα δικό της σχέδιο-όραμα για την ευρύτερη περιοχή (με διάφορα σενάρια και θετικό πρόσημο), το οποίο θα μας δώσει προβάδισμα και τη δυνατότητα να είμαστε εκ των κυριότερων συνομιλητών των ΗΠΑ στην περιοχή.


— Τι σηματοδοτεί η εκλογή του Τατάρ; Πιστεύετε ότι ανοίγει ο δρόμος για την οριστική διχοτόμηση του νησιού;

Είναι μια αρνητική εξέλιξη για το κυπριακό. Η τουρκική ηγεσία «έδωσε τα ρέστα της» για να χάσει ο Ακιντζί, ο οποίος είχε βρεθεί πολλές φορές στο στόχαστρό της. Στο πρόσωπό του, βέβαια, έχασαν χιλιάδες Τουρκοκύπριοι που έχουν κυπριακή συνείδηση και αποστρέφονται την ποδηγέτησή τους, την οποία επιχειρεί η Τουρκία. Ακόμα και αν το αποτέλεσμα δεν ήταν προϊόν νοθείας, πέραν του ρόλου των εποίκων, η Άγκυρα χρησιμοποίησε όλα τα εργαλεία (θεμιτά και αθέμιτα) για να εξασφαλίσει τη νίκη του εκλεκτού της.

 

Δύο παρατηρήσεις θέλω να κάνω, όμως, σε αυτό το σημείο. Πρώτον, οι Τουρκοκύπριοι την τελευταία εικοσαετία εναλλάσσουν στην προεδρία «μετριοπαθείς» και «σκληρούς». Δηλαδή δίνουν την ευκαιρία σε μια πιο λογική φωνή να τους φέρει την οριστική λύση και όταν δεν τα καταφέρνει, στρέφονται στους πιο σκληροπυρηνικούς ως αντίδραση στη μη διευθέτηση, και προκειμένου να στηρίξουν ένα άλλο μοντέλο.

 

Είναι χρήσιμο να αναλογιστούν Ελληνοκύπριοι και Ελλάδα τις όποιες δικές τους ευθύνες και τη χαμένη ευκαιρία στον Κραν Μοντανά, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι αφήνουμε εκτός κάδρου την Τουρκία. Αλλά χρειάζεται και ένας αναστοχασμός από πλευράς μας όσον αφορά τους λόγους που η Τουρκία εδώ και χρόνια αλωνίζει εντός της κυπριακής ΑΟΖ με σεισμικές και γεωτρητικές έρευνες, χωρίς να μπορεί η Κυπριακή Δημοκρατία, συνεπικουρούμενη διπλωματικά από την Ελλάδα, να το αποτρέψει.

 

Το δεύτερο που θέλω να σημειώσω είναι πως σήμερα η κατάσταση είναι διαφορετική σε σχέση με τις επιθυμίες Τουρκίας και Τατάρ. Φαίνεται πως η πρώτη έχει αποφασίσει ότι είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή να ξεκαθαρίσει το τοπίο και στο κυπριακό, πιέζοντας ασφυκτικά τη Λευκωσία ώστε να δεχτεί συμβιβασμούς προκειμένου να αποφύγει τη διχοτόμηση και, αν αυτό δεν πετύχει (υπό τη δαμόκλειο σπάθη της συνεχούς παρουσίας με ερευνητικά σκάφη και πλωτά γεωτρύπανα), τότε θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να προχωρήσει ακόμη και σε προσάρτηση των κατεχομένων.

 

Όμως, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτό θα την ωφελήσει, ενώ και οι Τουρκοκύπριοι θα έχαναν λογικά οριστικά τα προνόμια του Ευρωπαίου πολίτη. Συν το ότι μια τέτοια ενέργεια θα έβαζε την Τουρκία στο στόχαστρο, επιβεβαιώνοντας τον αντιπαραγωγικό της ρόλο στις περιφερειακές εξελίξεις, κάτι που, όσο και αν ο Ερντογάν δείχνει περιφρονητικός έναντι της διεθνούς κοινότητας, εν τέλει το λαμβάνει υπόψη του. Και κάτι τελευταίο: υπάρχουν αρκετοί και στην πλευρά των Ελληνοκυπρίων που θα επιθυμούσαν τη διχοτόμηση, απλώς δεν το εκφράζουν δημόσια.

 

— Σας ανησυχεί το ενδεχόμενο ενός θερμού επεισοδίου Ελλάδας - Τουρκίας μέχρι να ολοκληρωθεί η θητεία Τραμπ;

Όχι, με μία μικρή αίρεση. Η τουρκική ηγεσία γνωρίζει ότι το κόστος σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είναι πολυεπίπεδο και πιθανόν μη διαχειρίσιμο. Η Άγκυρα στρατιωτικοποιεί την κατάσταση με την Ελλάδα μέχρι του σημείου που δεν θα χρειαστεί να φτάσουμε σε εμπλοκή που θα οδηγήσει σε ένοπλη σύρραξη. Φάνηκε μέσα στον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο ότι η άλλη πλευρά ήταν έτοιμη να ρισκάρει μια σύγκρουση.

 

Ωστόσο, αυτό ήταν περισσότερο μέρος ενός ψυχολογικού πολέμου που η γειτονική χώρα συστηματικά διεξάγει σε βάρος μας. Απώτερος στόχος είναι, μέσω της φθοράς και της καταπόνησης, να υποχρεωθούμε σε αναδίπλωση και αργότερα συνθηκολόγηση έναντι των τουρκικών επιδιώξεων, οι οποίες, μάλιστα, είτε διανθίζονται είτε αναδεικνύονται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.

 

Πλέον, το κρίσιμο διάστημα είναι μετά τη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. και μέχρι την ορκωμοσία Μπάιντεν στις 20 Ιανουαρίου. Φαίνεται, χωρίς να είναι σίγουρο, ότι ο Ερντογάν δεν επέλεξε τελικά να «δοκιμάσει» ή να προκαταλάβει τη νέα αμερικανική ηγεσία, αλλά προέκρινε, κυρίως λόγω της οικονομικής κρίσης αλλά και της επικείμενης Συνόδου Κορυφής, την ηπιότερη προσέγγιση, με θετικές αναφορές (μετά από πολύ καιρό) στη Δύση και τη θέση της Τουρκίας εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας και του ΝΑΤΟ.

 

Είναι προφανές ότι η κατάσταση της χώρας του δεν του επέτρεψε να ξεκινήσει κάποια νέα περιπέτεια μετά και το Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Λογικά, τις αμέσως επόμενες εβδομάδες θα επιχειρήσει να κερδίσει τις εντυπώσεις με κινήσεις που θα τις εμφανίσει ως καλής θέλησης (όπως η απόσυρση του Ορούτς Ρέις, το οποίο, σημειωτέον, παρανομεί από τον περασμένο Αύγουστο), πιέζοντας την Ελλάδα για να αρχίσει ο διάλογος.

 

Όμως, η απόφαση του τελευταίου ευρωπαϊκού Συμβουλίου Κορυφής δεν αφήνει περιθώρια: οι διερευνητικές επαφές έχουν στην ατζέντα τους ένα μόνο θέμα, τις θαλάσσιες ζώνες, κάτι που δεν ικανοποιεί την Άγκυρα, γι' αυτό προσπαθεί με διάφορα τεχνάσματα, αλλά και εστιάζοντας στα θέματα που η ίδια θέλει να φέρει στο τραπέζι (γκρίζες ζώνες, αποστρατικοποίηση, εναέριος χώρος, ακόμη και μειονοτικά ζητήματα) να το αλλάξει σε διάλογο άνευ όρων και προϋποθέσεων. Η αίρεση στην οποία αναφέρθηκα στην αρχή αφορά την πιθανότητα η Τουρκία να επιχειρήσει να στείλει ερευνητικό σκάφος πέραν του 28ου μεσημβρινού, δηλαδή σε περιοχή καθορισμένης ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.