«Βρισκόμαστε εδώ με τη γυναίκα που ισχυρίζεται ότι είναι η μητέρα μου. Δεν το πιστεύω ούτε για ένα λεπτό αλλά θα δούμε…». Η Κάρι Φίσερ κάνει τις απαραίτητες συστάσεις για να ξεκινήσει «γουστόζικα» αυτό το απολαυστικά γλυκόπικρο ντοκιμαντέρ του HBO που έκανε πρεμιέρα πριν λίγες μέρες στις τηλεοπτικές οθόνες μερικούς μήνες μετά το ντεμπούτο του στις Κάννες και ενώ δεν είχε καν κλείσει μήνας από τον θάνατο κόρης και μάνας με μία μέρα διαφορά στις 27 και 28 του περασμένου Δεκέμβρη. Απίστευτο μοιάζει ακόμα, αλλά παρακολουθώντας να ξετυλίγονται όλες οι ιδιαίτερες πτυχές της στενής και αιώνιας σχέσης τους σ΄ αυτήν την ταινία της οποίας η τηλεοπτική πρεμιέρα επισπεύτηκε λόγω των τραγικών περιστάσεων, φαίνεται σχεδόν φυσιολογικό ότι εγκατέλειψαν μαζί τα εγκόσμια η Κάρι Φίσερ και η Ντέμπι Ρέινολντς. Η οποία φρόντισε στο ντοκιμαντέρ να μην υστερήσει σε χιούμορ και ατάκες από την ασύλληπτα πνευματώδη κόρη της. «Έχω αποδείξεις. Έχω φωτογραφίες, ταινίες και πιστοποιητικό γεννήσεως» τονίζει μειδιώντας καθώς μπροστά μας παρελαύνουν αποσπάσματα από μια πληθώρα οικογενειακών φιλμ με πρωταγωνιστές τα μέλη μιας από τις πιο εμβληματικές (και εμβληματικά δυσλειτουργικές) οικογένειες του πάλαι πότε βαθέως Χόλιγουντ. Έχοντας επουλώσει τα τραύματα από δεκαετίες τριβών και εντάσεων, οι δύο γυναίκες ζούσαν πλάι-πλάι σε γειτονικά σπίτια συγκροτήματος του Μπέβερλι Χιλς τα τελευταία 20 και πλέον χρόνια, με την Κάρι να έχει επικεντρώσει την καθημερινότητά της στην έγνοια και την φροντίδα της μητέρας της παρόλο που εκείνη δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη ανάγκη, αρνούμενη στα 80 φεύγα να το βάλει κάτω και να διώξει τη φύση της: τραγούδι – χορός – φιλανθρωπικές εμφανίσεις, there’ s no business like show business…   

 

Έχοντας επουλώσει τα τραύματα από δεκαετίες τριβών και εντάσεων, οι δύο γυναίκες ζούσαν πλάι-πλάι σε γειτονικά σπίτια συγκροτήματος του Μπέβερλι Χιλς τα τελευταία 20 και πλέον χρόνια, με την Κάρι να έχει επικεντρώσει την καθημερινότητά της στην έγνοια και την φροντίδα της μητέρας της παρόλο που εκείνη δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη ανάγκη, αρνούμενη στα 80 φεύγα να το βάλει κάτω και να διώξει τη φύση της: τραγούδι – χορός – φιλανθρωπικές εμφανίσεις, there' s no business like show business...

 

Κάρι: «Αυτή δεν είναι μαμά, είναι τιραμισού… Όχι λάθος, περίμενε. Ποια είναι η λέξη που ψάχνω; Α, ναι, τσουνάμι! Tsumommy!». Ντέμπι: «Τις αγαπώ τις αναμνήσεις μου, τα αγαπάω τα φαντάσματά μου». Κάρι: «Τα γεράματα είναι φριχτά για όλους μας αλλά εκείνη πέφτει από μεγαλύτερο ύψος». Πράγματι, αφού πρόκειται για το κορίτσι του «Τραγουδώντας στη Βροχή», για το απόλυτο δυναμό του Χόλιγουντ που βρέθηκε στα 15 της με συμβόλαιο με την MGM κι από τότε έζησε τη ζωή ως μια αδιάκοπη παράσταση υψηλής γκλαμουριάς: «Σπανίως έχω άγχος, μόνο μια φορά μπροστά στη βασίλισσα της Αγγλίας, το στέμμα μου προκαλεί ένα τρακ, αλλά γενικά το διασκεδάζω. Δεν πρόκειται και για Μακμπέθ χρυσό μου, ξέρεις…». Εκτός των άλλων, το ντοκιμαντέρ απεικονίζει με τον πιο γλαφυρό τρόπο το σχίσμα αντίληψης μεταξύ του κλασικού Χόλιγουντ και της γενιάς που προέκυψε μετά τον «Ξένοιαστο Καβαλάρη» στα τέλη της δεκαετίας του ’60 για να αναβαθμίσει το αμερικανικό σινεμά με όχημα τις σπουδές στις νεοσύστατες τότε σχολές κινηματογράφου αλλά και το τοξικό σε κάποιες περιπτώσεις τρίπτυχο sex&drugs&rock’n’roll. «Το σήμερα γίνεται αύριο αν κάνεις πολύ κόκα» πετάει στο άσχετο -  παραφράζοντας εντελώς τους στίχους κάποιου παλιού σουξέ της μαμάς της – η Κάρι Φίσερ που τα έκανε όλα από πολύ μικρή και είχε δει συχνά διαστημόπλοια να καίγονται σε συνδυασμό και με την αδιάγνωστη για πολλά χρόνια μανιοκατάθλιψη από την οποία υπέφερε μέχρι το τέλος. Στην ταινία παρουσιάζεται κι ένα βίντεο που την δείχνει στο Σινικό Τείχος τέλη της δεκαετίας του ’80 εντελώς κόκκαλο («τώρα σκάει γαμάτα η μεθαμφεταμίνη» λέει στην κάμερα του φίλου της) να παίζει σε φορητό κασετόφωνο χριστουγεννιάτικα τραγούδια προκαλώντας τους περαστικούς τουρίστες να χορέψουν.

 

Όχι ότι δεν υπήρχαν τα drugs στο παλιό Χόλιγουντ ,κάθε άλλο, απλά ήταν επιμελώς  τοποθετημένα εκτός κάδρου. Μαθαίνουμε μάλιστα ότι ο πατέρας της, ο διάσημος κάποτε τραγουδιστής Έντι Φίσερ που εγκατέλειψε τη μάνα της και τα δύο παιδιά τους για την κολλητή της Ντέμπι Ρέινολντς, Ελίζαμπεθ Τέιλορ, ήταν χρήστης σκληρών ναρκωτικών από πολύ μικρός. Μαθαίνουμε επίσης ότι πολλές δεκαετίες μετά, στην απόλυτη παρακμή τους, χτύπησε την πόρτα της Κάρι για να της ζητήσει λεφτά. Όταν εκείνη του είπε ότι δεν έχει, αυτός άρχισε να ωρύεται για να εισπράξει την απάντηση: «Μπαμπά, είσαι τραγουδιστής, δεν είσαι ηθοποιός, μην κάνεις σκηνή». Το αίμα όμως νερό δεν γίνεται και σα να μην έφταναν οι συγκινητικές σκηνές μάνας και κόρης, η ταινία περιλαμβάνει και μια σκηνή από το 2010 με την Κάρι να ανταλλάσσει δηλώσεις αιώνιας αγάπης με τον πατέρα της ενώ αυτός βρίσκεται στο νεκροκρέβατο λίγες μέρες πριν το μοιραίο.   

 

Η Ντέμπι Ρέινολντς πάλι, παρέμεινε για πάντα στωική και διακριτικά πικρόχολη αναφορικά με τους ατυχείς γάμους της. Χαρακτηριστική ατάκα από παλιότερο πρόγραμμά της στο Βέγκας: «Έπρεπε να έχω παντρευτεί τον Μπαρτ Ρέινολντς. Δε θα χρειαζόταν να αλλάξω και επίθετο. Και θα ανταλλάζαμε τις περούκες μας». Το κέντρο βάρους της ταινίας όμως γέρνει αναπόφευκτα προς την Κάρι Φίσερ, που για τους πολλούς θα είναι για πάντα η Πριγκίπισσα Λία από τον Πόλεμο των Άστρων («πριν βγει στα σινεμά, νόμιζα ότι ήταν απλά ένα ντροπιαστικό B-movie»), και για άλλους η συνείδηση μιας καμένης γενιάς, όπως καταγράφηκε στα εξαιρετικά καλογραμμένα χρονικά που έγραψε η ίδια όπως το Wishful Drinking και το Postcards from the Edge. «Η επανάστασή μου ήταν ότι δεν έγινα νούμερο του καμπαρέ… Αυτός ήταν ο καημός της μάνας μου. Κάνε ναρκωτικά, μου έλεγε, κάνε οτιδήποτε νομίζεις ότι πρέπει να κάνεις. Αλλά γιατί δεν τραγουδάς; Αφού έχεις τόσο ωραία φωνή…» Και είχε όντως, όπως είναι φανερό κι από ένα παλιό φιλμάκι όπου πιτσιρίκα τραγουδάει το Bridge Over Troubled Water. Μια δεκαετία και βάλε αργότερα θα παντρευόταν τον δημιουργό του τραγουδιού, τον Paul Simon. Φιλικά ιδιοσυγκρασιακή, με αστείρευτο χιούμορ και γνήσια συμπόνια πια στα 60 της (τι κρίμα, τι κρίμα ρε γαμώτο) περιφέρεται στην ταινία μονίμως μ΄ ένα τσιγάρο κι ένα παγωμένο καφέ στο χέρι, μοιράζοντας απλόχερα αυτοσαρκαστικές και βαθιά πνευματώδεις μικρές ενοράσεις. Μόνο σε κάτι δόσεις σκοτεινιάζει λίγο: «Ξέρεις τι θα ήταν πραγματικά cool; Να φτάσω στο χείλος της προσωπικότητας μου και να μείνω έτσι για πάντα ξαπλωμένη στον ήλιο»