Η Ισλανδία δεν έχει καθόλου κουνούπια. Αυτό είναι ένα μεγάλο πλεονέκτημα όταν ταξιδεύεις εκεί καλοκαίρι και σκοπεύεις να μείνεις στην εξοχή, παρόλο που το ελεύθερο κάμπινγκ απαγορεύεται παντού. Δεν έχει καθόλου ερπετά, δεν έχει κανένα άγριο θηλαστικό στην ξηρά εκτός από τη λευκή αλεπού (η ντόπια πανίδα είναι πολύ φτωχή), δεν έχει σχεδόν καθόλου ποντίκια, έχει πολλά πρόβατα (που δεν τα βλέπεις, όμως, στη μέση του δρόμου, όπως στη Σκωτία), αρκετά ντόπια άλογα και μερικά κουνέλια, βιζόν και ταράνδους. Σπάνια θα συναντήσεις άγριο ζώο οδηγώντας, ενώ έχει σχεδόν μηδενική εγκληματικότητα.

 

Η αλήθεια είναι ότι από Ισλανδό δεν κινδυνεύεις, γι' αυτό και η αστυνομία δεν κουβαλάει όπλα και τη βλέπεις σπάνια (έως καθόλου). Πριν από κάνα δυο χρόνια δολοφονήθηκε μια κοπέλα στο Ρέικιαβικ, αλλά τον φόνο δεν τον έκαναν ντόπιοι, οπότε εξακολουθεί να θεωρείται από τους πιο ασφαλείς προορισμούς στον κόσμο (αν εξαιρέσεις τους κινδύνους της φύσης).

 

Δεν έχει πολλά δέντρα, αλλά αυτό που αναφέρουν τα πιο πολλά sites και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί, ότι δεν έχει καθόλου, δεν ισχύει. Το Ρέικιαβικ, μάλιστα, έχει αρκετά, απλώς δεν έχει το πράσινο που έχει η υπόλοιπη Ευρώπη. Το έδαφος είναι καυτό λόγω των θερμών πηγών, πετρώδες, άγονο, και όσα δέντρα υπάρχουν φυτεμένα στο χώμα –που έχουν κουβαλήσει από άλλες χώρες– δεν είναι πολύ ψηλά, γιατί δεν τα ευνοούν οι συνθήκες.

 

 

Τα ποτά της Ισλανδίας και τα γλυκίσματα με γλυκόρριζα έχουν πολύ αστεία ονόματα που σε οδηγούν σε σέξι συνειρμούς, ειδικά το ντόπιο ουίσκι που φτιάχνεται από ισλανδικό κριθάρι και το λένε... floki.

 

Κάποτε η χώρα ήταν γεμάτη δέντρα, ειδικά κάποιες περιοχές είχαν μεγάλα δάση, αλλά όταν έφτασαν οι πρώτοι Βίκινγκς τα αποψίλωσαν για να φτιάξουν σπίτια και πλοία. Από τότε δεν ξαναφύτρωσαν. Σήμερα η ντόπια βλάστηση είναι χαμηλή και ποώδης και τα δέντρα που έχουν φυτευτεί στην επαρχία είναι καχεκτικά και κοντά, αλλά γύρω από τους οικισμούς και μέσα στις πόλεις υπάρχουν αρκετά πεύκα και έλατα.

 

Ένα από τα δέντρα που είναι ιθαγενή και σημαντικά για τους Ισλανδούς είναι η σημύδα, την οποία στα ισλανδικά τη λένε Björk (επιτέλους έμαθα και τι σημαίνει το όνομά της) και με αυτήν φτιάχνουν ένα πολύ χαρακτηριστικό λικέρ, αρωματισμένο με μικρά κομμάτια από το ξύλο του δέντρου που μαζεύονται την άνοιξη, ενώ το γλυκαίνουν με το σιρόπι που φτιάχνουν από το υγρό που βγαίνει όταν χαράξουν τον κορμό του.


Τα ποτά της Ισλανδίας και τα γλυκίσματα με γλυκόρριζα έχουν πολύ αστεία ονόματα που σε οδηγούν σε σέξι συνειρμούς, ειδικά το ντόπιο ουίσκι που φτιάχνεται από ισλανδικό κριθάρι και το λένε... floki. Και δεν είναι μόνο αυτό, μια μάρκα καραμέλας από γλυκόρριζα τη λένε Spunk (που στα αγγλικά σημαίνει ό,τι ακριβώς και το φλόκι στα ελληνικά), ενώ το εθνικό τους ποτό το λένε «μαύρο θάνατο» («Svarti Daudi», η κοινή ονομασία για το Brennivin), ένα πολύ «βάρβαρο» οινοπνευματώδες, φτιαγμένο από πατάτα και αρωματισμένο με άγριο κύμινο. Φυσικά, κανένα από αυτά δεν είναι γαστρονομική ακρότητα, υπάρχουν και χειρότερα.

 

Στο παραδοσιακό φαγητό της Ισλανδίας μπορείς να βρεις πολύ περίεργα πιάτα, επειδή ως χώρα δεν είχε και πολλά υλικά να προσφέρει και οι άνθρωποι αναγκάζονταν να χρησιμοποιήσουν ό,τι τους έδινε η θάλασσα ή η άγονη γη, έτσι έτρωγαν πράγματα που δεν θα δοκίμαζαν ποτέ υπό φυσιολογικές συνθήκες.

 

Προκειμένου να μην πεθάνεις από την πείνα, τρως και σάπιο καρχαρία, που λέει ο λόγος, το πιο αηδιαστικό από τα ισλανδικά φαγώσιμα, το hakarl (κρέας καρχαρία που έχει υποστεί ζύμωση). Κομμάτια καρχαρία μπαίνουν σε δοχεία, τοποθετείται πάνω τους ένα βάρος και θάβονται σε μια τρύπα στο έδαφος, σκεπασμένα με άμμο και πέτρες, για 12 εβδομάδες.

 

Το βάρος βοηθάει να βγουν από το κρέας τα υγρά και η αμμωνία που περιέχει, γιατί αν το φας φρέσκο και ανεπεξέργαστο είναι σίγουρο ότι θα σε σκοτώσει. Οι καρχαρίες της Γροιλανδίας δεν έχουν ουροποιητικό σύστημα, τα ούρα τους αποβάλλονται από το δέρμα, γι' αυτό και το ουρικό οξύ ποτίζει τη σάρκα τους και το κρέας πρέπει να υποστεί την πολύμηνη επεξεργασία για να καθαρίσει.

 

Όσο και να το επεξεργαστείς, όμως, η μυρωδιά της αμμωνίας παραμένει, και παρόλο που μετά κόβεται σε λωρίδες και κρεμιέται για να στεγνώσει για αρκετούς μήνες, είναι από τα πιο φρικτά πράγματα που μπορείς να δοκιμάσεις. Συνήθως το συνοδεύεις με ακόμα πιο βρομερό ωριμασμένο τυρί και μια γουλιά «μαύρο θάνατο» (για να σε αποτελειώσει).


Ακόμα χειρότερο είναι το σαλάχι, που έχει υποστεί την ίδια επεξεργασία με το harkal, το οποίο, όμως, εκτός από την αμμωνία μυρίζει και ψαρίλα – τόσο έντονα, που η αναπνοή σου βρομάει για ώρες αφότου το φας. Όταν μαγειρευτεί, η μπόχα του γίνεται ακόμα χειρότερη και συνήθως το μαγειρεύουν στο γκαράζ ή στο υπόγειο, γιατί η μυρωδιά του μεταφέρεται στον χώρο και στα ρούχα και δεν μπορείς εύκολα να την ξεφορτωθείς. Έχει και πολύ ταιριαστό όνομα: kaest skata, με έμφαση στη δεύτερη λέξη.


Ο Άντονι Μπουρντέν το είχε βρει το πιο αηδιαστικό φαγητό του κόσμου και δεν είχε καθόλου άδικο.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO