Μια βόλτα στο κέντρο είναι ένα στοίχημα με την αφθονία της τροφής. Αυτή που χορταίνει πρώτα τα μάτια και μετά την πείνα με την ταχύτητα του γρήγορου, του fast, του ready cooked, του όρθιου, του όπως θες πες το. Αυτή που σε κάνει να νιώθεις σαν την Εύα στον Παράδεισο πριν ξυπνήσει το φίδι με τις υποψίες του. Σούσι κλασικά και χαβανέζικα, σουβλάκια ελληνικά και ινδικά, τυρόπιτες και σαμόσας, παγωτά σε όλες τις γλώσσες, μπακλαβάδες και ψητές πατάτες, γαρίδες στο χωνάκι και καρμπονάρες στο κουπάκι, κουλουράκι και μπαγκέτα, ένα βρώσιμο τσίρκο και «για τους πιο απαιτητικούς ουρανίσκους» που λέγανε παλιά, όταν οι άνθρωποι μιλούσαν σικάτα.


Τότε που ο απαιτητικός δικός μου ζητά αυτό-το μόνο-που δεν μπορεί να έχει. Εκεί στη γωνία Νίκης και Ξενοφώντος, στο μαναβομπακάλικο του Χρήστου Γαράφα. Με κείνο το φοβερό καρβέλι από τον ξυλόφουρνο στα Βασιλικά στην Εύβοια, κυρίως όμως με έναν γωνιακό μουλτικολόρ πειρασμό στο πεζοδρόμιο: δεκαεπτά ποικιλίες τροφαντά σταφυλάκια, είκοσι δύο διαφορετικά ντοματάκια και ντοματίνια, μπανάνες μινιόν από την Κρήτη πάνω στο τσαμπί τους, ροδάκινα λευκά σαν νύφες από την Κολομβία, μήλα που κάνουν κρακ και γεμίζεις ψήγματα βουνίσιας δροσιάς καταμεσής της πόλης.


Λαχτάρα για ένα μόνο τσαμπί σταφύλια. Να σκας τις ρώγες βολτάροντας, χαζεύοντας τις βιτρίνες. Ένα μόνο αχλάδι κι ας γεμίσουν σιρόπια από τις Άλπεις τα χέρια σου. Μόνο ένα φρουτένιο άρωμα όσο περπατάς. Αλλά πού να το πλύνεις το αναθεματισμένο το φρούτο; Ο Χρήστος, λοιπόν, έχει φροντίσει για το αυτονόητο. Εκεί που τελειώνουν τα φρούτα, μια βρύση, ένα λάστιχο, ένας κουβάς. Ψωνίζεις, πλένεις, τρως. Η πολυτέλεια που δεν κοστίζει. Μια τόση δα ευστροφία παραπάνω στο μυαλό ενός ευφυούς μανάβη.

 

Εκεί που τελειώνουν τα φρούτα, μια βρύση, ένα λάστιχο, ένας κουβάς. Ψωνίζεις, πλένεις, τρως.
Εκεί που τελειώνουν τα φρούτα, μια βρύση, ένα λάστιχο, ένας κουβάς. Ψωνίζεις, πλένεις, τρως.

 

Χρήστος Γαράφας, Νίκης & Ξενοφώντος