Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 12/ 02/ 17

 

Στον τέταρτο όροφο στο μέγαρο του ΔΟΛ, στη Μιχαλακοπούλου, η ατμόσφαιρα είναι φορτισμένη συναισθηματικά, βαριά, σχεδόν πένθιμη. Έχουμε επισκεφτεί τα γραφεία των «Νέων» δυο μέρες αφού έχουν βγάλει το τελευταίο ημερήσιο φύλλο τους και ενώ ετοιμάζουν ένα αποχαιρετιστήριο σαββατιάτικο (φόρο τιμής στο πιο δημοφιλές φύλλο της εβδομάδας και στο πιο δυνατό τους, εδώ και δεκαετίες), που θα είναι και το φινάλε τους. Τελικά, ενώ όλοι εργάζονται γι’ αυτό και ετοιμάζονται να «ανεβάσουν» το pdf (δεν θα τυπωθεί, επειδή έχει τελειώσει το χαρτί), αποφασίζουν να μην το κυκλοφορήσουν και να είναι τελευταίο το φύλλο της Τετάρτης 8 Φεβρουαρίου 2017, με το πρώτο και τελευταίο αυτοαναφορικό εξώφυλλο που έκαναν ποτέ, αυτό με τον τίτλο «Είμαστε Εδώ». Η αλήθεια είναι ότι όλοι οι άνθρωποι που δούλευαν για να βγάλουν την εφημερίδα δήλωναν το «παρών» όλο αυτό το διάστημα που δοκιμάζονταν σκληρά και ο τίτλος του τελευταίου φύλλου ήταν κυριολεκτικός. Για επτά μήνες συνέχισαν να δουλεύουν χωρίς αμοιβή, με τις υποχρεώσεις να τρέχουν, έχοντας να πολεμήσουν κάθε είδους δυσκολίες, πρακτικές και οικονομικές, αλλά, κυρίως, συναισθηματικής φύσης, γιατί για τους περισσότερους η εφημερίδα ήταν όλη τους η ζωή.

 

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

«Οι περισσότεροι έχουν περάσει τα πιο πολλά χρόνια της επαγγελματικής τους ζωής σε αυτή την εφημερίδα», μας λέει ο Δημήτρης Δουλγερίδης, αρχισυντάκτης του πολιτιστικού τμήματος, «και αν δεν είναι τα μισά χρόνια της ζωής τους, είναι το ένα τρίτο. Αλλά και για συναδέλφους που ανήκουν στη δική μου γενιά, των 40, που έχουν μεγαλώσει εδώ μέσα, είναι αδύνατο να αφήσουν έξω το συναισθηματικό κομμάτι. Είναι στην καθημερινότητά σου. Αυτό που νιώθω, πέρα απ’ όσα προσωπικά περνάει καθένας μας, είναι ένα πένθος και παρόλο που δεν το έχουμε βιώσει ακόμα, βλέπω ένα τραύμα που θα έρθει στην αγορά του Τύπου. Όχι με την έννοια του ότι χάνονται από εδώ τα καλύτερα μυαλά και οι καλύτερες πένες, αλλά ότι είναι αναπόφευκτο, όταν πέφτει ένας πυλώνας που πρακτικά έχει τροφοδοτήσει την αγορά του Τύπου, να χαθεί ένα μερίδιο αναγνωσιμότητας που δύσκολα αναπληρώνεται. Γιατί, κακά τα ψέματα, η αναγνωστική συνήθεια είναι απέναντι σε μία συγκεκριμένη εφημερίδα και ο αναγνώστης δύσκολα θα περάσει πλέον σε άλλη. Μια εφημερίδα είναι οι άνθρωποί της και αυτό δύσκολα αντικαθίσταται. Η αγορά του Τύπου από δω και πέρα θα περάσει κάτι που είναι αχαρτογράφητο και μένει να δούμε τι θα είναι αυτό. Φυσικά, όλο αυτό το διάστημα το “βλέπαμε να έρχεται”. Υποτίθεται ότι κάποια στιγμή έχεις πάρει τα μηνύματα από τον τρόπο που κινούνται οι τράπεζες, από τον τρόπο που λαμβάνεις μηνύματα από τους πολιτικούς, και σκέφτεσαι ότι κάποτε παγώνει το συναίσθημα, δηλαδή ότι πρέπει να δεις ρεαλιστικά την εικόνα. Αλλά το συναίσθημα δεν παγώνει ποτέ, να μη σου πω ότι ακόμα και σήμερα συνεχίζεται η ψευδαίσθηση πως κάτι μπορεί να γίνει. Είμαστε συνηθισμένοι εδώ μέσα σε ένα μείγμα ρεαλισμού και συναισθήματος. Αυτό που ζούμε τον τελευταίο καιρό είναι ένα roller coaster: συνεχώς ανεβαίνεις, κατεβαίνεις, αλλάζεις ψυχολογία από τις εξελίξεις, τα μηνύματα απ’ έξω, τις αποφάσεις των δικαστηρίων». (Την ώρα που γίνεται η κουβέντα, μαθαίνουμε ότι στο δικαστήριο που ήταν σε εξέλιξη στην Ευελπίδων για την εκδίκαση της υπόθεσης οι τράπεζες αναγνώρισαν ότι πλήττονται από τη μη κυκλοφορία των εφημερίδων, αφήνοντας ανοιχτό ένα παραθυράκι). «Αν θέλουμε να κάνουμε αυτοκριτική, θα λέγαμε ότι η κατάσταση για κάποιον που έχει δουλέψει εδώ πέρα είναι ένα μείγμα ιδρυματισμού και μοιρολατρίας. Λες: “Λίγο ακόμα, λίγο ακόμα να το ζήσω, μην καταθέσω τα όπλα και φύγω”».

 

O Δημήτρης Δουλγερίδης. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
O Δημήτρης Δουλγερίδης. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Αν θέλουμε να κάνουμε αυτοκριτική, θα λέγαμε ότι η κατάσταση για κάποιον που έχει δουλέψει εδώ πέρα είναι ένα μείγμα ιδρυματισμού και μοιρολατρίας. Λες: "Λίγο ακόμα, λίγο ακόμα να το ζήσω, μην καταθέσω τα όπλα και φύγω" ―Δημήτρης Δουλγερίδης

 

Ο όροφος που κάποτε έσφυζε από ζωή και φασαρία μοιάζει έρημος και η ησυχία τον κάνει θλιβερό. Άδεια γραφεία γεμάτα πράγματα, στοίβες βιβλία, κλειστοί υπολογιστές, παλιά φύλλα των «Νέων». Εκεί που μιλάμε, περνάει κάποιος και μας χαιρετάει. Με έκπληξη βλέπουμε μπροστά μας τον Γιάννη Διακογιάννη, έναν από τους εμβληματικούς Έλληνες αθλητικογράφους που έγραφε στα «Νέα» την καλύτερη περίοδό τους. Μαθαίνουμε ότι έρχεται και μιλάει με τα παιδιά του ατελιέ, με τον art director, κι ότι εξακολουθεί να ενημερώνεται για το τι είναι στην πρώτη σελίδα και ποιοι γράφουν στην εφημερίδα. «Με τον Λαμπράκη μιλούσαν μεταξύ τους γαλλικά, για να μην τους καταλαβαίνει ο οδηγός» μας λέει ο Δημήτρης. Ο κ. Διακογιάννης είναι βιαστικός, του ζητάμε να μας πει δυο λόγια, αλλά δεν θέλει, μας λέει μόνο ότι ήταν πολλά χρόνια με τον Λέοντα Καραπαναγιώτη, «μακράν τον καλύτερο διευθυντή που πέρασε από τα “Νέα”». Τον χαρακτηρίζει «Ελευθέριο Βενιζέλο του ελληνικού Τύπου» και αποχωρεί ευγενικά. 

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Η ατμόσφαιρα φορτίζεται ακόμα περισσότερο όταν ο Παναγιώτης Λάμψιας, διευθυντής των «Νέων» από τον Ιανουάριο που παραιτήθηκε ο Δημήτρης Μητρόπουλος, μας οδηγεί στο γραφείο του. Μας δείχνει το τραπέζι συνεδριάσεων, εκεί όπου έχουν παρθεί σημαντικές αποφάσεις για τη μοίρα της εφημερίδας. «Ήμουν είκοσι χρόνια στο “Βήμα”, εννιά στο “Έθνος” και τώρα έχω έναν χρόνο εδώ» λέει. «Ήξερα, όταν ήρθα, ότι ήταν αποστολή αυτοκτονίας, αλλά ερχόμουν για να βοηθήσω. Δεν ήρθα για να κάνω καριέρα, ήξερα τι με περίμενε. Στο “Βήμα” πήγα τις μέρες δόξας του μαγαζιού, το ’88, τότε που ήταν ακόμα πολύ μικρό. Είχε το κύρος και τη δύναμη, αλλά στο “Βήμα”, που τότε ήταν μόνο κυριακάτικο, ήμασταν συνολικά 45 άτομα. Εγώ ήμουν με τη φουρνιά των νέων που μπήκαν τότε, μάλιστα με φώναζαν “μικρό”. Ο Ψυχάρης ακόμα “μικρό” με λέει, κι ας γέρασα κι εγώ κι αυτός. Ίδια εποχή ήρθαμε ο Λακόπουλος, ο Παπαχρήστος, η Μάνδρου, η Συλβάνα Ράπτη κι εγώ  − μετά ήρθαν οι Λάλας και σία. Δυο-τρία χρόνια μετά, όταν έγινε το άνοιγμα στα περιοδικά. Το “Βήμα” ήταν στην καλύτερή του περίοδο τότε. Το 1992 θυμάμαι ότι κάναμε ένα πάρτι σε έναν τεράστιο χώρο στην Πειραιώς για να γλεντήσουμε την επιτυχία μας: είχαμε κάνει ρεκόρ, 256.000 φύλλα, όσα είχαμε τυπώσει, είχαν όλα εξαντληθεί. Ήταν σε έξαρση τα φορολογικά και οι αντικειμενικές αξίες τότε. Έγραφε γι’ αυτά ο μακαρίτης ο Γιάννης ο Σιωμόπουλος και οι επιστολές των αναγνωστών για απορίες έρχονταν σε σακούλες σκουπιδιών, τις κουβάλαγαν οι κλητήρες. Καθόταν ο άνθρωπος, τις διάβαζε και τις απαντούσε μία-μία, ώρες ατέλειωτες. Τότε που έγινε το πάρτι ήταν πάλι Φεβρουάριος. Τώρα είναι ο θάνατος. Είναι σαν να έχεις κάθε μέρα μια κηδεία. Και, πίστεψέ με, δεν είναι μόνο το πρόβλημα του βιοπορισμού των ανθρώπων εδώ, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το βάρος που νιώθουν γι’ αυτό που χάνεται. Εννοείται ότι όταν χάνει τη δουλειά του κανείς δημιουργείται τεράστιο θέμα, αλλά το πιο μεγάλο παράπονο είναι ότι αυτό το μαγαζί που άντεξε για 95-100 χρόνια ήρθε να “σκάσει” στα χέρια μας. Είναι πολύ βαρύ αυτό. Είναι η ντροπή μας. Νιώθουμε και ηθική ευθύνη απέναντι στην Ιστορία. Δεν έχει σημασία πόσο πραγματική ευθύνη έχει καθένας μας, αυτό ας το κρίνει ο ιστορικός του μέλλοντος, το θέμα είναι ότι “σκάει” στα χέρια μας. Κι αυτό είναι πολύ βάρβαρο. Δεν αντέχεται ανθρώπινα». Τα μάτια του γεμίζουν δάκρυα, προσπαθεί να συγκρατηθεί και ξεσπάει. Είναι από τις στιγμές που δεν ξέρεις τι να πεις. «Ο χειρότερος δημοσιογράφος σ’ εμάς είναι ο καλύτερος της πιάτσας. Δεν το λέω εγωιστικά. Η εφημερίδα αυτή δημιουργεί χαρακτήρες. Για μένα, οι τελευταίες μέρες είναι από αυτές που θα θυμάμαι πιο έντονα στη δημοσιογραφική μου πορεία, διότι είναι μέρες αξιοπρέπειας. Εργάζομαι με ανθρώπους που στάθηκαν όρθιοι, που για εφτά μήνες είναι απλήρωτοι και πολλοί δεν είχαν λεφτά να ’ρθουν στην εφημερίδα ούτε με το λεωφορείο. Και όμως, βρίσκονται όλοι εδώ και παλεύουν, κάνοντας εξαιρετικά τη δουλειά τους. Οι εργαζόμενοι επέδειξαν απίστευτο ήθος. Η μεγαλύτερη χαρά για εμάς ήταν όταν αλλάξαμε γραφεία, παρόλο που πολλοί νοσταλγούσαν την εποχή της Χρήστου Λαδά, επειδή εκεί αισθανόσουν τη βουή της πόλης. Οι περισσότεροι, όταν ήρθαμε εδώ, στη Μιχαλακοπούλου, δεν ήθελαν να αλλάξουν χώρο, αλλά επικράτησε μια αισιοδοξία, ότι, τελικά, φύγαμε από εκείνη την τρύπα και είχαμε νέα και μεγαλύτερα γραφεία. Μιλάμε για τον Ιούνιο του 2004, τότε που ζούσαμε σε άλλο πλανήτη, όχι απλώς σε άλλη χώρα. Πίστευε κανείς τότε ότι θα ερχόταν μια μέρα που αυτό το μαγαζί θα έκλεινε; Κανείς! Όταν ήρθα να εργαστώ στο “Βήμα”, με έστειλε ο Σταύρος Ψυχάρης στον Τσαλίδη, τον διευθυντή σύνταξης, για να μου κανονίσει τα γραφειοκρατικά της πρόσληψης. Εκείνος, που είχε καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη και ήταν ένας αυστηρός άνθρωπος, με ρωτάει “πώς λέγεστε, νεαρέ;”, του λέω το ονοματεπώνυμό μου και συνεχίζει: “Ξέρετε, νεαρέ, ότι μπήκατε στον ναό της δημοσιογραφίας;”. “Το γνωρίζω”, του απαντώ, “γι’ αυτό και εισήλθα ασκεπής». “Κάνετε και χιούμορ;” μου λέει αυτός, “εδώ μέσα, νεαρέ μου, πρέπει να είστε σοβαρός. Είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει στον χώρο του Τύπου”. Και ήταν αλήθεια. Έμπαινες με δέος. Για όλους ήταν όνειρο ζωής να δουλέψουν στον ΔΟΛ. Επίσης, προπληρωνόσουν. Έπιασα δουλειά στις 7 του μήνα και στις 15 με φώναξαν από το λογιστήριο για να πληρωθώ. Κάποτε, πολλά χρόνια πριν, το 1992 συγκεκριμένα, που αγόρασα με γραμμάτια ένα αυτοκίνητο, το έμαθε ο Ψυχάρης και με ρώτησε “πήρες αυτοκίνητο;”. Του λέω: “Ναι, με γραμμάτια”. Την επόμενη μέρα με φωνάζουν από το λογιστήριο και μου δίνουν σε έναν φάκελο κάποια χρήματα ως έκτακτο μπόνους. Ήταν τα λεφτά για το αυτοκίνητο! Αυτό δεν συνέβη μόνο σ’ εμένα αλλά και σε πολλούς άλλους εδώ μέσα. Άνθρωποι που είχαν προβλήματα, που χρωστούσαν, που είχαν προβλήματα υγείας, οι ίδιοι ή οι δικοί τους, ένιωθαν ασφάλεια. Ο Λαμπράκης έχει σπουδάσει πάρα πολλά παιδιά εργαζομένων − έδινε και υποτροφίες σε νέους που ήθελαν να ασχοληθούν με τη μουσική. Κι ας περπατούσε με το ίδιο τριμμένο παντελόνι κάθε μέρα, με το αέρινο στυλ του. Τον ρωτάμε τι έφταιξε κι έφτασαν στη σημερινή κατάσταση. «Εγώ πατροκτόνος δεν θα γίνω» λέει. «Θα σας πω μόνο το εξής: Ο Ψυχάρης το έκανε μεγάλο το μαγαζί, ως επιχείρηση, και στα χέρια του Ψυχάρη πεθαίνει. Προφανώς, ο Λαμπράκης ήταν η κολόνα. Όταν μπήκα στο μαγαζί δούλευαν 400 άτομα, στις μεγάλες του δόξες όμως έφτασε να έχει 1.450 εργαζομένους. Φυσικά και έκανε λάθη ο Σταύρος και έχει ευθύνες. Ένα από τα μεγάλα του λάθη ήταν το 2008, τότε που το συγκρότημα είχε ζημία 50 εκατομμυρίων και έπρεπε να πάρει δραστικά μέτρα. Ο Ψυχάρης δεν απέλυε ποτέ, έπρεπε να έχεις κάνει κάποιο σοβαρό ατόπημα, όπως το να δημοσιεύσεις μια ψεύτικη είδηση, για να σε διώξει. Ακόμη και να μην έκανες για τη δουλειά, θα σε έβγαζε απλώς από την πρώτη γραμμή. Στην εκδοτική συμπεριφορά πιθανόν να έγιναν αρκετά λάθη. Οι πολιτικές διακυμάνσεις δεν βοηθούν ένα έντυπο, αλλά στην απέλπιδα προσπάθειά του να σώσει το μαγαζί έκανε και τέτοια λάθη. Πάντως, το μεγαλύτερο λάθος του ήταν ότι έδωσε το σχοινί στους εχθρούς του για να τον κρεμάσουν και μαζί όλους εμάς. Είναι βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήθελε τον ΔΟΛ ανοιχτό και αυτό φαίνεται, γιατί τώρα που κλείνουμε πανηγυρίζουν. Δεν έχουν την ευφυΐα να κρατήσουν ούτε τα προσχήματα. Το μόνο που τους νοιάζει είναι να δείξουν ως λάφυρο τον ΔΟΛ. Ούτε το δικό τους τέλος θα είναι καλό. Όπως στρώνεις, θα κοιμηθείς. Αυτή η κυβέρνηση αυτό το κακό έχει κάνει. Έχει φέρει το μίσος και τον διχασμό. Με μίσος ανέβηκε και με μίσος θα κατέβει. Έχουν σπείρει την καταστροφή και σε αυτό είναι πολύ καλοί. Διέλυσαν την οικονομία, το κράτος και τις ψυχές των ανθρώπων».

 

O Μιχάλης Μητσός. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
O Μιχάλης Μητσός. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Όλα αυτά τα χρόνια είχαμε κεντροαριστερό προσανατολισμό, αλλά με δόσεις υπερβολών και ενέσεις λαϊκισμού. Το κόκκινο πρωτοσέλιδο της εκλογής Τσίπρα, όμως, ήταν μια άλλη πίστα. Εκεί ξεπεράσαμε την υπερβολή. ―Μιχάλης Μητσός

 

 

«Παρά τα επιχειρηματικά λάθη, η ιστορία του κλεισίματος του ΔΟΛ έχει να κάνει με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται η Αριστερά την πληροφορία» λέει ο Ηλίας Κανέλλης, συντάκτης στο πολιτικό τμήμα των «Νέων». «Ο χώρος αυτός δεν ήταν πάντα έτσι και ως “ανανεωτική Αριστερά” ήταν πάντα υπέρ του πλουραλισμού. Τώρα έχουν γίνει σταλινικοί και μονοφωνικοί και αυτό επιδιώκουν. Δυστυχώς, έχουν πολλούς τρόπους να το καταφέρουν και είναι οι εξής: πρώτον, ο ΔΟΛ πριν από την κρίση είχε αντιληφθεί ότι οι ζημιές ήταν πιο πολλές από τα κέρδη. Αποφασίστηκε να γίνει μια μικρή αναδιάρθρωση, αλλά δεν κατέστη εφικτό, γιατί έγινε έφοδος των συνδικάτων. Ο συνδικαλισμός απαγόρευσε στην επιχείρηση να σκεφτεί τους επιχειρηματίες, το προϊόν και τη δυνατότητα διεύρυνσής του. Ο αριστερός συνδικαλισμός απέκοψε ή απέτρεψε την αναδιάρθρωση, ο οργανισμός συσσώρευε χρέη και όσοι έμειναν εδώ, υπέστησαν ελάχιστες μειώσεις σε σχέση με τον υπόλοιπο Τύπο. Κάποια στιγμή, το χρέος συσσωρεύτηκε ακόμη περισσότερο, αλλά οι συνδικαλιστές εκείνης της εποχής είναι οι σημερινοί κυβερνώντες. Και πράττουν το ακριβώς αντίθετο, λέγοντας ότι “αφού δεν μπορείς να λειτουργήσεις, σε κλείνω” − οι ίδιοι άνθρωποι που δεν σε άφηναν να λειτουργήσεις με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τον συστηματικό τρόπο της Αριστεράς να σε φιμώσει. Και το κατάφερε. Ακούω πολλά νοσταλγικά, ότι ο ΔΟΛ ήταν εκείνο ή το άλλο. Τα τελευταία πέντε χρόνια, με όλες τις αντιφάσεις της ιδιοκτησίας, τα κόκκινα πρωτοσέλιδα και τις διάφορες μαλακίες που έκαναν σε επίπεδο αρθρογραφίας και δημοσιογραφικής στάσης, αποτελεί υπόδειγμα πολιτικής εφημερίδας, ελευθερίας και άποψης. Μιας εφημερίδας που θέλει να ανήκει στον φωτισμένο κόσμο της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας και της ανάγκης για μεταρρύθμιση μιας κοινωνίας και οικονομίας, οι οποίες στηρίζονται στο πελατειακό σύστημα και σε απαρχαιωμένες δομές. Και αν συνεχίσουν να κυριαρχούν, θα οδηγήσουν τη χώρα στο τέλμα. Ο Ψυχάρης είναι μια αντιφατική προσωπικότητα, ίσως θα μπορούσε να ήταν ήρωας μυθιστορήματος. Το 2002 που αποχώρησα από το “Βήμα” επειδή δεν τους άρεσε η αρθρογραφία μου − έφυγα λόγω του θέματος περί ταυτοτήτων, επειδή υποστήριζα την πολιτική Σημίτη. Και στο θέμα με την 11η Σεπτεμβρίου διαφωνούσα με την αντίληψη της ελληνικής κοινωνίας που έλεγε “καλά να πάθουν”. Μερικά διευθυντικά στελέχη είχαν ενοχληθεί. Όταν ξαναήρθα, σε όλες τις περιόδους, με διευθυντές τους Καψή, Μεμή, Μητρόπουλο και Λάμψια, με όλες τις αντιφάσεις της η εφημερίδα κράτησε ζωντανό το μέτωπο Ευρώπη - Δημοκρατία - ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες - ανάγκη μεταρρυθμίσεων - ευημερία. Από δω και πέρα, καθένας θα πρέπει να πάρει τον δρόμο του για να επιβιώσει».

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Τα «Νέα» ήταν η πιο μεγάλη ημερήσια εφημερίδα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ξεκίνησε ως «Αθηναϊκά Νέα» το 1931 και το 1945 έγινε «Τα Νέα», δίνοντας χώρο σε μερικούς από τους σημαντικότερους δημοσιογράφους των τελευταίων 70 χρόνων, οι οποίοι κατέγραψαν όλη τη σύγχρονη Ιστορία της χώρας, με τις καλές και τις κακές της στιγμές. Ιδρυτής της υπήρξε ο Δημήτρης Λαμπράκης, τον οποίο, μετά τον θάνατό του, διαδέχτηκε, σε ηλικία μόλις 23 ετών, ο γιος του Χρήστος Λαμπράκης, μια φυσιογνωμία που σφράγισε με την παρουσία του τον ημερήσιο και κυριακάτικο Τύπο (με το «Βήμα») αλλά και τον πολιτιστικό χώρο. Οι χρυσές μέρες της εφημερίδας ήταν την εποχή που διευθυντής ήταν ο Κώστας Νίτσος, μια προσωπικότητα που έδωσε στο έντυπο πολιτιστική κατεύθυνση και δημιούργησε τη «δεύτερη σελίδα» που ήταν ικανή να κατεβάσει θεατρικές παραστάσεις, αγγίζοντας πωλήσεις που δεν ξεπεράστηκαν ποτέ (250.000 φύλλα μόνο σε Αθήνα και Πειραιά!). Η καλύτερη περίοδος των «Νέων» ήταν επί Λέοντα Καραπαναγιώτη, ενός κοσμοπολίτη και παθιασμένου δημοσιογράφου που όσοι τον έζησαν, τον μνημονεύουν με νοσταλγία. Δημήτρης Ψαθάς, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Βάσος Βαρίκας, Κώστας Σταματίου, ήταν μερικά από τα ονόματα που πέρασαν από τις σελίδες των «Νέων», όπως και πάρα πολλοί άλλοι, εξίσου σημαντικοί. Μετά τον θάνατο του Χρήστου Λαμπράκη, το 2009, τα ηνία του Οργανισμού ανέλαβε ο Σταύρος Ψυχάρης.  

 

«Οι περισσότεροι από εμάς πρέπει να βγούμε στην αγορά για πρώτη φορά στη ζωή μας» λέει ο Διονύσης Νασόπουλος, πολιτικός συντάκτης, πρόσφατα βραβευμένος με το Βραβείο Μπότση για τα ρεπορτάζ του στα «Νέα». «Βρίσκομαι 28 χρόνια εδώ, γεγονός που ναι μεν δημιουργεί μια υπεραξία, αλλά έχει και τις δυσκολίες του. Αν έχω κουράγιο για νέα πράγματα; Δύσκολο. Το βραβείο που μου δόθηκε πρόσφατα ήταν κάτι που σε άλλες εποχές θα το χαιρόμουν, τώρα, όμως, που όλοι μου έλεγαν “συγχαρητήρια, καλό κουράγιο”, τι να ευχαριστηθείς; Ψυχολογικά, αισθανόμαστε πολύ περίεργα. Για εμάς εδώ είναι μια ολόκληρη ζωή. Παλεύουμε για ό,τι μπορούμε. Όποιος μπορεί, θα συνεχίσει, για κάποιους άλλους ίσως και να κλείνει ένας κύκλος. Απλώς μας ενοχλεί η μιζέρια που επικρατεί. Και δεν είναι μόνο στα “Νέα” αλλά παντού. Η εφημερίδα μας δεν είναι ένα έντυπο που θα το προσπεράσεις για να πας στο επόμενο. Κλείνει μια εφημερίδα που το υλικό της είναι εξαιρετικό. Ακόμη και στο τελευταίο της φύλλο, στο οποίο κρεμάσαμε στα μανταλάκια τον εαυτό μας, αν αφήσεις στην άκρη το εξώφυλλο, είναι μια εφημερίδα που περιέχει πολύ καλή ύλη. Βέβαια, η φύση απεχθάνεται το κενό και σίγουρα κάπως αλλιώς θα καλυφθεί, τίποτα όμως δεν θα είναι το ίδιο. Για κανέναν μας. Επίσης, φεύγοντας ο ΔΟΛ από τη βιτρίνα, να ξέρετε ότι θα ακολουθήσουν κι άλλοι. Ο επόμενος θα είναι ο ΠΗΓΑΣΟΣ, και το ξέρουν και οι ίδιοι. Όταν και εκεί είναι πέντε μήνες απλήρωτοι, κουβέντες του τύπου “υπάρχει ο ΑΚΤΩΡ για να σώσει την κατάσταση” είναι λόγια του αέρα. Σε μια εταιρεία που βρίσκεται στο χρηματιστήριο και ελέγχεται νομικά θα πάει ο Μπόμπολας να πει ότι βάζει 50 εκατομμύρια από την Αττική Οδό για να σωθεί το “Έθνος;”. Δεν γίνονται αυτά. Πρώτα ήταν το MEGA, τώρα εμείς, αύριο θα είναι κάποιοι άλλοι. Και το χειρότερο είναι πως πολλοί άνθρωποι θα πρέπει να ακολουθήσουν άλλη πορεία στη ζωή τους γιατί δεν μπορεί να τους απορροφήσει όλους η αγορά. Ακόμη και αυτοί που εργάζονται, θα συμπιεστούν μισθολογικά, διότι θα υπάρχει μεγαλύτερη ζήτηση. Θα αλλάξουν πολλά στο άμεσο μέλλον».

 

Ο επόμενος θα είναι ο ΠΗΓΑΣΟΣ, και το ξέρουν και οι ίδιοι. Όταν και εκεί είναι πέντε μήνες απλήρωτοι, κουβέντες του τύπου "υπάρχει ο ΑΚΤΩΡ για να σώσει την κατάσταση" είναι λόγια του αέρα. Σε μια εταιρεία που βρίσκεται στο χρηματιστήριο και ελέγχεται νομικά θα πάει ο Μπόμπολας να πει ότι βάζει 50 εκατομμύρια από την Αττική Οδό για να σωθεί το "Έθνος;". Δεν γίνονται αυτά. ―Διονύσης Νασόπουλος


«Βρίσκομαι στα “Νέα” εδώ και 18 χρόνια, ήρθα λίγο μετά τις σπουδές μου − μια ολόκληρη ζωή» λέει η Κίττυ Ξενάκη, δημοσιογράφος στο διεθνές ρεπορτάζ. «Για πολλούς από εμάς, τα “Νέα” είναι η οικογένειά μας. Πόσα κείμενα να γράψεις ακούγοντας συνεχώς ότι είναι τα τελευταία; Και χθες γράψαμε, έχοντας την ελπίδα ότι θα κυκλοφορήσουμε. Κάθε μέρα ζούμε μικρούς θανάτους κι αυτό συμβαίνει τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Συνεχής αγωνία, αβεβαιότητα, αλλά και μια κρυφή ελπίδα ότι κάτι καλύτερο μπορεί να γίνει ώστε να σωθούμε. Από τα πιο ενοχλητικά πράγματα που έχω ακούσει στη ζωή μου ήταν οι σημερινές δηλώσεις του πρωθυπουργού, που μιλούσε για αμετάκλητη απόφαση με μια δόση θριαμβολογίας και χαιρεκακίας. Μας ξεπερνά όλους αυτό. Μιλάμε για θέματα δημοκρατίας, πολυφωνίας και ελευθερίας. Έπαθα σοκ. Δεν υπάρχει ελπίδα. Πολεμήσαμε όσο μπορούσαμε. Κρατήσαμε το μαγαζί ανοιχτό με μια απίστευτη ομοφωνία. Προσπαθούσαμε να μείνουμε ανοιχτοί, γιατί αν μείνεις έναν μήνα χωρίς φωνή και λόγο, δεν θα είναι τίποτα ίδιο αργότερα. Θα χάσεις την αξία σου. Όλα είναι θέμα πολιτικής βούλησης. Είμαστε τσιπάκια σε μια παρτίδα πόκερ. Αυτό που κρατάω είναι ότι ποτέ δεν ντράπηκα για τις σελίδες μας. Πάντα ήμασταν με τη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Και ξενυχτήσαμε, και τσακωθήκαμε, αλλά πάντα εργαζόμασταν με όρεξη και πάθος. Την αγαπάμε τη δουλειά μας». 

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Τ ην ώρα που κάνουμε βόλτα στο ατελιέ, φτάνει στο γραφείο ο Μιχάλης Μητσός, αρχισυντάκτης στα διεθνή θέματα, ο οποίος είχε πάει να παρακολουθήσει τη δίκη (Διαβάστε εδώ το σχετικό ρεπορτάζ του Θοδωρή Αντωνόπουλου). «Στη Βουλή είδαμε κάτι πολύ συγκεκριμένο» λέει. «Δεν είμαι αντικειμενικός και ουδέτερος, εργάζομαι εδώ και τριάντα χρόνια στα “Νέα”. Όλα αυτά τα χρόνια ήμουν καλοπροαίρετος, αφελής και ρομαντικός. Πίστευα ότι ο κόσμος είναι καλός και ότι αν δουλεύεις υπεύθυνα, δεν θα έχεις πρόβλημα, δεν θα φτάσει σε αυτό το σημείο μια εφημερίδα που αποτελείται από καλούς εργαζόμενους. Όμως αυτό κλονίστηκε εξαιτίας καταστάσεων που είχαν σχέση με τη διοίκηση του Ομίλου και αυτούς που εξυπηρετούσαν τη διοίκηση. Όταν παίρνεις δάνεια, χρειάζεται κάποιος να σ’ τα δώσει. Υπήρχε η διπλή ευθύνη, όπου ο ένας έδινε και ο άλλος έπαιρνε, ενώ εμείς, σε ένα άλλο μήκος κύματος, συνεχίζαμε να δουλεύουμε. Προσωπικά, είχα πάντα μια επαγγελματική ηθική μακριά από συνδικαλιστικές νοοτροπίες ή αντιδράσεις. Δεν πολυ-ανακατευόμουν όταν μου έλεγαν ότι “δεν πάμε καλά”. “Ο εκδότης ξέρει” σκεφτόμουν. Πίστευα ότι όπως και ο δημοσιογράφος γνωρίζει να κάνει καλά τη δουλειά του, έτσι γνωρίζει να την κάνει κι αυτός. Εκ των υστέρων αντιλήφθηκα ότι ο Λαμπράκης και ο Καραπαναγιώτης ανήκαν σε μια άλλη γενιά από εκείνη του Ψυχάρη. Όλα αυτά τα χρόνια είχαμε κεντροαριστερό προσανατολισμό, αλλά με δόσεις υπερβολών και ενέσεις λαϊκισμού. Το κόκκινο πρωτοσέλιδο της εκλογής Τσίπρα, όμως, ήταν μια άλλη πίστα. Εκεί ξεπεράσαμε την υπερβολή. Πάντοτε πίστευα στη διάκριση των εξουσιών και εξακολουθώ να πιστεύω, αλλά αυτό καταρρίπτεται καθημερινά, διαψεύδομαι όλο και περισσότερο. Το χαρτί πεθαίνει. Και σταδιακά θα πεθαίνει όλο και πιο πολύ. Είναι παράδοξο να περιμένουμε έναν επενδυτή να έρθει να αγοράσει έναν οργανισμό διότι δεν έχει κέρδος. Η ανάγκη της ενημέρωσης είναι ακόμη ζωντανή. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη διαφήμισης ή ότι υπάρχουν σελίδες που αντιγράφουν τις ειδήσεις μας χωρίς να αναγράφουν την πηγή. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο ότι η συγκεκριμένη κυβέρνηση υπονομεύει −αν δεν επιτίθεται ευθέως− έναν οργανισμό που η κριτική του δεν είναι ανεκτή. Αν πίστευε στην ελευθερία του Τύπου ο πρωθυπουργός, θα έπρεπε να πει “δεν πειράζει, ας με κατακρίνουν, ο όμιλος πρέπει να μείνει ανοικτός”. Ξεκάθαρα, ένα κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ θέλει ο ΔΟΛ να πεθάνει, όπως ήθελε να πεθάνει και το MEGA, για να πουν “ρίξαμε τη διαπλοκή”. Αυτό που δεν μπορώ να δεχτώ είναι ο στραγγαλισμός ενός ομίλου από την πολιτική εξουσία. Μας στέρησαν τη διαφήμιση συνειδητά. Είναι μια παρέα που μαζεύονται για να πάρουν εκδίκηση. Υπάρχουν φωνές, όπως αυτή του Βούτση, που λένε ότι δεν θα είναι καλό για τη δημοκρατία να κλείσουν οι εφημερίδες του ΔΟΛ και βγαίνει μετά ο Παππάς και λέει το αντίθετο, πανηγυρίζοντας. Αυτοί θα αποδειχτούν μια σταγόνα στην Ιστορία της χώρας».

 

Είναι βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήθελε τον ΔΟΛ ανοιχτό και αυτό φαίνεται, γιατί τώρα που κλείνουμε πανηγυρίζουν. Δεν έχουν την ευφυΐα να κρατήσουν ούτε τα προσχήματα. Το μόνο που τους νοιάζει είναι να δείξουν ως λάφυρο τον ΔΟΛ. Ούτε το δικό τους τέλος θα είναι καλό. Όπως στρώνεις, θα κοιμηθείς. Αυτή η κυβέρνηση αυτό το κακό έχει κάνει. Έχει φέρει το μίσος και τον διχασμό. Με μίσος ανέβηκε και με μίσος θα κατέβει. ―Παναγιώτης Λάμψιας

 

Λίγο πριν φύγουμε, ο Παναγιώτης Λάμψιας τους καλεί όλους για να τους ανακοινώσει την απόφαση του δικαστηρίου. Λέει ότι το σαββατιάτικο φύλλο που έχουν ετοιμάσει σε pfd δεν θα βγει, γιατί έχουν ήδη κάνει τον αποχαιρετισμό τους. Περιμένοντας τις εξελίξεις από Δευτέρα, συζητούν για το αν θα συνεχίσουν να βγάζουν φύλλα σε pdf μέχρι τις αρχές Μαρτίου, οπότε αναλαμβάνουν τον Όμιλο οι τράπεζες και ξεκινά η εκκαθάριση. Μέχρι τότε δεν έχουν και πολλές επιλογές, αλλά η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.  

 

15 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΟΥ ΙΣΩΣ ΑΠΟΔΕΙΧΘΟΥΝ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

O Διονύσης Νασόπουλος. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
O Διονύσης Νασόπουλος. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Η Κίττυ Ξενάκη. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Η Κίττυ Ξενάκη. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

O Παναγιώτης Λάμψιας. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
O Παναγιώτης Λάμψιας. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Ο Ηλίας Κανέλλης με τον Παναγιώτη Λάμψια. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Ο Ηλίας Κανέλλης με τον Παναγιώτη Λάμψια. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

O θρύλος του αθλητικού ρεπορτάζ, Γιάννης Διακογιάννης. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
O θρύλος του αθλητικού ρεπορτάζ, Γιάννης Διακογιάννης. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO