Αυτή την εισαγωγή την είχαμε γράψει και πέρυσι, μα θα την επαναλάβουμε και τώρα επειδή σαν προβληματισμός παραμένει.

 

Συνηθίζουμε τις μουσικές λίστες να τις δημοσιεύουμε τον Δεκέμβριο κάθε χρονιάς, αλλά αυτό είναι παρακινδυνευμένο. Βασικά, για τον λόγο πως δίσκοι που παρήχθησαν μέσα στο 2019 (αφού αναφερόμαστε σ' αυτό το έτος) δεν κυκλοφορούν ή δεν φθάνουν στα χέρια μας μέσα στον Δεκέμβριο, καθώς τα εργοστάσια κοπής και περαιτέρω τα ταχυδρομεία, συχνά από φόρτο εργασίας, λόγω εορτών, δεν προλαβαίνουν να είναι «εντάξει» στις παραγγελίες τους.

 

Έτσι, ακόμη και τον Ιανουάριο (του 2020) ή και τον Φεβρουάριο, σε κάποιες περιπτώσεις, κυκλοφορούν άλμπουμ παραγωγής 2019.

 

Θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος... γιατί, τότε, αυτά τα άλμπουμ, του Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2020, να μην τα λογαριάζουμε στις κυκλοφορίες του 2020; Οι απαντήσεις είναι προφανείς.

 

Πρώτον, πρόκειται για παραγωγές του 2019 (έτσι αναγράφεται συχνά σε εξώφυλλα, labels κ.λπ.), οπότε αν τα λογαριάζουμε για κυκλοφορίες του 2020 θα είναι λάθος.

 

Άκουσα περί τα 200 ελληνικά άλμπουμ μέσα στη χρονιά (φυσικές μορφές και digital). Πολλά άλμπουμ ήταν πολύ καλά. Ή και πάρα πολύ καλά. Υπάρχουν άξιοι έλληνες τραγουδοποιοί και συγκροτήματα, που κάνουν αληθινά εξαιρετική δουλειά.

 

Δεύτερον, όταν κάποιος μουσικός συντάκτης θα έρθει στο τέλος του 2020, τον Δεκέμβριο, να κάνει το σχετικό best of είναι πολύ πιθανό ή να ξεχάσει τις κυκλοφορίες του Ιανουαρίου 2020 (που θα γράφουν 2019 σε εξώφυλλα και ετικέτες) ή να τις παραλείψει – αφού, όπως συχνά συμβαίνει (για την ολοκλήρωση των λιστών) η πλειονότητα των άλμπουμ που επιλέγονται προέρχονται, κυρίως, από το δεύτερο εξάμηνο του εκάστοτε έτους.

 

Προσωπικά δεν φιλοδοξώ πως θα αλλάξει αυτή η συνήθεια, το να καταρτίζονται οι λίστες στο τέλος κάθε χρονιάς, και μάλιστα πολύ νωρίς τον Δεκέμβριο (το Rolling Stone δημοσίευσε στις 5/12, το Billboard και το Pitchfork στις 10/12, κ.ο.κ.), ούτε καν την τελευταία εβδομάδα του χρόνου δηλαδή (αφού θα πρέπει οι λίστες να είναι έτοιμες εγκαίρως, για να προλάβουν την εορταστική κίνηση-κατανάλωση), ήθελα όμως, σε κάθε περίπτωση, ν' ακούσω μερικά ακόμη ελληνικά άλμπουμ, του 2019 πάντα, που έφθασαν στα χέρια μου τις τελευταίες μέρες του Δεκέμβρη, τον Ιανουάριο και τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου, πριν ετοιμάσω αυτό που ακολουθεί.

 

Να πω επίσης το εξής. Άκουσα περί τα 200 ελληνικά άλμπουμ μέσα στη χρονιά (φυσικές μορφές και digital). Πολλά άλμπουμ ήταν πολύ καλά. Ή και πάρα πολύ καλά. Υπάρχουν άξιοι Έλληνες τραγουδοποιοί και συγκροτήματα, που κάνουν αληθινά εξαιρετική δουλειά.

 

Μέσα στις «καλύτερες κυκλοφορίες» του 2019 θα μπορούσε να υπάρχουν και τα άλμπουμ των The Answer? "and it's already tomorrow" [B-Other Side / ΑΖΑ], The Man from Managra "King Time" [Inner Ear], Freedom Candlemaker "Beaming Light" [Inner Ear], Socratis Sinopoulos Quartet "Metamodal" [ECM Records / AN Music], Οδυσσέας Τζιρίτας "Butterflies" [Private, 2019], Kooba Tercu "Kharrüb" [Body Blows, Mafia], Σοφία Λαμπροπούλου-Βασίλης Κετεντζόγλου "Butterfly" [Odradek], Μπαλάντες για Φόνους «Εκείνη Έρχεται Μέσα Απ' Τις Στάχτες» [Mr Vinylios / B-Other Side], Mazoha «Μπάσταρδο» [Inner Ear], The Boy «Παραδουλεύτρα» [Inner Ear], Electric Litany "Under A Common Sky" [Inner Ear / Azure], Sonny Touch "Leave Space for the Little Animals" [Veego], Κωστής Δρυγιανάκης «Η Προσέγγιση» [Hxoi Kato Apo To Spiti], Kenny Freq "OST: 17-18 The Hall" [Private], Μανώλης Γαλιάτσος «Το Γαλήνιο Όνειρο του Έιχαμπ» [Largo / MLK], Κώστας Άγας «Κάραβος» [Private]...

 

Σ' αυτή την περίπτωση, όμως, θα γράφαμε για τα 25 ή για τα 30 «καλύτερα». Το περισσότερο ενδιαφέρον όμως στις λίστες, τουλάχιστον για μένα, δεν έχει η πρόσθεση, αλλά η αφαίρεση. Το να γράψεις για τα 20 ή για τα 30 καλύτερα είναι το εύκολο. Το να γράψεις για τα 10 ή για τα 5 είναι το δύσκολο. Και μάλλον το πιο ενδιαφέρον...

 

Δέκα δίσκοι λοιπόν, σε αλφαβητική και όχι αξιολογική σειρά (κατά το ελληνικό αλφάβητο)

1.

ION

North Wind

[Same Difference Music]

 

Το "North Wind" του ION (Γιάννης Παπαϊωάννου) είναι ένα τυπικό, ένα καθαρό krautrock άλμπουμ. Με το «χάσιμό» του, με τα πλήκτρα του, με τα τσέλα του (το σκοτεινό όργανο-σύμβολο του kraut), με τις κιθάρες του, με τα όλα του. Αυτός είναι ο βασικός χαρακτηρισμός... και όλοι οι υπόλοιποι είναι εντελώς επιμέρους και απολύτως δευτερεύοντες.

 

Στο "North Wind" ο ION εμφανίζει ένα χαλαρό στη σύλληψή του, αλλά ουσιαστικό στην εκτέλεσή του concept. Όπως λέει και ο ίδιος:

 

«Η ιδέα τού άλμπουμ, όταν ξεκίνησα να το δουλεύω, ήταν να συνεχίσω εκείνο που κάποτε με κινητοποίησε ως κάτι ενδιαφέρον και απλό: μια μακριά, σχεδόν μόνιμη, νύχτα στον σουηδικό βορρά. Ακούγοντας τον άνεμο στο απέραντο τοπίο της Αρκτικής σκεπτόμουν τι σημαίνει η φυσική και συμβολική απουσία τού φυσικού φωτός σε όλους εμάς. Η νύχτα είναι η μητέρα των ονείρων και ο άνεμος είναι το τραγούδι της. Το "North Wind" μπορεί να είναι μια ισχυρή άγρια δύναμη, μερικές φορές μια μεταφορική εικόνα για τα δεινά του κόσμου, αλλά μπορεί επίσης να είναι κι ένας μυστηριώδης φυσικός τρόπος για να έχουμε σε εγρήγορση τις αισθήσεις μας, ανάλογα και με το πόσο έτοιμοι είμαστε, ώστε να μας βοηθήσουν να γίνουμε ο αληθινός μας εαυτός».

 

Σε κάθε περίπτωση όλα αυτά μετατρέπονται σε μουσική –και αυτό μας ενδιαφέρει εδώ– μια μουσική με συνεπή ροή, ικανή να σε παρασύρει σ' ένα... παραδοσιακό cosmic trip.

 

Οι αναφορές σε early Tangerine Dream και Klaus Schulze (και σε άλλα μεταγενέστερα ονόματα βεβαίως) είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς στο "North Wind" – και όχι απλώς είναι εμφανείς, αλλά έχουν και τη δύναμη να σε απογειώνουν με τον ίδιο εκείνον (τον παλαιό και τόσο δοκιμασμένο) αριστοτεχνικό τρόπο.

 

Ο ION, που χειρίζεται ταινίες και ηλεκτρονικά, βοηθιέται εδώ από μερικά ακόμη πρόσωπα. Τον Henrik Meierkord τσέλο σε τρία tracks, τον Νίκο Βελιώτη τσέλο σε ένα track και τον Γιώργο Θεοφανίδη ηλεκτρική και e-bowed κιθάρα σε ένα track.

 

Το άκουσμα είναι σοβαρό, υποβλητικό, σκιώδες, αργό, υπαινικτικό, ψυχεδελικό, ταξιδευτικό, διαθέτοντας σε περίσσεια όλα εκείνα που μπορεί να αναζητήσει ο καθείς, από την μεγάλη και αυστηρή παρακαταθήκη τής kosmische musik.

 

Επαφή: www.ionmusik.bandcamp.com

 

2.

ΧΑΡΗΣ ΚΑΤΣΙΜΙΧΑΣ / ΧΡΗΣΤΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

Από τους κήπους των ψιθύρων

[Ogdoo Music Group]

 

Κάποια από τα βασικά τα διαβάζουμε στο εξώφυλλο. Καινούρια τραγούδια σε μουσικές Χάρη Κατσιμίχα, τα οποία αποδίδει ο Χρήστος Θηβαίος, με την παραγωγή του άλμπουμ να ανήκει στον Θάνο Μικρούτσικο. Λέμε για το CD «Από τους κήπους των ψιθύρων», που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό και που περιέχει μελοποιημένα ποιήματα των Γιάννη Βαρβέρη (1955-2011), Αργύρη Χιόνη (1943-2011) και Κώστα Γ. Παπαγεωργίου (γενν. το 1945).

 

Ποιητές της περιώνυμης «γενιάς του '70» ο Χιόνης και ο Παπαγεωργίου, λίγο πιο κατοπινός ο Βαρβέρης (καθότι ξεκίνησε μετά τη δικτατορία) δεν είναι από αυτούς που μελοποιούνται εύκολα. (Εξάλλου ελάχιστα ποιήματα και των τριών έχουν μελοποιηθεί μέσα στα χρόνια). Έτσι, και σε πρώτη φάση, μοιάζει με τόλμημα η απόπειρα του Χάρη Κατσιμίχα να επιλέξει τα συγκεκριμένα ονόματα, προκειμένου να ντύσει τα λόγια τους με μουσικές.

 

Ας πούμε λοιπόν από την αρχή πως ο Χ. Κατσιμίχας τα κατάφερε πολύ καλά ή και πάρα πολύ καλά (αναλόγως με τα τραγούδια). Και τα κατάφερε, επειδή δεν μελοποίησε τα ποιήματα όπως ακριβώς ήταν γραμμένα από τους ποιητές, αλλά με κάποιες αλλαγές (μετατοπίσεις λέξεων ή και φράσεων, επαναλήψεις, προσθήκες, αλλαγές λέξεων κ.λπ.). Χρησιμοποίησε, δηλαδή, διάφορα τεχνάσματα, προκειμένου να προσαρμοστεί καλύτερα ο λόγος στα μουσικά μέτρα.

 

Τώρα, αν είχε το δικαίωμα να το κάνει αυτό, ο συνθέτης, δεν ξέρω. Συνήθως γίνονται τέτοιες μικροαλλαγές στα ποιήματα, όταν πρόκειται να μελοποιηθούν – αλλά υποτίθεται πως αυτές οι αλλαγές προχωρούν μέσα από την έγκριση των ποιητών. Εδώ, δεν ξέρω αν υφίσταται κάτι τέτοιο (όσον αφορά, κατά πρώτον, στους Χιόνη και Βαρβέρη που δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή). Μπορεί και να ισχύει, όμως. (Να σημειώσω, πάντως, πως οι στίχοι των ποιητών είναι αναγραμμένοι στο booklet κι έτσι ο καθείς μπορεί να δει και να διαπιστώσει τις όποιες αλλαγές – δεν κρύβεται, θέλω να πω, ο συνθέτης).

 

Λοιπόν, και για να το ξεκαθαρίσω. Αυτό που εγώ ακούω, εδώ, το βρίσκω τέλειο. Θέλω να πω πως, προσωπικώς, δεν ενοχλούμαι από τις αλλαγές που έχει επιχειρήσει στον ποιητικό λόγο των Χιόνη, Βαρβέρη και Παπαγεωργίου ο Χ. Κατσιμίχας, προκειμένου να γίνει τούτος πιο εύκολα μελοποιήσιμος. Καλώς συνέβη ό,τι συνέβη – γιατί το συνολικό αποτέλεσμα, δηλαδή το τελικό τραγούδι, κρίνεται ως πέρα για πέρα επιτυχές. Αυτό είναι το κριτήριο – και δεν μπορεί να υπάρχει δεύτερο, καθότι εδώ τραγούδια ακούμε και γι' αυτά καλούμαστε να γράψουμε τη γνώμη μας. Μπράβο λοιπόν στον Χ. Κατσιμίχα, που μπορεί και προτείνει τόσο ωραίες μελοποιήσεις βασισμένες σε τόσο «δύσκολους» στίχους.

 

Ίσως το μεγαλύτερο μπράβο να πρέπει να το απευθύνουμε στον Χρήστο Θηβαίο – που αποδεικνύει εδώ πως είναι ένας πολύ αξιόλογος ερμηνευτής (δεν λέω, απλώς, τραγουδιστής).

 

Ο Θηβαίος, σαν ένας καλός μαθητής, βρίσκεται κάτω από την σοβαρή επίδραση του Χ. Κατσιμίχα. Τόσο πολύ, ώστε ορισμένες φορές να νομίζεις πως τα τραγούδια τα λέει όντως ένας... λίγο βραχνιασμένος Χ. Κατσιμίχας και όχι ο Χρήστος Θηβαίος!

 

Δεν ξέρω για ποιο λόγο δεν θέλησε ο Χ. Κατσιμίχας να αποδώσει ο ίδιος τις συνθέσεις του (έτσι όπως τις ακούω μου φαίνεται ως το πλέον φυσιολογικό), όμως εκείνο που έχει νόημα να κριθεί είναι η ερμηνεία του Θηβαίου στους «κήπους των ψιθύρων» και όχι η απόφαση του Κατσιμίχα (να μην τραγουδήσει). Άψογος λοιπόν ο Θηβαίος, σ' έναν ρόλο στον οποίον, προσωπικώς, δεν τον έχω ξανακούσει.

 

Όλα τα τραγούδια, και τα οκτώ, είναι πολύ καλά –και υπό την έννοια πως διαφαίνονται σε αυτά οι παλαιές ποιότητες του Χ. Κατσιμίχα–, αλλά τα «Γοητευμένοι απ' το βυθό» (Χιόνης), «Βροχή δωματίου» (Χιόνης), «Πιάνο βυθού» (Βαρβέρης) και «Τα έπιπλα» (Παπαγεωργίου) τα ξεχωρίζω, ως κάτι παραπάνω, σε πρώτη φάση, επιμένοντας όμως πως ολάκερο το άλμπουμ στέκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο.

 

Επαφή: www.ogdoomusicgroup.gr

 

Χάρης Κατσιμίχας - Χρήστος Θηβαίος | Γοητευμένοι απ'το βυθό

 

3.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ

Επί Σκηνής

[Εκδόσεις Κ.Μ. Ζαχαράκης]

Είναι ένα από τα πιο παράξενα άλμπουμ που έχω ακούσει τον τελευταίο καιρό – για να μην πω τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για το CD «Επί Σκηνής» του συνθέτη τής avant-garde Γιώργου Κουβαρά, ένα έργο σύνθετο και πολυδιάστατο, που αναφέρεται εξ ίσου στη μουσική και τον λόγο.

 

Δεν μπορείς εύκολα να χαρακτηρίσεις αυτό που ακούς, εδώ, ούτε και να το περιγράψεις. Θα μπορούσε το CD να αποτελεί το ηχητικό ίζημα μιας θεατρικής παράστασης ή μάλλον πολλών ταυτοχρόνως, ικανές να αναγνωριστούν μέσω των ποικίλων κυμάτων, που άλλοτε συμβάλλουν, άλλοτε συγκρούονται και άλλοτε οδεύουν ασύμβατα προς τον παρεχόμενο χώρο.

 

Αυτά τα επίπεδα τού λόγου (που μπορεί να είναι απαγγελίες ή τραγούδι ή φωνήματα ή προηχογραφημένα σπαράγματα), συνδυάζονται με ήχους, με μουσικές πρωτότυπες ή μη, που εντάσσονται «επιστημονικώς» στο γενικότερο σύστημα, δίνοντάς του ζωή.

 

Ο Γιώργος Κουβαράς, κοντολογίς, ανασταίνει μια παλαιά, μια προαιώνια πρακτική επικοινωνίας του λόγου με την μουσική, γνωστή και ως μουσική ρητορική, η οποία φαίνεται πως αποτελεί μιαν «άγνωστη χώρα» στην σύγχρονη πρωτοπορία.

 

Πρακτικώς, τι είναι το «Επί Σκηνής» και τι ακριβώς συμβαίνει σ' αυτό;

 

Πρόκειται λοιπόν για μια σύνθεση σκηνικής μουσικής ρητορικής, η οποία, όπως διαβάζουμε, είναι εμπνευσμένη από το ομώνυμο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη. Αφορά δε: σολίστες μονωδούς, φωνητικό σύνολο, δύο πολίτες, πιάνο, τρομπόνι, κόρνο, μπάσο κλαρινέτο και βεβαίως ηλεκτρονικά.

 

Πρώτο track το 11λεπτο «Αποσάθρωσις», μια ηχητική δομή που διατρέχεται από ποικίλες στάθμες θορύβων (συνύπαρξη ηλεκτρονικών, φυσικών οργάνων και φωνών, ενίοτε σε εκρηκτικές διατάξεις), μαζί με συνεχείς spoken word παρεμβάσεις, ερχόμενες από ποικίλες διευθύνσεις, και κειμένων που διαβάζονται με συγκεκριμένη θεατρική αντίληψη. Συναρπαστικό, το δίχως άλλον, ως άκουσμα, που επιβάλλεται με σφοδρότητα στον μάλλον-ανέτοιμο και αποσβολωμένο ακροατή.

 

Στο 14λεπτο «Κύριε» υπάρχουν αναφορές στον César Franck και τον Σεφέρη, μαζί με οπερατικά breaks, φωνές, εφφέ, θορυβώδεις παρεμβάσεις, ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό λόγο και γενικώς ένα κολάζ, ένα συνονθύλευμα φωνών, που διαρκώς μετατοπίζει στο χώρο το (εν τέλει) ανύπαρκτο κέντρο ισορροπίας της σύνθεσης.

 

Το 26λεπτο «Άρια του Ήλιου» διαθέτει J.S. Bach, πάντα Γιώργο Σεφέρη, εφφέ, έξωθεν παρεμβάσεις, λυρικό τραγούδι, μα και... Γιώργο Μπαμπινιώτη (κείμενο από το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, σχετικό με την γλωσσική επικοινωνία). Και δεν είναι, φυσικά, μόνον αυτά, καθότι η δημιουργία μιας επικοινωνιακής βαβέλ (μουσικής και φωνητικής), υψώνει τείχη προς κάθε πρόσφορη κατάταξη. Εμπειρία!

 

Το άλμπουμ θα ολοκληρωθεί με το 9λεπτο "Transcendental", που είναι το πιο «εσωστρεφές» track, όσον αφορά στον βασικό στόχο του «Επί Σκηνής», ο οποίος είναι η ανάπτυξη-καταγραφή μιας μουσικής ρητορικής. Η ποίηση του Σεφέρη διατρέχει φυσικά και αυτό το μέρος, αλλά το φωνητικό κολάζ που κατατίθεται εδώ είναι συνεχές και απρόσκοπτο, αέναο θα το αποκαλούσα, χωρίς αρχή, μέση και τέλος.

 

Είναι προφανείς οι φιλοσοφικές διαστάσεις στις οποίες επιχειρεί να αναπτυχθεί το "Transcendental", όπως και γενικότερα το CD-book «Επί Σκηνής», ένα ηχογράφημα εντελώς διαφορετικό και αυτόνομο απ' όσα μπορούν να φθάσουν στ' αυτιά μας σήμερα.

 

Επαφή: www.zacharakis.gr

 

4.

ΑΝΝΑ LINARDOU

Heterotopia

[Underflow Record Store & Art Gallery]

 

Η τραγουδίστρια Άννα Λινάρδου μπορεί να ξεκίνησε πριν από μια δεκαετία κάπως ορθόδοξα τη μουσική πορεία της (τραγουδώντας, και σε δίσκους, Μικρούτσικο, Χατζιδάκι κ.ά.), αλλά τώρα συνεχίζει μάλλον ανορθόδοξα, δίνοντας ένα πρώτο προσωπικό LP, το οποίο αποκαλεί "Heterotopia".

 

Λέμε «ανορθόδοξα», γιατί η "Heterotopia" δεν είναι απ' αυτά τα άλμπουμ για μαζική χρήση. Χωρίς να είναι «δύσκολο» είναι απαιτητικό, διαθέτει ψάξιμο και χωρίς να εμμένει σε μιαν απροσάρμοστη, abstract φόρμα είναι ταυτοχρόνως και ξεχωριστό. Σε κάθε περίπτωση το "Heterotopia" δεν είναι ούτε πειραματικό, αλλά ούτε και προφανές.

 

Αυτό, που πράττει η Λινάρδου είναι, εν τέλει, και το πλέον δύσκολο. Γιατί όσο απλό είναι να τραγουδήσεις έναν παραδοσιακό σκοπό μπροστά σ' ένα μικρόφωνο, άλλο τόσο σύνηθες είναι και να τον αποδομήσεις. Το δύσκολο και το αληθινά ενδιαφέρον είναι να κινηθείς κάπου στη μέση. Να τραγουδήσεις χωρίς ακρότητες τις παραδόσεις, ντύνοντάς τες με νέα ηχοχρώματα. Να προτείνεις, εννοούμε, ένα LP πυκνό σε ηχητικά νοήματα, που να μην «κλωτσάει» τον μέσο ακροατή, ενοποιώντας με τον τρόπο του ποικίλες ηχητικές παραδόσεις.

 

Γιατί η "Heterotopia" εκεί στηρίζεται, στην παράθεση διαφορετικών σκοπών παραδοσιακών (από τα Αθαμανικά Όρη, από τον Λίβανο, το Κουρδιστάν, την Ιταλία, τα Απαλάχια Όρη) ή και επώνυμων (Jacob Senleches, Ρόζα Εσκενάζυ), που ενοποιούνται κάτω από ένα lo-fi ηχητικό δόγμα.

 

Τα «περιβάλλοντα» που αναπτύσσει ο Γιώργος Βαρουτάς είναι, με λίγα λόγια, εξαιρετικά. Δεν καπελώνουν τη φωνή, ούτε επιχειρούν να κερδίσουν τις εντυπώσεις. Από την άλλη δεν είναι και κάτι που έρχεται από «πίσω», μένοντας «πίσω» – κάτι που δεν το νοιώθεις και δεν το αντιλαμβάνεσαι.

 

Είναι, πώς να το πούμε, εκείνες οι λεπτές ισορροπίες, που θα παίζουν πάντα ρόλο σε τέτοιες περιπτώσεις και που θα οδηγούν τα ακούσματα σ' ένα δικό τους, ξεχωριστό κόσμο. Και δεν αναφερόμαστε μόνο σε ό,τι υφαίνει ο Βαρουτάς εδώ, μα ακόμη και στο πιάνο, το τσέλο, τα ηλεκτρονικά, το φλάουτο, τις κιθάρες, το σαντούρι, που συμμετέχουν, κατά περίπτωση, στις ενοργανώσεις, συνοδεύοντας την Λινάρδου, σ' αυτό το εντελώς προσωπικό ταξίδι.

 

Αν και δεν υπάρχουν κομμάτια (από τα συνολικώς οκτώ) που να μένουν πίσω, θα ξεχώριζα, σαν προσωπικές προτιμήσεις, το "Ahmedo" (κουρδικό τραγούδι αγάπης) από την Side A και το "Little sparrow" (τραγούδι των Απαλαχίων) από την Side B.

 

Το "Heretopia" είναι ένα σημαντικό άλμπουμ, δεν χωράει αμφιβολία. Ένα άλμπουμ που τώρα μας συστήνει, για τα καλά, μιαν εξαιρετική τραγουδίστρια με άποψη πάνω στα θέματά της – την Άννα Λινάρδου.

 

Επαφή: www.underflow.gr

 

ANNA LINARDOU - Ahmedo - The state51 Conspiracy

 

5.

BLACK LESBIAN FISHERMEN

The Metaphysics of Natron

[Underflow Record Store & Art Gallery]

 

Υπάρχουν εδώ και μερικά χρόνια οι Black Lesbian Fishermen, έχουν ηχογραφήσει ακόμη ένα άλμπουμ το 2015 ("Ectopic Apiary"), για να επανέλθουν τώρα, στα τέλη του 2019, μ' ένα LP που αποκαλείται "The Metaphysics of Natron".

 

Μέλη των Black Lesbian Fishermen είναι ο Νίκος Φωκάς modular synths, keyboards, treatments, tepaphon, η Αμερικανίδα R. Loftiss (Rebecca Loftiss) bowed guitar, vox, glass flute, synths, toys, o Στρατής Σγουρέλλης bass, treatments, o Βρετανός Alan Trench guitars, fx, vox, synths και o Στέλιος Ρωμαλιάδης φλάουτο.

 

Όλοι οι μουσικοί έχουν την ιστορία τους. Και οι Έλληνες και οι αλλοδαποί. Ο Νίκος Φωκάς έχει περάσει από τους Common Sense, έχει παίξει πλήκτρα σε εγγραφές των Lüüp και των Vault of Blossomed Ropes, ενώ έχει κι ένα δικό του άλμπουμ το "The Eternal Creak of the Icebreaker" (2016). Ο Σγουρέλλης έχει και αυτός παρουσία σε διάφορα σχήματα (Jonny Nel, Vault of Blossomed Ropes), όπως και ο Ρωμαλιάδης φυσικά (Lüüp, Vault of Blossomed Ropes, συμμετοχές σε άλμπουμ των Steve Jansen, Eziak J. Kriste κ.λπ.). Τα ίδια και για τους ξένους μουσικούς, βεβαίως, την Αμερικανίδα και τον Βρετανό, που τους συναντάμε σε διαφόρους σχηματισμούς ή και με προσωπική δισκογραφία.

 

Το "Metaphysics of Natron" είναι ένα παράξενο άλμπουμ, αλλά ταυτοχρόνως και πολύ ενδιαφέρον.

 

Το «παράξενο» σχετίζεται με το γεγονός πως συνδυάζει με μαεστρία, με άνεση, με ουσία, με καίριο λόγο, πειραματικά-ηλεκτρονικά και παλαιο-ψυχεδελικά στοιχεία. Αυτό δεν το συναντάς συχνά. Ή θα βρεις σχήματα improv / experimental, που ασκούνται με noises, εφφέ κ.λπ. ή θα βρεις ακραιφνή νεο-ψυχεδελικά σχήματα, με τα κλασικά... κιθάρα, μπάσο, ντραμς, όργανο κ.λπ., που παίζουν κατά τα διδάγματα των sixties.

 

Εδώ, στην περίπτωση του "Metaphysics of Natron" των Black Lesbian Fishermen, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Υπάρχει μία μόχλευση αβαντ-γκαρντίστικων και ψυχεδελικών στοιχείων θέλω να πω, την οποία δεν διακονούν, σήμερα, πολλοί.

 

Αλλά και στο παρελθόν άμα ψάξεις κι εκεί δεν θα βρεις πολλά ανάλογα και σχετικά. Θα βρεις τους Orkustra, τους The Beat of the Earth, τους Mesmerizing Eye, τους Friendsound και μένω στην Αμέρικα (σε τούτα τα όχι τόσο γνωστά ονόματα), και δεν ανακατεύω σώνει και καλά πρώιμους Pink Floyd, Soft Machine και τα συναφή.

 

Σε κάθε περίπτωση οι Black Lesbian Fishermen με tracks σαν τα "Third rubric" και "All of this is memory" (χωρίς να εξαιρώ κανένα από τα τέσσερα υπόλοιπα) δείχνουν χαρακτηριστικά πολύ μεγάλου γκρουπ.

 

Επαφή: www.underflow.gr

 

6.

DURY DAVA

Dury Dava

[Inner Ear]

 

Dury Dava, δηλαδή ΝταβαΝτούρι, αν διαβαστεί ανάποδα, είναι το όνομα ενός καινούριου ελληνικού συγκροτήματος, που έρχεται να μας συστηθεί μ' ένα διπλό LP, που διαρκεί περί τα 70 λεπτά!

 

Παλιά, τα παλιά-καλά ροκ χρόνια, ήθελες το καλώς εννοούμενο θράσος για να ντεμπουτάρεις με διπλό LP (κάτι ασύνηθες εξ αρχής), αλλά τίποτα απ' όλα εκείνα που συνέβαιναν παλιά δεν ισχύει σήμερα στη δισκογραφία και ίσως καλώς από μια μεριά. Οπότε ας το ξεπεράσουμε κι αυτό κι ας πάμε παρακάτω.

 

Οι Dury Dava αποτελούνται από τους Γιωργή Καρρά κιθάρα, dirluba (ινδικό έγχορδο, που παίζεται με δοξάρι), Ηλία Λιβιεράτο τύμπανα, κρουστά, Δημήτρη Μαντζαβίνο φωνητικά, κιθάρα, μπουζούκι, Κάρολο Μπεράχα μπάσο, πλήκτρα, synth και Δημήτρη Πρόκο κλαρινέτο, νέυ, synth.

 

Το πρώτο άλμπουμ τους έχει σαν τίτλο το όνομά τους, "Dury Dava" δηλαδή, και περιλαμβάνει δέκα tracks με διάρκειες ποικίλες – από 3:57 το συντομότερο μέχρι 13:00 το πιο μακρύ στο χρόνο.

 

Τι είναι το "Dury Dava"; Είναι ένα άλμπουμ progressive rock με πολλά ethnic στοιχεία (διάβαζε ανατολίτικα) σπαρμένα σε όλες τις συνθέσεις που περιλαμβάνει.


Προσωπικώς χαίρομαι γιατί ένα σημερινό ελληνικό συγκρότημα δείχνει μια τέτοια ουσιαστική καταβύθιση σ' αυτόν τον παλαιό και αγαπημένο ήχο, τον οποίο θα τοποθετούσαμε κάτω από τις κλασικές ταμπέλες progressive / krautrock / fusion / ethnic.

 

To progressive αντιμετωπίζεται, βασικά, μέσα στο πνεύμα του krautrock τύπου CAN αρχικά (με πολλά ψυχεδελικά στοιχεία εντός), αλλά στην πορεία οι αναφορές στον ήχο (γερμανικών) συγκροτημάτων του χθες όπως οι Embryo, οι Missus Beastly, οι Dissidenten κ.λπ. είναι ακόμη περισσότερο εμφανείς (ασχέτως αν οι Dury Dava έχουν ακούσει τα προαναφερόμενα ονόματα, κάποια απ' αυτά ή και κανένα).

 

Περαιτέρω, μια δεύτερη πολύ βασική αναφορά των Αθηναίων φίλων μας (κι εδώ θα υπάρξουν οπωσδήποτε λιγότερες αντιρρήσεις) είναι ο Τούρκος Barış Manço (Μπαρίς Μαντσό) και το συγκρότημα του οι Kurtalan Ekspresi. Ο Barış Manço (1943-1999) υπήρξε ηγετική μορφή του τουρκικού ροκ (anadolu rock), για περισσότερο από 30 χρόνια, ανακατεύοντας rock passages, με παραδοσιακές μελωδίες και ρυθμούς της Ανατολίας, γράφοντας φοβερά τραγούδια και τυπώνοντας απίθανα άλμπουμ.

 

Εκεί κάπου τοποθετείται ο ήχος των Dury Dava λοιπόν, ένας ήχος που είναι τέλεια προσανατολισμένος σε όλα εκείνα που έχουν κατά νου οι πέντε μουσικοί και μάλιστα δίχως αισθητικές εκπτώσεις.

 

Έτσι, έχουμε ένα άλμπουμ απαράμιλλη ενότητα, με tracks που κυλάνε δίχως χάσματα, πράγμα που δείχνει πως σωστά παραχωρήθηκαν οι τέσσερις πλευρές του βινυλίου και πως σωστά αποτυπώθηκε όλη αυτή η «σκέψη» του γκρουπ σ' ένα διπλό long-play.

 

Προσωπικά χαίρομαι, λοιπόν, γιατί ένα σημερινό ελληνικό συγκρότημα δείχνει μια τέτοια ουσιαστική καταβύθιση σ' αυτόν τον παλαιό και αγαπημένο ήχο, προσφέροντάς μας καταπληκτικά κομμάτια σαν τα «Τρίπτυχο», «Σάτανα», «34522» και «Ταρλάμπασι» (γειτονιά της Κωνσταντινούπολης) (για να αναφέρω ένα μόνο track από κάθε πλευρά).

 

Αληθινά σπουδαίο άλμπουμ!

 

Επαφή: www.inner-ear.gr

 

Dury Dava - Σάτανα (Official Audio)

 

7.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Παραλογές του Άχρηστου

[Puzzlemusik για το CD και Puzzlemusik / B-Other Side για το LP]

 

O Μπάμπης Παπαδόπουλος είναι ίσως ο πιο δημιουργικός έλληνας μουσικός, που κρατάει από τη δεκαετία του '80. Δεν είναι, απλώς, το γεγονός πως ξέφυγε από το ροκ (ως μέλος συγκροτήματος – των Τρύπες), δεν είναι ότι έπαιξε και με άλλα τελείως διαφορετικά γκρουπ (Λαϊκεδέλικα/Θ. Παπακωνσταντίνου, Χειμερινοί Κολυμβητές κ.λπ.), είναι το γεγονός, κυρίως αυτό, της συνεχούς ανανέωσης των εκφραστικών μέσων του, βασικά μέσω των προσωπικών δουλειών του. Της πιο δικής του δισκογραφίας, που περιλαμβάνει και τις μουσικές του για το θέατρο και τον κινηματογράφο.

 

Ρίχνοντας μια ματιά στη σελίδα τού Μπάμπη Παπαδόπουλου στο σάιτ discogs και ενθυμούμενοι τις «αυτοσχεδιαστικές» συνεργασίες του με τον τζαζίστα Φλώρο Φλωρίδη, τις ηλεκτρικές «Σκηνές από Ένα Ταξίδι», τη συνεύρεσή του με τον σημαντικό κιθαρίστα της ροκ-αβαντγκάρντ Nicky Skopelitis (και ξανά με τον Φλωρίδη), την άποψη του για το ρεμπέτικο στο «Απ' τη Σπηλιά του Δράκου», το σάουντρακ για την ταινία του Γιάννη Οικονομίδη Το Μικρό Ψάρι, το έντεχνο «Μέσα Στον Πόνο Είν' Η Χαρά Μες Στη Χαρά Είναι Ο Πόνος», όπως και τη μουσική του για την παράσταση χορού «Βορεάδες», σκεφτόμαστε πως ελάχιστοι μουσικοί της γενιάς του έχουν μια τόσο δημιουργική διαδρομή, τα τελευταία 35 χρόνια.

 

Και το υποστηρίζουμε τούτο ακούγοντας (και) το τελευταίο άλμπουμ τού Μπάμπη Παπαδόπουλου, το «Παραλογές του Άχρηστου», που είναι το ωραιότερό του (λογικό κι αυτό, για έναν μουσικό που δεν μένει στάσιμος και εξελίσσεται διαρκώς).

 

Μοιάζει το «Παραλογές του Άχρηστου» (τίτλο εμπνευσμένος από το βιβλίο του Nuccio Ordine Η Χρησιμότητα του Άχρηστου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ) να ακούγεται σαν μια... συλλογή, «σαν» λέμε, σαν ένας δίσκος με ανέκδοτα, μα εντυπωσιακά ορχηστρικά, που φανερώνουν αυτήν ακριβώς τη διάθεση τού δημιουργού τους για πειραματισμό και ψάξιμο – δίχως να αποκλείεται, απ' αυτό το ψάξιμο, το λαϊκό και το πηγαίο.

 

Δεν διαθέτουν πολλοί συνθέτες τούτη την ικανότητα. Να είναι την ίδια στιγμή και radical και popular, χωρίς να υπολογίζουν το κόστος μιας τέτοιας κίνησης-απόφασης.

 

Γιατί πάντα θα υπάρχει ένα κόστος (κυρίως από τη μεριά όσων ακούν με στεγανά), όταν καταφέρνεις να συνδυάσεις σ' ένα άλμπουμ το μπουζούκι ενός χασάπικου, με το noise-rock και το γενικότερο «προχωρημένο».

 

Ίσως το κορυφαίο ελληνικό άλμπουμ, που κυκλοφόρησε τη χρονιά που πέρασε.

 

Επαφή: www.puzzlemusik.gr

 

8.

THE SCREAMING FLY

Trip to Venus

[Psychotik Dream, Psychoing Comics / Sound Effect Records]

 

Το "Trip to Venus" των Αθηναίων Screaming Fly είναι ένα άλμπουμ κλάσης. Από τα καλύτερα rock, που μπορείς ν' ακούσεις οπουδήποτε. Όχι μόνον από μουσικούς που δρουν στην Αθήνα ή όπου αλλού στην Ελλάδα, αλλά παντού. Αντιλαμβάνεστε τι εννοούμε, όταν λέμε «παντού». Πως στο μέτρο των ακουσμάτων του ο καθένας δεν θα συναντήσει εύκολα, αυτή τη στιγμή, άλμπουμ στην παγκόσμια ροκ δισκογραφία, που να είναι ταυτοχρόνως τόσο σφοδρό, τόσο ουσιαστικό και τόσο γεμάτο, όπως το "Trip to Venus". Γιατί, κακά τα ψέματα, πολλοί μπορεί να ομνύουν στο rock του '60 (beat, r&b, garage, ψυχεδελικό...), αλλά ελάχιστοι θα πρέπει να είναι εντελώς υπερήφανοι γι' αυτά που μας προτείνουν.

 

Οι Screaming Fly, πάντως, οφείλουν να είναι πεπεισμένοι για την αξία αυτής τής προσφοράς τους και άρα να το χαίρονται και να το γιορτάζουν αναλόγως. Και κάπως έτσι το ροκ-διαμάντι τους οφείλουμε να το προσέξουμε και να το τοποθετήσουμε τώρα, εγκαίρως, και χωρίς μεμψιμοιρίες, εκεί όπου πραγματικά αξίζει. Στην κορυφή.

 

Ο Stef κιθάρα, φωνή, ο Stash μπάσο και ο C.L. ντραμς ετοιμάζουν, για το "Trip to Venus", έξι κομμάτια, που είναι το ένα καλύτερο από τ' άλλο. Κομμάτια, που δρουν όλα μαζί σαν «ένα σώμα», σαν ένα «ψυχεδελικό σώμα», πλημμυρίζοντας το χώρο.

 

Δεν μπορώ να σκεφθώ εύκολα μπάντες από το sixties-παρελθόν, που να έχουν αυτήν την εξοντωτική ορμή των Screaming Fly (και δεν θέλω, εδώ, να καταφύγω σε κάτι seventies-eighties περιπτωσάρες, που, ούτως ή άλλως, δεν είναι ταυτόσημες και τούτο γιατί οι Screaming Fly είναι ένα απολύτως σημερινό γκρουπ).

 

Τέλος πάντων... μόνο με ενθουσιασμό μπορείς να γράψεις για το "Trip to Venus" και αυτό μάλλον τα λέει όλα.

Επαφή: www.soundeffect-records.gr

 

The Screaming Fly - Dimension X

 

9.

ΑNNA STEREOPOULOU

Plano

[Anna Stereopoulou | AEAƎA Studio]

 

Η Άννα Στερεοπούλου, μια σοβαρή συνθέτρια της σύγχρονης electro / avant-garde, φανερώνει και μ' αυτό το άλμπουμ της πως είναι μια μουσικός με άποψη, με ιδέες σοβαρές (αισθητικής φύσεως ή άλλες), έχοντας παραλλήλως και τη γνώση και τη δύναμη αυτές ακριβώς τις ιδέες να τις επιβάλλει μέσα από το έργο της.

 

Από την πρωταρχική σκέψη και τη σύλληψη, μέχρι την εκτέλεση και την τελειοποίηση, εκείνων που έχει κάθε δημιουργός κατά νου, μεσολαβεί κενό ή κενά, τα οποία δεν πρέπει να σε οδηγήσουν σε παρεκκλίσεις από τον αρχικό σου στόχο.

 

Κι εδώ μπαίνει η λέξη «επιβάλλει», που σχετίζεται βασικά με την μάχη που πρέπει να διεξάγεις με τον εαυτό σου, προκειμένου να καταστήσεις εφικτό το όραμά σου. Να συνθέσεις δηλαδή, μέσα σε 53 λεπτά, όπως πράττει στο "Plano" η Στερεοπούλου, μιαν ολόκληρη ηχητική ιστορία, που να έχει αρχή, μέση και τέλος, διαθέτοντας επιπλέον (η ιστορία) την βεβαιότητα ενός ολοκληρωμένου και μοναδικού έργου.

 

Τούτο συμβαίνει εδώ, σ' ένα άλμπουμ ενός και μόνον track, που απλώνεται στο χρόνο, διεκδικώντας την αμέριστη προσοχή μας.

 

Σ' αυτό το track λοιπόν η συνθέτρια καταθέτει, μέσω μιας δική της προσωπικής μεθόδου, όλες τις «αγωνίες» της γύρω από το πώς θα μπορούσε να λειτουργεί η μουσική τής μεγάλης φόρμας, προτείνοντας έναν τρόπο (ηχητικής) δράσης που καθορίζεται από αρχέτυπα και από φουτουριστικά στοιχεία. Αυτός ο συνδυασμός είναι που κάνει το "Plano" ξεχωριστό, δίνοντάς του στη διαδρομή μεγαλεπήβολες διαστάσεις.

 

Στα αρχέτυπα στοιχεία θα κατέτασσα τις αναφορές στην παράδοση (και όχι μόνο στην ελληνική), κάτι που συμβαίνει και μέσω των επιτόπιων εγγραφών, που τοποθετούνται σε καίρια σημεία της αφήγησης, ενώ όσον αφορά στα φουτουριστικά θα έγραφα για τις ποικίλες ηλεκτρονικές παρεκβάσεις προς new age, space, avant, ethnic και λοιπά πεδία.

 

Το άκουσμα του "Plano", παρ' όλη τη συνθετότητα και το άπλωμά του στον χρόνο, δεν χαρακτηρίζεται από αστάθειες, «κοιλιές», βαριά φορτώματα ή ανέξοδες αβαντ-γκάρντιες. Διαθέτει ισορροπία και μια χαλαρότητα στην αφήγηση, που το κάνει κάπως... ζεν.

 

Νομίζω πως η Ανατολή, η μουσική και φιλοσοφική Ανατολή, αποτελεί ισχυρή επιρροή της Στερεοπούλου, με τις αναφορές στο ινδικό μέλος π.χ. να είναι σαφείς (χωρίς, όμως, να βγάζουν μάτι). Αυτή η λεπτότητα στη χρήση των διαφόρων αναφορών είναι επίσης χαρακτηριστική στο "Plano", αλλά και γενικότερα στον τρόπο που δουλεύει η συνθέτρια – αν κρίνουμε και από προηγούμενες δουλειές της. Τούτο μεταφράζεται σε μελέτη προφανώς, βαθιά ενασχόληση και διάθεση να υπερβείς το προφανές, ψάχνοντας το «πιο μέσα».

 

Σε τούτη την πορεία η Στερεοπούλου, που χειρίζεται πιάνο, keyboards, synths, αυλό, μπεντίρ, field recordings και φωνές, δεν είναι μόνη. Δίπλα της βρίσκονται οι Eva Caballero φλάουτο, φλογέρες, φωνή, Terje Evensen Korg volca, field recordings και Somali Panda ίσο (φωνητικό drone).

 

Όλοι μαζί συνεισφέρουν σ' ένα έργο, που, πάνω απ' όλα, έχει τον τρόπο να σε κατακτά με την πνευματικότητά του.

Επαφή: www.annastereo.bandcamp.com

 

10.

VERGESSENHEIT

Songbook

[Outlandish Recordings]

 

Vergessenheit στα γερμανικά σημαίνει «λήθη» και μ' αυτή την ονομασία αναγνωρίζεται το ντούο, που αποτελούν οι Κώστας Κακούρης πιάνο, όργανο, σύνθεση και Αναστάσης Γρίβας σχεδιασμός πειραματικών ήχων (λούπες, ηλεκτρονικά κ.λπ.).

 

Το "Songbook", που είναι ένα ιδιαίτερο άλμπουμ με οκτώ τραγούδια, διαθέτει δύο «πλευρές», την πρώτη που αποκαλείται "Songs about love and despair" και τη δεύτερη την "Songs about nothing".

 

Στο πρώτο τραγούδι ακούμε τους στίχους του κλασικού σκωτσέζικου παραδοσιακού "Black is the color". Εδώ τραγουδά με την «σπασμένη» φωνή του ο Νίκος Σαλίγκαρος. Το πιάνο έχει τον πλέον βασικό ρόλο, ενώ και η ηλεκτρική κιθάρα με τις παρεμβάσεις της προσθέτει σε χρώματα.

 

Ακολουθεί το "Reh na hoh", στο οποίο τραγουδά η Susanne Wieser. Δεν είμαι σίγουρος τι γλώσσα ακούμε εδώ –και αν πρόκειται για γλώσσα ή για κάποιες συλλαβές, που επιλέγονται για το ηχόχρωμά τους– όμως εκείνο που φθάνει στ' αυτιά μου είναι καταπληκτικό. Απόλυτη αίσθηση pagan-folk και ωραία «ανοιχτή» χρήση του οργάνου, που προσθέτει στο τραγούδι μια ψυχεδελική διαφυγή. Εξαιρετική, επίσης, η φωνή της Wieser. Η σύνθεση ανήκει στον Κακούρη, όπως και όλες οι επόμενες.

 

Τρίτο κομμάτι το "Longing", που αποδίδει η Κατερίνα Παπαχρήστου. Μέσω μιας απλής ενοργάνωσης (πιάνο, έγχορδα), που στοχεύει στην εκτίναξη της θλιμμένης μελωδίας, το "Longing" δεν είναι τίποτα λιγότερο από «αριστούργημα». Άψογοι οι φιλοσοφικοί στίχοι του Βασίλη Αθανασιάδη (No Man's Land, Terrapin), οι σχετικοί με το ανεκπλήρωτο, το ανέφικτο, τις χίμαιρες που μας στοιχειώνουν κ.λπ.

 

Η πλευρά "Songs about love and despair" θα ολοκληρωθεί με το "Invictus", που αποδίδει η Susanne Wieser. Πρόκειται για το κλασικό ποίημα του (Άγγλου) William Ernest Henley (1849-1903), το σχετικό με την εσωτερική δύναμη που διαθέτουμε ως άνθρωποι, ώστε να μπορούμε να ξεπερνάμε τις αντιξοότητες της ζωής και να γινόμαστε κύριοι της μοίρας μας. Και αυτό το τραγούδι είναι φοβερό!

 

Στο ίδιο βαρύ, σκοτεινό, αλλά συναρπαστικό μοτίβο θα συνεχίσει και η δεύτερη πλευρά, που θα ανοίξει με το "A fire long dead" και με ερμηνεύτρια ξανά την Παπαχρήστου. Εδώ, το κείμενο ανήκει στον John Cage, παρμένο από το βιβλίο του Silence: Lectures and Writings (1961). Το τσέλο δημιουργεί το κατάλληλο υποβλητικό περιβάλλον, προκειμένου να αναπτυχθεί ένα ακόμη τραγούδι, που σε κρατάει, και αυτό, αιχμάλωτο με την ομορφιά του.

 

Το "Wer wandert" διαθέτει (γερμανικούς) στίχους και ερμηνεία από την Susanne Wieser. Πιάνο, φωνή σ' έναν συνδυασμό Nico και Dagmar Krause. Από τον παγερό λυρισμό στην μπρεχτική αποστασιοποίηση υπάρχει οπωσδήποτε απόσταση, αλλά εδώ φαίνεται πως αυτή ακριβώς η απόσταση εκμηδενίζεται.

 

Το προτελευταίο τραγούδι τού CD έχει τίτλο "Pale dream (for Nico)", διαθέτει στίχους του William Butler Yeats (1865-1939) και ερμηνεία ξανά από την Wieser. Το τραγούδι εξελίσσεται αργά, στο ίδιο βαθύ και μελαγχολικό πνεύμα (με τους στίχους του Yeats να επιδεινώνουν την ήδη βαριά ατμόσφαιρα).

 

Το "Songbook" θα ολοκληρωθεί με το "Loss", με λόγια ξανά του Cage από το Silence: Lectures and Writings και με ερμηνεία, αυτή τη φορά, από την Λητώ Μεσσήνη. Είναι το πιο σύντομο track του άλμπουμ και σαν φωνητική εκφορά θα το χαρακτήριζα ως το πιο «προχωρημένο» της σειράς.

 

Το πραγματικό τέλος όμως, αυτής της έξοχης δουλειάς, θα έρθει με την κρυφή εκτέλεση του "Longing" και με τραγούδισμα, αυτή τη φορά, από τον ίδιο τον Βασίλη Αθανασιάδη (που έγραψε τους στίχους).

 

Έξοχο κλείσιμο – κι ένα άλμπουμ, γενικώς, για πολύ ψηλά!

 

Επαφή: www.outlandishrecordings.com

 

Reh Na Hoh, from the album ''Vergessenheit:Songbook''