ΠΟΤΕ ΗΤΑΝ Η τελευταία φορά που άκουσα Gorillaz; Ειλικρινά δεν θυμάμαι. Για χρόνια το όνομά τους υπήρχε κάπου στο περιθώριο της μουσικής μου ζωής, σαν μια υποσημείωση της britpop εποχής μου που είχα συνδέσει αποκλειστικά με τους Blur. Η φωνή του Ντέιμον Άλμπαρν ήταν, στο μυαλό μου, άρρηκτα δεμένη με το γκρουπ, οπότε καθετί έξω από αυτό μου φαινόταν σχεδόν «παράταιρο».
Και έπειτα υπήρχε η καρτουνίστικη αισθητική με σχέδια και άβαταρ αντί για πρόσωπα. Παρότι λάτρης των κόμικς και των κινουμένων σχεδίων, δυσκολευόμουν να πάρω στα σοβαρά το εικονικό συγκρότημα που ο Άλμπαρν συνέλαβε μαζί με τον δημιουργό τού Tank Girl, Τζέιμι Χιούλετ. Τότε δεν μου «κόλλαγε» ούτε η μουσική τους. Δεν μου φαινόταν να συμβαδίζει με την άναρχη, επαναστατική εικόνα με την οποία την περιέβαλλαν. Αν ήθελαν να είναι ποπ ταραξίες, έπρεπε και ο ήχος τους να είναι ανάλογος και να μην ακούγονται σαν μια dub εκδοχή των Blur – ακόμη μισώ το «Clint Eastwood» #sorrynotsorry.
Οι στίχοι των Gorillaz μιλούν για αποχαιρετισμό, μνήμη και θνητότητα καθώς και για τη μεταθανάτια ζωή, περιγράφοντας συχνά δύσκολες καταστάσεις. Κι όμως, αυτό που προκύπτει είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο – και τελικά πιο φωτεινό και βαθιά ανθρώπινο.
Με τα χρόνια, φυσικά, αποδείχθηκε ότι είχα λάθος. Συμβαίνει συχνά να ανακαλύπτεις από την αρχή γκρουπ ή καλλιτέχνες που κάποτε σνόμπαρες, σαν να τους ακούς πρώτη φορά. Να συνειδητοποιείς ότι τελικά δεν ήταν εκείνοι που δεν άξιζαν την προσοχή σου αλλά εσύ που δεν ήσουν έτοιμος να τους ακούσεις. Έτσι λειτουργεί η μουσική. Θα έχανε τη μαγεία της διαφορετικά.
Gorillaz - «The mountain, the moon cave and the sad god»
Το πρότζεκτ των Gorillaz όχι μόνο δεν υπήρξε εφήμερο αλλά κλείνουν πλέον 25 χρόνια φέτος από την κυκλοφορία του πρώτου τους ομώνυμου άλμπουμ το 2001. Δημιουργήθηκαν το 1998 επίσημα. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Alexis Petridis στην «Guardian», το συγκρότημα που ξεκίνησε ως σαρκαστικό σχόλιο πάνω στην κατασκευασμένη ποπ σήμερα μοιάζει σχεδόν προφητικό ή μάλλον καλύτερα έχει γίνει ο κανόνας. «Η νέα τους κυκλοφορία βγαίνει σε έναν κόσμο όπου καρτουνίστικα K-pop συγκροτήματα όπως οι Huntr/x και Saja Boys μετρούν συνολικά 100 εβδομάδες στα βρετανικά charts, όπου η άνιμε “vocaloid” Hatsune Miku εμφανίζεται στην O2 Arena και όπου ο διάσημος παραγωγός Timbaland έχει λανσάρει μια AI τραγουδίστρια με το όνομα Tata Taktumi».
Το «Mountain» είναι ο ένατος κατά σειρά δίσκος τους και γεννήθηκε μέσα από δύο βασικά γεγονότα που συνέβησαν στη ζωή των δημιουργών του: πήγαν ένα ταξίδι στην Ινδία και έχασαν και οι δυο τους πατεράδες τους. Θα περίμενε κανείς έναν πένθιμο δίσκο. Κι όμως, αυτό που προκύπτει είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο – και τελικά πιο φωτεινό και βαθιά ανθρώπινο. Σαν να γιορτάζει τον θάνατο μέσα από τη ζωή. Η ινδική επιρροή δεν λειτουργεί διακοσμητικά στο άλμπουμ αλλά καθαρτικά και εμψυχωτικά. Παράλληλα, μοιάζει με συνδετικό κρίκο που ενώνει τα 15 κομμάτια του άλμπουμ μεταξύ τους. Σιτάρ, μπανσούρι και παραδοσιακά μοτίβα ενσωματώνονται οργανικά στον γνώριμο, πολυσυλλεκτικό ήχο του συγκροτήματος. Ανά στιγμές, θυμίζει αρκετά τα ’90s dream pop συγκροτήματα που αντλούσαν από αυτήν τη μεγάλη σχολή μουσικής. Η παραγωγή κινείται, επίσης, ανάμεσα σε synth-pop, post-disco, electronica και world στοιχεία χωρίς να μοιάζει αποσπασματική. Αντίθετα, το άλμπουμ, χωρίς να είναι απαραίτητα μια κόνσεπτ δουλειά, διαθέτει μια αξιοζήλευτη συνοχή που έλειπε από προηγούμενες δουλειές τους.
Το πιο εντυπωσιακό, όμως, που καταφέρνουν οι Gorillaz είναι η συναισθηματική ισορροπία. Οι στίχοι μιλούν για αποχαιρετισμό, μνήμη και θνητότητα καθώς και για τη μεταθανάτια ζωή, περιγράφοντας συχνά δύσκολες καταστάσεις, αλλά η μουσική συχνά ανεβάζει διάθεση με μελωδίες και ρυθμούς που θυμίζουν γιορτή, δίνοντας μια αίσθηση ότι η απώλεια δεν είναι το τέλος αλλά ένα πέρασμα στην άλλη όχθη. Στον πυρήνα του άλμπουμ βρίσκεται η ιδέα ότι οι φωνές δεν σιωπούν με τον θάνατο.
Ο Άλμπαρν αξιοποιεί ανέκδοτες ηχογραφήσεις από μουσικούς και πρόσωπα που έχουν φύγει από τη ζωή και είχε συνεργαστεί στο παρελθόν μαζί τους όπως ο Ντένις Χόπερ, ο Μπόμπι Γουόμακ, o Mαρκ E. Σμιθ, o Tόνι Άλεν, o Proof και o Ντέιβ των De La Soul. Δεν είναι, όμως, μόνο οι εκλιπόντες που συμμετέχουν στο άλμπουμ αλλά και μια σειρά από εν ζωή καλλιτέχνες, όπως οι Asha Bhosle, Black Thought, Idles, Τζόνι Μαρ, Aνούσκα Σανκάρ, Sparks, Oμάρ Σουλεϊμάν, Γκραφ Ρις, Tρουένο και Γιασίν Μπέι.
Gorillaz - Delirium ft. Mark E Smith
Είναι ένα πανέμορφο άλμπουμ που σε παρασέρνει από την αρχή μέχρι το τέλος και ήδη ζηλεύω όσους πρόλαβαν να εξασφαλίσουν το εισιτήριο για τη sold-out εμφάνισή τους στην Αθήνα. Οι υπόλοιποι ας προσέχαμε.
Eddie Dark - Touch My Elektroniks (Inner Ear)
Από τους πειραματισμούς των Gorillaz με ινδικούς παραδοσιακούς ήχους και υπαρξιακούς στοχασμούς πάνω στη μεταθανάτια ζωή, περνάμε σε έναν «απέθαντο» ταραξία της ελληνικής ανεξάρτητης ποπ σκηνής. Ο Eddie Dark παρουσιάζει το τρίτο του επίσημο άλμπουμ, «Touch my elektroniks», με μότο τη φράση: «Ίσως το πιο δύσκολο πράγμα για ένα νεκρό αγόρι είναι το γεγονός ότι είναι ένα νεκρό αγόρι».
Τα ντεσιμπέλ πιάνουν ταβάνι και ο Eddie συνεχίζει να εξερευνά τους extreme ηλεκτρονικούς ήχους με τους οποίους είχε αρχίσει να φλερτάρει στο προηγούμενο «Disko-Terrorista», μόνο που εδώ το κάνει με περισσότερο πένθιμη και μισανθρωπική διάθεση. Ο ποπ χαρακτήρας που κάποτε λειτουργούσε ως ρομαντικό άλλοθι έχει πλέον εξαφανιστεί και στη θέση του συναντάμε black metal φωνητικά, industrial υφές και EBM ξεσπάσματα αλά Front 242, ενώ κάπου ακούγονται από μακριά απόηχοι από Cabaret Voltaire, χωρίς ποτέ δυστυχώς να μετουσιώνονται σε κάτι παραπάνω.
EDDIE DARK - ΝΕΚΡΑ (Official Audio)
Η παραγωγή του Στέφανου Κωνσταντινίδη είναι απόλυτα στοχευμένη, κοφτερή και λειτουργική – τίποτα περιττό, τίποτα χαοτικό χωρίς λόγο. Κάθε στοιχείο υπηρετεί τη συνολική, σκοτεινή χροιά του δίσκου.
Αν κάτι λείπει, είναι η lo-fi αισθητική ορισμένων παλαιότερων κομματιών που χάριζαν στον ήχο του μια αίσθηση του διαχρονικά και σέξι αλλόκοτου. Εκείνη η ελαφρώς «βρόμικη» υφή δημιουργούσε μια παράδοξη, σχεδόν μεταφυσική συνθήκη, έναν safe χώρο μεταξύ της ποπ και της παρακμής της παραμόρφωσης. Στο «Touch my elektroniks» όλα είναι πιο καθαρά, πιο επιθετικά, πιο ευθύγραμμα. Και ίσως αυτή η καθαρότητα να αποτελεί τελικά περισσότερο ένα ανησυχητικό στοιχείο. Πέρα από όλα αυτά, ο Eddie Dark παραμένει ίσως η πιο συναρπαστική παρουσία που έχει αναδυθεί από τα εγχώρια εδάφη τα τελευταία χρόνια, ανεξαρτήτως ύφους ή μουσικού είδους. Με κάθε του κυκλοφορία επαναπροσδιορίζει τα όριά του όχι απλώς αλλάζοντας ήχο αλλά χτίζοντας ολόκληρους, αυτάρκεις ηχητικούς κόσμους γύρω από αυτόν.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.