Τα τέσσερα τζαζ άλμπουμ που θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια κυκλοφόρησαν τον τελευταίο καιρό και έχουν άμεσο ελληνικό ενδιαφέρον. Εμφανίζουν, δε, μια ποικιλία από στυλ και ηχοχρώματα, είναι ηχογραφημένα εδώ και στην Γερμανία και αποδεικνύουν, για μιαν ακόμη φορά, το υψηλό επίπεδο των ελλήνων μουσικών της τζαζ.
NEW QUARTET (Amir ElSaffar / Ole Mathisen / Tania Giannouli / Tomas Fujiwara)
Live at Pierre Boulez Saal
[Maqām Records, 2025]
Το Amir ElSaffar New Quartet μας ενδιαφέρει ιδιαιτέρως, επειδή ένα από τα μέλη του είναι η πιανίστρια Τάνια Γιαννούλη. Δεν έχουμε πολλές φορές την ευκαιρία να ακούμε δίσκους, στους οποίους η Γιαννούλη να συμμετέχει ως μέλος ενός όχι δικού της γκρουπ, και αυτό προσδίδει στο “Live at Pierre Boulez Saal” ένα επιπλέον νόημα.
Το κουαρτέτο που ακούμε εδώ –ζωντανά ηχογραφημένο, με κόσμο ή χωρίς, στην Pierre Boulez Saal, στο Βερολίνο, στις 30 Σεπτεμβρίου και την 1η Οκτωβρίου 2023– δεν είναι τυχαίο. Μέλη του είναι αναγνωρισμένοι μουσικοί της ευρύτερης τζαζ σκηνής, με πολλές συνεργασίες, live και ηχογραφήσεις μέσα στα χρόνια. Θα το αποκαλούσαμε, δε, και πολυεθνικό το σχήμα αυτό, καθώς το αποτελούν ο ιρακ-ο-αμερικανός τρομπετίστας (και κατά περίπτωση τραγουδιστής) Amir ElSaffar, η ελληνίδα πιανίστρια Τάνια Γιαννούλη, ο νορβηγός τενορίστας Ole Mathisen και ο αμερικανός ντράμερ Tomas Fujiwara.
Μπορεί η μουσική του κουαρτέτου να μοιάζει περισσότερο κοντινή στην αισθητική και τη φιλοσοφία του ElSaffar, όμως και οι υπόλοιποι μουσικοί βρίσκονται πάντα εκεί, για να επεκτείνουν τις περίτεχνες μελωδίες που αναδύονται προς άλλους, παράλληλους κόσμους.
Οι τέσσερις μουσικοί δεν ήταν «άγνωστοι» μεταξύ τους – να το σημειώσουμε αυτό. Είχαν εμφανιστεί ανά δύο ή ανά τρεις σε live (για παράδειγμα η Γιαννούλη με τον ElSaffar συνεργάστηκαν για πρώτη φορά το 2018), οπότε δεν ήταν απρόσμενη η συνεύρεσή τους σ’ ένα σχήμα των τεσσάρων – ένα σχήμα, που θα δοκίμαζε λίγες φορές πριν να βγει στη σκηνή της Pierre Boulez Saal, για να παρουσιάσει τη μουσική του μπροστά στο κοινό. Από τα δέκα κομμάτια του CD τα οκτώ είναι ηχογραφημένα στις 30 Σεπτεμβρίου του ’23 μπροστά στο ακροατήριο, ενώ υπάρχουν και δύο εναλλακτικά tracks στο τέλος, αποτυπωμένα στον ίδιο χώρο, χωρίς κοινό όμως, την επόμενη μέρα 1η Οκτωβρίου (του ’23).
Το βασικό που πρέπει να ειπωθεί εδώ είναι πως η τζαζ που παρουσιάζει το κουαρτέτο έχει ισχυρές αυτοσχεδιαστικές διαστάσεις, κινούμενη χοντρικά σ’ ένα oriental πλαίσιο. Δεν πρόκειται στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της για ethnic-jazz με την έννοια που είχε ο όρος στα 90s, αλλά για μια αυτοσχεδιαστική προσέγγιση ανατολίτικων μελωδιών, τις οποίες φέρουν εις πέρας και οι τέσσερις μουσικοί – ο καθένας από το δικό του πόστο, αλλά ταυτοχρόνως και σε συμφωνία φάσης με τους υπόλοιπους.
Μπορεί η μουσική του κουαρτέτου να μοιάζει περισσότερο κοντινή στην αισθητική και τη φιλοσοφία του ElSaffar, όμως και οι υπόλοιποι μουσικοί βρίσκονται πάντα εκεί, για να επεκτείνουν τις περίτεχνες μελωδίες, που αναδύονται, προς άλλους παράλληλους κόσμους. Αυτό το αντιλαμβάνεσαι σε κάθε track του CD, όπως ας πούμε στο καταπληκτικό 8λεπτο “Ghazalu”, που έχει και τραγούδι (από τον ElSaffar), με την Γιαννούλη να δημιουργεί, με το μικροτονικό πιάνο της, ένα υποβλητικό eastern περιβάλλον, εντός του οποίου καταλαμβάνουν σταδιακά τις θέσεις τους η φωνή, το τενόρο, η τρομπέτα και τα κρουστά.
Φυσικά και οι τέσσερις μουσικοί έχουν την ευκαιρία στο live, και ανά φάσεις, να δείξουν τις πιο προσωπικές δεξιότητές τους (για παράδειγμα στο τέλος του 17λεπτου “Orientations I-V” ακούς ένα περίτεχνο σόλο ντραμς από τον Fujiwara), όμως, και σε κάθε περίπτωση, είναι το ομαδικό παίξιμο εκείνο που κάνει το σύντομο στο χρόνο “10:23 am” να ακούγεται τελείως εκστατικό, δίνοντας το σύνθημα, στην αίθουσα, για ένα παρατεταμένο χειροκρότημα.
Η περίπου επανάληψη των “Orientations I-V” και “Le marteau de la maîtresse” (δίχως κοινό) στο τέλος του CD μας δίνει την ευκαιρία να επανα-επιβεβαιώσουμε την αξία του Amir ElSaffar New Quartet, και της συγκεκριμένης απόπειράς του, προφανώς, να δημιουργήσει και να προτείνει μία μουσική πλούσια τόσο σε λαϊκά όσο και σε πρωτοποριακά στοιχεία, δίχως παρεκκλίσεις από τις θέσεις ισορροπίας τους. Κοντολογίς; Ένα συναρπαστικό άλμπουμ.
Ghazalu
PANOS TZINIOLIS TRIO
Dr.Fen
[Private Pressing, 2025]
Το “Dr.Fen” είναι το δεύτερο άλμπουμ του ντράμερ της τζαζ Πάνου Τζινιόλη, μετά από το “Silver Lining” του 2019. Και στα δύο αυτά CD, στο παλιό και το καινούριο, φαίνεται το προς τα πού στρέφονται οι αισθητικές αναζητήσεις του Τζινιόλη, ποια μορφή της τζαζ τον ενδιαφέρει και βεβαίως ποιες είναι οι αναφορές και οι επιρροές του. Το hard bop, δηλαδή η soul jazz και ο groovy ήχος γενικότερα είναι στις προτεραιότητες του έλληνα ντράμερ, κάτι που αποκαλύπτεται και στο “Dr.Fen”, ένα άλμπουμ οκτώ συνθέσεων όλων πρωτότυπων, δίχως, πάντως, να ανήκουν όλες στον leader του σχήματος.
Κατ’ αρχάς λέμε για ένα πύρινο τρίο τα μέλη του οποίου είναι ο οργανίστας Γιώργος Κοντραφούρης, ο κιθαρίστας Σάκης Τσινούκας και ο ντράμερ Πάνος Τζινιόλης (μπασίστας δεν υπάρχει, με τον ρόλο του να τον καλύπτει ο Κοντραφούρης). Από τα οκτώ κομμάτια του CD, τώρα, τέσσερα ανήκουν στον Πάνο Τζινιόλη, δύο στον Ερρίκο Τζινιόλη (πατέρας του Πάνου, ντράμερ κι αυτός, που δεν βρίσκεται στη ζωή), ένα στον Κοντραφούρη και ένα στον Τσινούκα.
Υπάρχει, λοιπόν, αυτή η ομαδική συνεισφορά στο “Dr.Fen”, που οπωσδήποτε λειτουργεί προσθετικά και θετικά, γιατί όλα τα tracks είναι πολύ καλά, γόνιμα, ευχάριστα, άνετα στο αυτί, κομίζοντας μία ευχάριστη διάθεση, ακόμη και αν ορισμένες μελωδίες τους μπορεί να είναι... λυπητερές. Τη μεγαλύτερη σημασία, όμως, εδώ, έχει το drive, η δύναμη, η ορμή και το συναίσθημα που βγάζει το τρίο – η διάθεσή του, τέλος πάντων, να πατήσει γερά στα παλαιά διδάγματα, προτείνοντας κάτι που να μπορεί να δονεί και τους σημερινούς ακροατές. Το καταφέρνει ασυζητητί.
Το “Dr.Fren” έχει τέλεια ενότητα, με τα κομμάτια να είναι το ένα ωραιότερο του άλλου. Φυσικά και έχω προσωπικές προτιμήσεις – για παράδειγμα το “Echo spine” του Τσινούκα είναι φοβερό, με άπιαστη κιθάρα και όργανο, αλλά το ίδιο θα έλεγα και για το “Preparation blues” του Π. Τζινιόλη, το “Eric” του Ε. Τζινιόλη, που είναι ακόμη πιο... παλιομοδίτικο, φέρνοντας στη μνήμη μου ελληνικά σίξτις ή το γλαφυρό “The notebook” του Κοντραφούρη–, όμως εκείνο που κυριαρχεί στο “Dr.Fren” είναι το σύνολο των συνθέσεων και ο τρόπος, που αυτές παρατάσσονται, κρατώντας τον ακροατή συνεχώς στο κόκκινο και στα πενήντα σχεδόν λεπτά του.
Eric - Panos Tziniolis trio
JAKO QUARTET
Everything in Between
[XJazz!Music, 2026]
Ο Ιάκωβος Συμεωνίδης (Jako) είναι ένας κιθαρίστας της τζαζ, που ζει και εργάζεται στο Βερολίνο. Ήδη έχει κάνει ένα πρώτο άλμπουμ με το τρίο του (Ιάκωβος Συμεωνίδης ηλεκτρική κιθάρα, Γιώργος Κοντραφούρης όργανο, Γιάννης Παπαδούλης ντραμς), το “Safe Place” [QFTF, 2022], ενώ τώρα είναι έτοιμο το πιο πρόσφατο CD του “Everything in Between”, στο οποίο ο Συμεωνίδης μας συστήνεται με το κουαρτέτο του (Iakovos “Jako” Symeonidis κιθάρα, Thomas Hähnlein τενόρο, σοπράνο σαξόφωνα, Maik Kleer ηλεκτρικό μπάσο, Aarón Castrillo ντραμς). Το άλμπουμ αυτό, στο οποίο ακούγονται και guests (Lionel Haas πιάνο, ηλεκτρικό πιάνο, Amanda Becker φωνή) είναι ηχογραφημένο στο βερολινέζικο Hot Milk Studio, με τη μείξη και το mastering να έχουν γίνει στην Αθήνα, στο Artracks από τον Γιώργο Πρινιωτάκη.
Από το ηχογραφικό παρελθόν του Jako και βεβαίως από το setting των οργάνων στο νέο CD αντιλαμβανόμαστε πως το hard bop / soul jazz είναι ο βασικός χώρος στον οποίο κινείται το κουαρτέτο. Ο ήχος, εν ολίγοις, καθορίζεται από τις soulful συνθέσεις του Jako, καθώς οι έξι από τις εννέα είναι δικές του, με τις διασκευές στα “You’ve got a friend” (Carole King), “The things we did last summer” (Sammy Cahn / Jule Styne) και “My girl” (Smokey Robinson / Ronald White) να φανερώνουν και τα ευρύτερα ενδιαφέροντα του σχήματος είτε προς το soft rock, είτε προς τα στάνταρντ του great American songbook, είτε προς το funk και τη soul (λόγω του τραγουδιού των Temptations).
Οι γερές συνθέσεις του Συμεωνίδη, τα άψογα παιξίματα, η σωστή και μελετημένη ροή και βεβαίως η «θερμή» παραγωγή δείχνουν πως το Jako Quartet έχει κατακτήσει πολλά «υψώματα» ταυτοχρόνως, παραδίδοντας ένα απολαυστικό άλμπουμ όχι μόνον σε σχέση με τις versions, μα και με τα πύρινα πρωτότυπα, σαν τα “Finding balance”, “Lilac lullaby” και “The train” (αυτό το τελευταίο αφιερωμένο στη μνήμη των θυμάτων του εγκλήματος των Τεμπών), που έχουν τη δύναμη να σε κρατούν συνεχώς σε εγρήγορση.
Finding Balance
YIORGOS PANTAZOPOULOS
Some Things I’ve Never Told you
[Puzzlemusik, 2025]
Ο κοντραμπασίστας Γιώργος Πανταζόπουλος είναι ένας νέος μουσικός της ελληνικής τζαζ σκηνής (εισήχθη στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, στο τμήμα Μουσικών Σπουδών, το 2017), ο οποίος τώρα έχει έτοιμο το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του, που αποκαλείται “Some Things I’ve Never Told you”. Στο CD αυτό ακούγονται, πλην του Πανταζόπουλου, ο πιανίστας Αλέξανδρος Λυκοθανάσης και ο ντράμερ Παναγιώτης Θέμας, με το υλικό να παρατίθεται ως εξής: τα πρώτα πέντε tracks αποτελούν συνθέσεις του Πανταζόπουλου, ενώ τα τρία τελευταία είναι οι δικές του εκδοχές στα “Confessin’” (Daugherty / Neiburg / Reynolds), “Nature boy” (Eden Ahbez) και “Puttin’ on the Ritz” (Irving Berlin).
Προφανώς έχουμε να κάνουμε μ’ ένα πιάνο τρίο νέων μουσικών, οι οποίοι συνεργάζονται, μέσα σ’ ένα πλαίσιο δύναμης και νεύρου, προκειμένου να δώσουν ένα 50λεπτο+ άλμπουμ, δηλαδή κάπως μεγάλο όσον αφορά τη διάρκειά του, και σε κάθε περίπτωση πληθωρικό σε ωραία παιξίματα, σόλι, και ομαδικές συνευρέσεις. Προσωπικά θα το προτιμούσα καμιά 10αριά λεπτά συντομότερο, με μία version να πέφτει κάπου ανάμεσα –το ωραίο σόλο-κοντραμπάσο στο “Nature boy” ας πούμε–, αλλά ok.
Σε κάθε περίπτωση το “Some Things I’ve Never Told you” είναι κάπως «άγριο» σαν άκουσμα – κάτι που, προφανώς, ανταποκρίνεται σε ό,τι είχε στο νου του το τρίο του Γιώργου Πανταζόπουλου. Υπάρχει μια ορμή και μια ένταση στα παιξίματα, το ξαναλέω, και αυτό το κάπως... ακατέργαστο άκουσμα είναι ό,τι χαρακτηρίζει το “Some Things I’ve Never Told you”, που σε κάθε περίπτωση δείχνει τις δυνατότητες των τριών μουσικών καταγράφοντάς τους ως «ελπίδες για το μέλλον».
Coffee Break