Στις 23 Απριλίου 1976 κυκλοφόρησε το πρώτο, ομώνυμο άλμπουμ των Ramones. Ο δίσκος είχε ηχογραφηθεί σε διάστημα μιας εβδομάδας στον όγδοο όροφο του Radio City Music Hall της Νέας Υόρκης και είχε κοστίσει 6.400 δολάρια, ένα αστείο ποσό σε σύγκριση με τους μεγάλους προϋπολογισμούς που συνηθίζονταν τότε στη δισκογραφική βιομηχανία. Η δισκογραφική τους εταιρεία, η Sire, αποφάσισε να κυκλοφορήσει δύο singles, το «Blitzkrieg Bop» και το «I wanna be your boyfriend», αλλά κανένα από τα δύο δεν μπήκε στα charts, ούτε και το ίδιο το LP. Παρ' όλα αυτά, έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα πιο επιδραστικά άλμπουμ στην ιστορία της «ποπ» μουσικής. Το πολιτισμικό βάρος που του αποδίδεται ξεπερνά κατά πολύ τα 29 λεπτά και 4 δευτερόλεπτα που χρειάζεται για να ακούσει κανείς αυτό που ευρέως θεωρείται ως το άλμπουμ που εφηύρε το πανκ.
Τα μέλη του γκρουπ, οι Τζέφρι Χάιμαν, Τζον Κάμινγκς, Ντάγκλας Κόλβιν και Toμ Έρντελι, ήταν τότε 24-25 ετών και είχαν γνωριστεί στο γυμνάσιο του Forest Hills, μιας μεσοαστικής γειτονιάς της Νέας Υόρκης, όπου ένιωθαν εκτός τόπου, σαν απόβλητοι. Το συγκρότημα ήταν ένας τρόπος να δημιουργήσουν μια νέα ταυτότητα, κάτι που έκαναν κυριολεκτικά υιοθετώντας το επώνυμο Ramone, σαν να ήταν όλοι αδέλφια, και τα μικρά ονόματα Τζόι, Τζόνι, Ντι Ντι και Tόμι αντίστοιχα. Υιοθέτησαν επίσης εμφάνιση υπερηρώων της κατώτερης τάξης: μαλλιά ατίθασα, μαύρα δερμάτινα μπουφάν πάνω από φθαρμένα στενά μπλουζάκια, σκισμένα τζιν και αθλητικά παπούτσια.
Για το εξώφυλλο του άλμπουμ πόζαραν για λίγο μπροστά από έναν τοίχο, δημιουργώντας, χωρίς να το ξέρουν, μία από τις πιο εμβληματικές εικόνες στην ιστορία του ροκ. Σήμερα, αυτή η φωτογραφία –την τράβηξε η Ρομπέρτα Μπέιλι, φωτογράφος του περιοδικού «Punk», σε ένα σοκάκι στο Μπάουερι του Μανχάταν– εκτίθεται στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (MoMA).
Στην πραγματικότητα, αυτό που ευαγγελιζόταν το γκρουπ ήταν περισσότερο μια εξέγερση παρά μια επανάσταση, καθώς το κουαρτέτο προσπάθησε να ανακτήσει το πνεύμα του πρωτόγονου ροκ των δεκαετιών του 1950 και του 1960, ενός κόσμου που, σύμφωνα με αυτούς, είχε χαθεί, ήταν θαμμένος κάτω από τη δεξιοτεχνία και την επιτήδευση του συμφωνικού ροκ. «Αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε το δικό μας συγκρότημα επειδή βαριόμασταν αφόρητα αυτά που ακούγαμε», δήλωσε κάποτε ο Johnny Ramone. «Όλα έμοιαζαν με Έλτον Τζον πέμπτης διαλογής, ή με ξεχειλωμένες υπερπαραγωγές, ή απλώς με σκουπίδια. Ατέλειωτα τζαμαρίσματα και σόλο κιθάρας… Μας έλειπε η μουσική όπως ήταν παλιά».
Όταν κυκλοφόρησε το ντεμπούτο άλμπουμ τους, οι Ramones μόλις που είχαν ξεμυτίσει από τη γειτονιά τους. Άρχισαν να παίζουν ζωντανά το 1974 και γρήγορα κατέλαβαν τη σκηνή του θρυλικού CBGB, όπου εμφανίστηκαν 74 φορές τον πρώτο τους χρόνο. Η μέση διάρκεια των εμφανίσεών τους ήταν 17 λεπτά, και εκεί ήταν που δημιουργήθηκε η αρχική βάση των οπαδών τους. Κλειδί σε αυτό ήταν η δημοσιογράφος Λίσα Ρόμπινσον, η οποία έπεισε τον Ντάνι Φιλντς (πρώην μάνατζερ του Iggy Pop και των Stooges) να γίνει μάνατζέρ τους, ο οποίος με τη σειρά του έπεισε τον Σίμουρ Στάιν, ιδιοκτήτη της Sire Records, να τους προσφέρει το πρώτο δισκογραφικό συμβόλαιο που υπέγραψε ποτέ πανκ μπάντα.
Υπάρχει όμως και μια άλλη παράλληλη ιστορία εδώ, που συνήθως δεν τυγχάνει της ίδιας προσοχής. Η ιστορία του Aρτούρο Βέγκα που έγινε ευρέως γνωστός ως ο «πέμπτος» Ramone, αλλά στην πραγματικότητα θα έπρεπε να θεωρείται ο τρίτος. Από τις 2.263 συναυλίες που έδωσε το συγκρότημα, έλειψε μόνο από δύο (από την πρώτη, όπως ο ίδιος είχε πει, επειδή βρισκόταν στη φυλακή· ο λόγος της δεύτερη; απουσίας είναι άγνωστος). Μόνο ο Joey και ο Johnny –οι μόνοι Ramones που ήταν εκεί από την αρχή μέχρι το τέλος– ήταν παρόντες σε περισσότερες ζωντανές εμφανίσεις της μπάντας από εκείνον. Ο Βέγκα ταξίδευε με το συγκρότημα ως τεχνικός φωτισμού και ως υπεύθυνος για το περίπτερο με τα αναμνηστικά και τα μπλουζάκια. Αν αγοράσατε ποτέ μπλουζάκι σε συναυλία των Ramones, είναι πιθανό να σας το πούλησε, χωρίς να το γνωρίζετε, ο ίδιος άνθρωπος που το σχεδίασε, ο Aρτούρο Βέγκα.
Ο Βέγκα είχε μετακομίσει από το Μεξικό στη Νέα Υόρκη για να κάνει καριέρα στο χώρο του θεάματος. Πέρασε από οντισιόν ακόμα και για το διάσημο μιούζικαλ «Hair», αλλά γνώρισε μεγαλύτερη επιτυχία ως γραφίστας. Τους Ramones τους γνώρισε έξω από το CBGB και, έκτοτε, έγιναν αχώριστοι σε τέτοιο βαθμό ώστε το loft του στο Μανχάταν έγινε η βάση των δραστηριοτήτων της μπάντας αλλά και περιστασιακό σπίτι για τον Joey και τον Dee Dee.
Τυχαία, επίσης, ο Βέγκα έγινε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του συγκροτήματος. Ήταν αυτός που σκέφτηκε πρώτος την ιδέα για το λογότυπο που απαθανατίστηκε στο οπισθόφυλλο του πρώτου άλμπουμ. Πολλά χρόνια αργότερα, εξηγούσε ο ίδιος πώς του ήρθε η ιδέα: «Για μένα, εκπροσωπούσαν τον αμερικανικό χαρακτήρα, μια σχεδόν παιδική, αθώα επιθετικότητα. Σκέφτηκα ότι η “μεγάλη σφραγίδα του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών” θα ήταν ιδανική για τους Ramones, με τον αετό να κρατά βέλη που συμβολίζουν τη δύναμη και την επιθετικότητα με την οποία θα αντιμετωπίζαμε όσους τολμούσαν να μας επιτεθούν, και ένα κλαδί ελιάς, που θα προσφερόταν σε όσους επιθυμούσαν τη φιλία μας. Αλλά αποφασίσαμε να το αλλάξουμε λίγο», συνέχισε. «Αντί για το κλαδί ελιάς, βάλαμε ένα κλαδί μηλιάς, αφού οι Ramones ήταν “τόσο Αμερικανοί όσο και η μηλόπιτα”. Και επειδή ο Johnny ήταν φανατικός οπαδός του μπέιζμπολ, βάλαμε τον αετό να κρατάει ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ αντί για βέλη».
Όταν ο Βέγκα αποφάσισε να τυπώσει μπλουζάκια στο διαμέρισμά του με το λογότυπο του συγκροτήματος με τη συγκεκριμένη γραμματοσειρά, το έκανε επειδή είχε ανάγκη. Όταν το συγκρότημα ξεκίνησε την πρώτη του περιοδεία στην Καλιφόρνια τον Αύγουστο του 1976, ήθελε να πάει μαζί τους, αλλά η δισκογραφική εταιρεία αρνήθηκε να καλύψει τα έξοδά του. Για να πληρώσει το ταξίδι, αποφάσισε να φτιάξει μερικά μπλουζάκια για να τα πουλήσει, προκαλώντας την κοροϊδία της μπάντας, που του είπαν ότι κανείς δεν επρόκειτο να αγοράσει ένα μπλουζάκι με το όνομα μιας άγνωστης μπάντας. Ήταν πράγματι μια εκκεντρική ιδέα, γιατί, όπως ο ίδιος ο Βέγκα είχε πει σε μια συνέντευξή του, είχε πάει σε συναυλίες των Led Zeppelin, των Rolling Stones και του Alice Cooper και τα αναμνηστικά που πωλούνταν ήταν κάτι προγράμματα της περιοδείας με λίγες φωτογραφίες. Κανείς δεν είχε σκεφτεί να πουλήσει μπλουζάκια. Στην πρώτη συναυλία των Ramones, στο Roxy Theatre στο West Hollywood, ο Βέγκα ξεπούλησε τα μπλουζάκια που είχε φέρει μαζί του.
Τα μπλουζάκια εξακολούθησαν να πωλούνται, αποτελώντας τη σταθερότερη πηγή εισοδήματος του συγκροτήματος αλλά και ένα εξαιρετικά επιτυχημένο διαφημιστικό μέσο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και του 1990, η ζήτηση αυξήθηκε τόσο πολύ που ο Βέγκα άρχισε να αναθέτει την παραγωγή σε άλλες εταιρείες παγκοσμίως, δημιουργώντας μια τεράστια γκάμα merchandise: κάλτσες, παντελόνια, μπουφάν, πορτοφόλια, skateboards, σαλιάρες και παιδικά T-shirts, αυτοκόλλητα, καπέλα, κούπες και σχεδόν οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς. «Πούλησαν περισσότερα μπλουζάκια από δίσκους και πιθανώς πούλησαν περισσότερα μπλουζάκια και από εισιτήρια συναυλιών», είχε πει κάποτε στους «New York Times» ο μάνατζερ τους, Ντάνι Φιλντς. Aν και είναι αδύνατο να υπολογιστούν με ακρίβεια τα νούμερα, λόγω του τεράστιου αριθμού «πειρατικών» προϊόντων που τυπώνονται καθημερινά σε όλο τον κόσμο, είναι πολύ πιθανό το Τ-shirt με το εμβληματικό λογότυπο των Ramones να είναι αυτό με τις περισσότερες πωλήσεις που έγιναν ποτέ.
Με στοιχεία από «El Pais»