Το indie rock, στο μεγαλύτερο κομμάτι του, ήταν ανέκαθεν υπόθεση λευκών αντρών. Είναι κάτι που έγινε ξεκάθαρο τον 21ο αιώνα, ιδίως τα τελευταία χρόνια που η woke κουλτούρα επαναπροσδιορίζει τα πάντα.


Αν το καλοσκεφτείς, ισχύει. Δεν ξέρω, βέβαια, αν αυτό οφείλεται στο ότι είναι μια μουσική που εξέφραζε ή απευθυνόταν σε ένα λευκό ακροατήριο, που κατ' επέκταση καθόριζε τα συγκροτήματα και τους μουσικούς που ακούγονταν. Για χρόνια, όμως, δεν υπήρχαν αρκετές γυναικείες ή μαύρες φωνές στον χώρο, τουλάχιστον σε ίση αναλογία με τους άντρες συναδέλφους τους, φαινόμενο που συναντούσες και σε άλλες «φυλές».


Και καλά, το indie rock μπορεί να επηρεαζόταν από τη μαύρη μουσική ορισμένες φορές, αλλά αυτό δεν σημαίνει και πολλά πράγματα πρακτικά. Σίγουρα υπήρξαν εξαιρέσεις ανά διαστήματα, αλλά δεν αποτελούν τον κανόνα. Το αν το indie rock (αν και έχει ξεχειλώσει ο όρος) προσανατολιζόταν βάσει του γούστου του λευκού ακροατηρίου του είναι ένα ερώτημα που σου δημιουργείται διαβάζοντας το πρόσφατο άρθρο του «New Yorker» για τη Laetitia Tamko ή Vagabon, όπως είναι πιο γνωστή.

 

Στο «Vagabon», αντί να κάνει μία από τα ίδια, άρχισε να πειραματίζεται με ηλεκτρονικούς ήχους. Το αποτέλεσμα είναι αντάξιο της φήμης που τη συνοδεύει.


Η Tamko, για όσους δεν έχουν έρθει ακόμα σε επαφή με τη μουσική της, είναι μια νεαρή μαύρη τραγουδοποιός που κατάγεται από το Καμερούν και ζει στη Νέα Υόρκη. Κάνει DIY κιθαριστική μουσική και θυμίζει ενίοτε την Tracey Chapman, τουλάχιστον στην πρώτη της δουλειά.

 

 

Vagabon - Water Me Down (Official Video)


Μαζί με τη Mitski, που έχει ρίζες στην Ιαπωνία, πρωτοστατούν σε μια νέα γενιά Αμερικανών ανεξάρτητων καλλιτεχνών που η φυλή τους δεν καθορίζει το είδος της μουσικής που παίζουν, κάτι που θα έπρεπε να είναι δεδομένο σήμερα, αλλά δεν είναι. Στο άρθρο χαρακτηρίζονται «outsiders».


To 2017, επομένως, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο της άλμπουμ, το «Infinite Worlds», αντιμετωπίστηκε και αυτή ως σωτήρας του είδους, που κάνει ό,τι έκανε ο Sturgill Simpson για την κάντρι, δηλαδή είδε με φρέσκο μάτι ένα κουρασμένο είδος. Τα κομμάτια της είναι βαθιά προσωπικά και συναισθηματικά, σου αφήνουν μια ακαθόριστη αίσθηση μελαγχολίας, ομορφιάς και αυθεντικότητας.


Σε δεύτερη ανάγνωση, όμως, και με την κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ της, που τιτλοφορείται «Vagabon», η Tamko αποδεικνύει ότι είναι ενδιαφέρουσα περίπτωση και πολύπλευρη μουσικός, που δεν την αφορούν καθόλου οι ταμπέλες. Γράφει στην περιγραφή του άλμπουμ στο Βandcamp: «Σπάσε τους κανόνες που σε κρατούν δέσμιο». Είναι μια πρόταση που αντικατοπτρίζει τόσο τη μουσική όσο και τη ζωή της. Στο «Vagabon», αντί να κάνει μία από τα ίδια, άρχισε να πειραματίζεται με ηλεκτρονικούς ήχους. Το αποτέλεσμα είναι αντάξιο της φήμης που τη συνοδεύει. Κατά τη διάρκεια της περιοδεία της συνέθεσε και έκανε μόνη της την παραγωγή στο μεγαλύτερο μέρος του πρώτου της άλμπουμ − για τις ανάγκες της ίδιας περιοδείας παράτησε τη δουλειά της.

 

H Tamko κάνει DIY κιθαριστική μουσική και θυμίζει ενίοτε την Tracey Chapman, τουλάχιστον στην πρώτη της δουλειά.
H Tamko κάνει DIY κιθαριστική μουσική και θυμίζει ενίοτε την Tracey Chapman, τουλάχιστον στην πρώτη της δουλειά.


Γεννήθηκε στο Καμερούν, αλλά όταν ήταν 13 οι γονείς της μετακόμισαν στη Νέα Υόρκη προκειμένου η μητέρα της να σπουδάσει νομική. Η ίδια σπούδασε μηχανικός ηλεκτρονικών υπολογιστών. Στα 17 της οι γονείς της τής έκαναν δώρο μια κιθάρα, αλλά όταν τους είπε ότι ήθελε να πάει σε ωδείο, πήρε αρνητική απάντηση, μολονότι η οικογένειά της αγαπούσε τη μουσική. «Η μητέρα μου έκανε οικογενειακά reunions. Ερχόντουσαν οι φίλοι της κάθε Κυριακή και τραγουδούσαν. Η γιαγιά μου ήταν διευθύντρια χορωδίας, έτσι πήγαινα πάντοτε στην εκκλησία και τραγουδούσα γκόσπελ, αν και κανείς δεν το ονομάτιζε. Κανείς δεν έλεγε αν είναι μουσική, τέχνη, τραγούδι ή χορός. Απλώς το κάναμε».

 

Έμαθε να παίζει βλέποντας DVD στην τηλεόραση. Είναι πολυ-οργανίστρια. Παίζει, επίσης, ντραμς, συνθεσάιζερ και πλήκτρα. Οι γονείς της δεν ήξεραν ότι ήθελε να κάνει καριέρα στη μουσική προτού ανεβάσει το πρώτο της EP, «Persian Garden», το 2014 στο Βandcamp και ξεκινήσει να παίζει σε διάφορα κλαμπ της περιοχής όπου έμενε. Κάποια στιγμή το περιβάλλον της έγινε αρκετά τοξικό, αλλά δεν έχει αποκαλύψει περισσότερες λεπτομέρειες. Γι' αυτό η μουσική της βγάζει μια μοναχικότητα και τη λαχτάρα του ανήκειν.

 

Για να γυρίσουμε όμως στους προβληματισμούς της αρχής σχετικά με το indie rock, εκτός από θέμα ακροατηρίου, είναι και θέμα κριτικών, όπως διαβάζουμε στην «Guardian»: μαύρα σχήματα που παίζουν ξεκάθαρα ροκ σχολιάζονται με άκρως τρόπο αναχρονιστικό τρόπο, π.χ. διάφοροι κριτικοί γράφουν ότι προσθέτουν τη σόουλ στο είδος. Αυτό συνέβη στην περίπτωση των Βρετανίδων Big Joanie. Αυτή η συζήτηση για το indie rock γίνεται από το 2017, αλλά από πέρσι βλέπουμε ριζικές αλλαγές στην παγκόσμια ροκ σκηνή. Περισσότερες γυναίκες φαίνεται πως στρέφονται στην κιθάρα, ενώ υπάρχει ξεκάθαρα μια αναγέννηση του γυναικείου ροκ.


Δεν θα συζητούσαμε τίποτε απ' όλα αυτά αν η Tamko δεν εμπνεόταν το κομμάτι «Every Woman» από έναν στίχο της μυστηριώδους ποιήτριας Nayyirah Waheed, της πιο διάσημης ποιήτριας στο Instagram, που αυτοπροσδιορίζεται ως μια «ήσυχη ποιήτρια». Σε απλή μετάφραση, ο στίχος της Waheed λέει «όλες οι γυναίκες./ σε μένα./ είναι κουρασμένες.». H Tamko τον παραφράζει ελεύθερα. «Όλες οι γυναίκες που γνωρίζω έχουν ξεσηκωθεί / Ετοιμάζονται να σκοτώσουν με / την τύχη τους» («All the women I meet are fired up / They get ready to kill with / their luck») τραγουδάει με τη συνοδεία μια κιθάρας και μοιάζει σαν να απαντάει άμεσα.

 

 

Vagabon - Every Woman (Official Video)