ΚΑΤΑ ΚΑΝΟΝΑ
, μια τηλεοπτική σειρά δεν φτιάχνεται με στόχο να τελειώσει. Οι σειρές συνήθως τελειώνουν είτε όταν το κοινό βαρεθεί να τις βλέπει, είτε όταν οι δημιουργοί τους σιχαθούν να τις γυρίζουν. Το όποιο φινάλε τους στην καλύτερη περίπτωση ξεχνιέται, στη χειρότερη αφήνει μια ιδιαίτερα δυσάρεστη επίγευση που συχνά μεταβάλλει δυσμενώς τη γνώμη του κοινού ακόμα και για τις προηγηθείσες τηλεοπτικές ώρες – μεταξύ σοβαρού και αστείου, έχουν γίνει πόλεμοι για πιο ασήμαντες αφορμές από τα σχόλια με τα οποία έλουσαν οι τηλεθεατές τους δημιουργούς του «Lost» και του «Game of Thrones».


Ο παραπάνω κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του, με πιο εμφατική εκείνη της μίνι σειράς. Οι μίνι σειρές είναι, συνήθως, πιο προσηλωμένες, συχνά έχουν τον ίδιο σκηνοθέτη και σεναριογράφο, κάτι που διασφαλίζει την ενότητα αισθητικής και ύφους, και έχουν μια αυτοτέλεια που τις κάνει φιλικότερες προς όσους προτιμούν την κινηματογραφική αφήγηση έναντι της τηλεοπτικής. Δεδομένου του όγκου της τηλεοπτικής παραγωγής, το κοινό σήμερα μοιάζει να αναζητά ολοένα και περισσότερο την αυτοτέλεια και να στρέφεται στο format της μίνι σειράς. Ίσως όχι τυχαία, θερμότερη ανταπόκριση μέσα στο 2019 έλαβαν σειρές όπως το «Chernobyl» και το «Watchmen», οι οποίες είχαν αρχή, μέση και, πάνω απ' όλα, τέλος.


Κατόπιν λαϊκής απαίτησης, λοιπόν, ακολουθούν μερικές από τις ωραιότερες μίνι σειρές της μικρής οθόνης, όλες τους πρόσφορες για binge-watching.

 

World on a wire (1973)

 

 

Δεν είναι το «Berlin Alexanderplatz» η μοναδική σπουδαία συνεισφορά του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ στον τηλεοπτικό κανόνα. Στα σχετικά banners της βιομηχανίας διαβάζουμε ότι «η πειρατεία σκοτώνει το σινεμά», εδώ, όμως, έχουμε μία από τις περιπτώσεις που το έσωσε. Το «World on a wire» ήταν χαμένο για χρόνια και εντελώς ξεχασμένο, μα στις αρχές του 2000 έγινε περισσότερο γνωστό μέσω του «παράνομου» διαμοιρασμού μιας κόπιας μέτριας ποιότητας από χρήστες του Διαδικτύου, απέκτησε οπαδούς και αναθέρμανε το ενδιαφέρον για μια ψηφιακή αποκατάστασή του, η οποία ήρθε δέκα χρόνια μετά.


Εικονική πραγματικότητα πολλά χρόνια πριν από την τεχνολογική επανάσταση, θρησκευτικές απολήξεις και έντονο στυλιζάρισμα σε ένα κομψοτέχνημα επιστημονικής φαντασίας που ειδικά οι φαν του είδους πρέπει να αναζητήσουν πάραυτα. To βιβλίο στο οποίο βασίστηκε μεταφέρθηκε και στο σινεμά με το πολύ κατώτερο «Δέκατο τρίτο πάτωμα» (1999).

 

Jack the Ripper (1988)

 

 

Γυρίζεται λιγότερη μυθοπλασία μυστηρίου και τρόμου στο βικτοριανό Λονδίνο απ' όση θα έπρεπε. Ο υπερπληθυσμός, η απουσία υγιεινής, οι κοινωνικές ανισότητες, οι «ύποπτες» συναλλαγές, τα νοτισμένα πλακόστρωτα, η λάσπη και μια ομίχλη τόσο πυκνή που ενίοτε αναγκάζει τους ανθρώπους να κρατούν φανούς μέρα μεσημέρι για να κυκλοφορήσουν, όλα συνθέτουν ένα περιβάλλον πρόσφορο για να θεριέψει το Κακό.


Το κυνήγι του «Τζακ του Αντεροβγάλτη» με τον Μάικλ Κέιν στον ρόλο του επιθεωρητή της Σκότλαντ Γιαρντ είναι από εκείνες τις ολίγες, πλην εκλεκτές περιπτώσεις που ξεγελούν κάπως τη δίψα όσων αναζητούν τέτοια θεάματα. Τα κοστούμια, οι τοποθεσίες γυρισμάτων, το τεχνητό ντεκόρ και τα props συντείνουν σε μια αποτελεσματική αναπαράσταση της εποχής –αν και απείρως καθαρότερη, ενώ το φέρον έντονο ταξικό πρόσημο μυστήριο κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο. Δυναμικό κλείσιμο μιας παραγωγικής χρονιάς για τον σερ Μάικλ Κέιν – το 1988 έχει και τις σπαρταριστές κωμωδίες «Dirty rotten scoundrels» και «Without a clue», αμφότερες ό,τι πρέπει για ένα ευχάριστο δίωρο.

 

Pride and Prejudice (1995)

 

 

Η πορεία που θα οδηγήσει τη νεαρή Ελίζαμπεθ, την πιο ασυμβίβαστη εκ των αδερφών Μπένετ, σε μια ώριμη εκτίμηση του κόστους της περηφάνιας και της προκατάληψης, στον εντοπισμό του κοινού τόπου ανάμεσα στον γάμο και στον έρωτα και στη γόνιμη σύγκρουση με τα κοινωνικά ήθη έχει διασκευαστεί πολλάκις και ποικιλοτρόπως σε τηλεόραση και σινεμά.


Οι οπαδοί της Τζέιν Όστεν φαίνεται να προτιμούν αυτή την εκδοχή του BBC, η οποία, πέραν του εκλεκτού production value, ευτυχεί ακόμα περισσότερο στο κάστινγκ της. Μάλιστα, τόσο άνετα ήταν τα παπούτσια του κυρίου Ντάρσι για τον Κόλιν Φερθ, ώστε λίγα χρόνια μετά κλήθηκε να υποδυθεί μια σύγχρονη εκδοχή του ήρωα για τις ανάγκες του «Ημερολογίου της Μπρίτζετ Τζόουνς».

 

Storm of the Century (1999)

 

 

Το «Salem's Lot» έχει τη χάρη του κι ας κακογέρασε σε γενικές γραμμές, το «Αυτό» έχει την εμβληματική εμφάνιση του Τιμ Κάρι, το «The Outsider» έχει ένα καταπληκτικό πρώτο μισό κι αν δεν ακολουθεί ένα ανάλογο δεύτερο, οφείλεται περισσότερο στο πρωτογενές υλικό. Εκείνη η τηλεοπτική μεταφορά που εκτιμούν περισσότερο οι σκληροπυρηνικοί φαν του Στίβεν Κινγκ, πάντως, είναι η «Καταιγίδα του Αιώνα». Και επειδή παραμένει άγνωστη σε ευρύτερο κοινό, θα προτιμηθεί για τις ανάγκες του παρόντος. Mια καταιγίδα αποκλείει επαρχιακή κωμόπολη, αφήνοντας στους κατοίκους της για συντροφιά έναν μυστηριώδη ξένο που ενδεχομένως να είναι ο Διάβολος αυτοπροσώπως.


Γνώριμα μοτίβα του συγγραφέα –η κοινότητα με τα κρυμμένα μυστικά, το εύθραυστο κοινωνικό συμβόλαιο, η θρησκοληψία ως πηγή Κακού, το Κακό καθαυτό, στην εξωτερική αλλά και στην ενδογενή μορφή του‒, ενταγμένα σε ένα ατμοσφαιρικό και απολαυστικό πακέτο.

 

Band of Brothers (2001)

 

 

Με παραγωγούς τους Στίβεν Σπίλμπεργκ και Τομ Χανκς και φιλοσοφία κατασκευής και ευαισθησία δανεική από τη συνεργασία τους στη «Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν», το «Band of Brothers» θεωρείται από τις μεγάλες στιγμές της μικρής οθόνης, τόσο από την κριτική όσο και από το κοινό – συμφωνούν και οι χρήστες του IMDb. Ακολουθώντας μια διμοιρία Αμερικανών στρατιωτών που μετείχε σε καίρια γεγονότα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αφηγείται μια σκληρή, πλην συγκινητική ιστορία συντροφικότητας και πραγματοποιεί μια αξιόλογη κατάθεση στον μακρύ κατάλογο της (αντι)πολεμικής μυθοπλασίας.


Από τους βασικούς πρωταγωνιστές μόνο ο Ντέμιαν Λιούις ακολούθησε αξιοπρεπή καριέρα στη συνέχεια. Εμφανίζονται και σημερινοί σταρ όπως ο Μάικλ Φασμπέντερ και ο Τομ Χάρντι, ενώ στο πρώτο επεισόδιο θα δεις και τον Ντέιβιντ Σουίμερ από τα «Φιλαράκια» στον κόντρα ρόλο σκληροτράχηλου εκπαιδευτή.

 

Angels in America (2003)

 

 

Η μεταφορά του επιτυχημένου θεατρικού του Τόνι Κούσνερ για λογαριασμό του HBO υπό τη μορφή μίνι σειράς αντιμετωπίστηκε ως γεγονός όταν κυκλοφόρησε, καθώς η συμμετοχή σταρ με το εκτόπισμα του Αλ Πατσίνο και της Μέριλ Στριπ σε τηλεοπτική παραγωγή ήταν αδιανόητη εκείνη την περίοδο – στα '90s η τηλεόραση αντιμετωπιζόταν με ανυποληψία από τα μεγάλα ονόματα της βιομηχανίας.


Τοποθετημένοι στην περίοδο της έκρηξης του HIV, αυτοί εδώ οι «Άγγελοι» είναι ένα γοητευτικό παιχνίδι ταυτοτήτων (σεξουαλικών και μη), μια αριστουργηματική ιλαροτραγωδία που κηρύττει την ανάγκη ειρήνης με τους γύρω, τους από πάνω αλλά και το είδωλο στον καθρέφτη. Άνοιξε τον δρόμο για ανάλογα εγχειρήματα (π.χ. «Empire Falls»), έφτιαξε την καριέρα των Τζέφρι Ράιτ και Πάτρικ Γουίλσον και χάρισε στον Πατσίνο τη μεγάλη του ερμηνευτική στιγμή μέσα στη δεκαετία, μαζί με μια Χρυσή Σφαίρα και ένα Emmy.

 

True Detective (Season 1, 2014)

 

 

Πρόκειται για σειρά ανθολογίας, όπως τα «Top of the Lake» και «Fargo», τα οποία επίσης αξίζει να αναζητήσεις, κάτι που σημαίνει ότι κάθε σεζόν έχει αυτοτέλεια. Συνεπώς, για να προλάβουμε διάφορους καλοθελητές, δεν είναι cheat η παρουσία της πρώτης σεζόν του «True Detective» στη λίστα. Για την ιστορία, μας αρέσει και η δεύτερη πολύ, απλώς, σε σχέση με την πρώτη, διαβαίνει διαφορετικά μονοπάτια , εκείνα που απαντάς στα βιβλία του Ελρόι, κι αυτό είναι που πλήρωσε. Η πρώτη, όμως, μπορεί να είναι και το καλύτερο δείγμα τηλεόρασης που είδαμε μέσα στη δεκαετία. Ίσως επειδή θυμίζει περισσότερο σινεμά παρά τηλεόραση. Κι όταν λέμε ότι θυμίζει σινεμά, δεν εννοούμε το επίπεδο παραγωγής, μα αναφερόμαστε σε ουσιώδη κινηματογραφικά στοιχεία, όπως η στοχευμένη αφήγηση και το αιτιοκρατικό μοντάζ.


Στη σειρά οι Μάθιου ΜακΚόναχι και Γούντι Χάρελσον υποδύονται δύο ντετέκτιβ που αναζητούν εμμονικά έναν δολοφόνο, το κυνήγι του οποίου απλώνεται σε δεκαετίες. Η σταυροφορία τους αυτή πηγάζει όχι μόνο από το αίσθημα ευθύνης αλλά και από την κατά βάθος υπαρξιακή ανάγκη τους για λύτρωση. Αμφότεροι οι σταρ είναι τόσο προσηλωμένοι ερμηνευτικά, ώστε θαρρείς πως εξαρτάται η σωτηρία της ψυχής τους από αυτό.

 

Αnd then there were none (2015)

 

 

Έχουμε δει τους «Δέκα μικρούς νέγρους» της Άγκαθα Κρίστι σε διάφορες διασκευές και παραλλαγές. Αυτή εδώ είναι κάπως υπερσκηνοθετημένη, έχει πολλά φλασμπάκ, σε βαθμό που θαρρείς ότι σκηνοθέτης και σεναριογράφος φοβούνται πως το κοινό θα χάσει το ενδιαφέρον του αν περιορίσουν τη δράση στην οικία του απομονωμένου νησιού. Έχει όμως κι ένα προτέρημα που δεν περιορίζεται μόνο στην αναπαραγωγή του μαυρόψυχου φινάλε του βιβλίου. Μεταφράζει πετυχημένα και με κινηματογραφικούς όρους την αίσθηση και τις θεματικές του. Με δυσοίωνες μελωδίες, επαναλαμβανόμενους βόμβους, κεραυνούς που χτυπούν τακτικά και δολοφονίες που συμβαίνουν εκτός πλάνου, θαρρείς από ένα «αόρατο» χέρι, υπογραμμίζει πως όλη η δράση των «Δέκα μικρών νέγρων» ουσιαστικά συνοψίζεται στην έλευση της Μέρας της Κρίσης.


Οι φαν του μυστηρίου θα περάσουν χάρμα, ειδικά αν δεν ξέρουν και την ανατροπή – μαζί με τον «Φόνο του Ρότζερ Ακρόιντ», ίσως η πιο περίτεχνη και απρόβλεπτη κασκαρίκα που έστησε η Κρίστι στους αναγνώστες της.