Για ρητορική μίσους, δημόσια υποκίνηση βίας και κατάχρηση αξιώματος με βάση τον αντιρατσιστικό νόμο δικάστηκε στο Αίγιο την περασμένη Πέμπτη ο μητροπολίτης Αμβρόσιος -που εκτός από εκκλησιαστικός αξιωματούχος είναι κι ένας δημόσιος λειτουργός που όλοι μας πληρώνουμε-, για να κριθεί εντέλει «με το στανιό» αθώος.

 

Αυτό παρά τη σωρεία επιβαρυντικών στοιχείων καθώς επίσης την προκλητικά ομοφοβική και ρατσιστική απολογία-παραλήρημα, όπου έφτασε να πει ότι αν του επιτρεπόταν να φέρει όπλο, θα το χρησιμοποιούσε (κατά νεαρού που είχε ντυθεί παπάς στο αθηναϊκό Pride). 

 

Και το θέμα δεν είναι ότι ο «τράγος» του Αιγίου με το χουντικό παρελθόν, το... τζιχαντιστικό παρόν και τους κοινούς με τη ΧΑ συνηγόρους παραμένει κυνικός κι αμετανόητος αλλά το ότι η δικαστική έδρα, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, ανέλαβε εξαρχής «εργολαβικά» την υπεράσπισή του, επιμένοντας σε αυτή ακόμα κι όταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος την «άδειαζε» με τη στάση του.

 

Είναι λόγος απογοήτευσης η –εντελώς αναμενόμενη, κι αυτό είναι το χειρότερο– αθώωση Αμβρόσιου ή το ότι έκατσε έστω στο σκαμνί είναι μια πρώτη νίκη σε έναν «μαραθώνιο» δύσβατο και μακρύ όπως αυτός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;

 


Έχει αλήθεια νόημα να θεσπίζονται νόμοι όπως ο αντιρατσιστικός αλλά να αποφεύγεται η εφαρμογή τους ακόμα και σε κραυγαλέες περιπτώσεις; Πώς γίνεται «απολογούμενοι» να βρίσκονται ουσιαστικά εντέλει οι ενάγοντες; Πόση δύναμη έχει τελικά η Εκκλησία σε αυτή τη χώρα αλλά και πόση σχέση με τη θρησκεία που υποτίθεται υπηρετεί;

 

Είναι λόγος απογοήτευσης η –εντελώς αναμενόμενη, κι αυτό είναι το χειρότερο– αθώωση Αμβρόσιου ή το ότι έκατσε έστω στο σκαμνί είναι μια πρώτη νίκη στον δύσβατο και μακρύ μαραθώνιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;

 

Γι' αυτά και άλλα σχετικά μίλησα με δύο εκ των μηνυτών, τον συγγραφέα-μεταφραστή Λύο Καλοβυρνά και τον εκπαιδευτικό Πέτρο Σαπουντζάκη, καθώς και με τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ) Παναγιώτη Δημητρά, που με την ευκαιρία αυτής της «κακοδικίας», όπως τη χαρακτήρισε, έθεσε το ζήτημα του αντιρατσιστικού νόμου και της ρητορικής μίσους στην Ελλάδα σε ευρύτερα πλαίσια, κάνοντας ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις και παραλληλισμούς.

 

Ενδιαφέρον θα έχει, επίσης, το σκεπτικό της απόφασης αθώωσης. Όσο για το αν θα υπάρξει νομική συνέχεια σε αυτή την υπόθεση, έφεση μπορεί να ασκήσει μόνο ο εισαγγελέας, ωστόσο οι ενάγοντες ήδη αναζητούν τρόπους να την προχωρήσουν και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

 

Λύο Καλοβυρνάς, συγγραφέας μεταφραστής

Δεν είναι το θέμα αν προσβλήθηκα εγώ προσωπικά ή κάποιοι άλλοι μηνυτές από το «φτύστε τους» του Αμβρόσιου και τα παρεμφερή. Οι λόγοι μίσους του μητροπολίτη δεν είναι μόνο προσβλητικοί και επικίνδυνοι για τους γκέι, είναι για την όλη την κοινωνία και τα ανθρώπινα δικαιώματα γενικότερα.

 

Σήμερα είμαστε εμείς στο στόχαστρο, αύριο κάποιοι άλλοι και δεν είναι μόνο θέμα αξιοπρέπειας, τίθεται σε κίνδυνο η ίδια η σωματική μας ακεραιότητα.

 

Η δικαιολογία του ότι «δεν κυριολεκτούσε» είναι αστεία, εδώ δεν δίστασε να επαναλάβει τις προσβολές του στο δικαστήριο, μέχρι ότι θα μας πυροβολούσε είπε, δίχως καμία αντίδραση από την έδρα!

 

Ήδη βέβαια από τις πρώτες ερωτήσεις της προέδρου καταλάβαμε ότι η υπόθεση ήταν χαμένη αφού ακολουθούσε ξεκάθαρα την υπερασπιστική γραμμή του Αμβρόσιου, επιλέγοντας αποσπασματικά εδάφια από το κείμενο της μηνυτήριας αναφοράς και προσπαθώντας να αποδείξει παντοιοτρόπως ότι τα «φτύστε τους, μαυρίστε τους» αναφέρονταν στην κυβέρνηση (που θεσμοθέτησε το σύμφωνο συμβίωσης) κι όχι στους ομοφυλόφιλους.


Η μεροληψία ήταν φανερή κι από το γεγονός ότι στον ίδιο τον κατηγορούμενο, στη διάρκεια της παραληρηματικής του απολογίας, δεν ετέθη καμία ερώτηση απολύτως, μιλούσε μια ολόκληρη ώρα και μάλιστα για πολλά θέματα άσχετα με το κατηγορητήριο, χωρίς καμία διακοπή.

 

Όχι, δεν ήρθε κόσμος να υποστηρίξει τον μητροπολίτη, μόνο παπάδες και μετρημένοι στα δάκτυλα πιστοί, το λίγο μάλιστα που κυκλοφορήσαμε εκεί γύρω ακούσαμε ντόπιους να λένε «μακάρι να καταδικαστεί, μας ντροπιάζει!», ακόμα και μια γιαγιά τον κακολογούσε γι΄αυτά που είπε.

 

 

Η μοναδική -εξαιρετικά ήπια- παρατήρηση που του έγινε, ήταν να απευθύνεται στην έδρα και όχι στο ακροατήριο. Οι δε συνήγοροί του σκαιότατοι και επίσης προσβλητικοί, ένας με αποκάλεσε τοιούτο, ένας δεύτερος δεσποινίδα, έλεγαν ότι πρέπει να ντρεπόμαστε κι όλα αυτά μέσα στην αίθουσα.

 

Η πρόεδρος τους επανέφερε κάποιες φορές στην τάξη αλλά μάλλον χαλαρά, στην πολιτική αγωγή ήταν σαφώς πιο αυστηρή.

 

Όχι, δεν ήρθε κόσμος να υποστηρίξει τον μητροπολίτη, μόνο παπάδες και μετρημένοι στα δάκτυλα πιστοί, το λίγο μάλιστα που κυκλοφορήσαμε εκεί γύρω ακούσαμε ντόπιους να λένε «μακάρι να καταδικαστεί, μας ντροπιάζει!», ακόμα και μια γιαγιά τον κακολογούσε γι΄αυτά που είπε.


Σίγουρα δεν ενθουσιαστήκαμε με την απόφαση του δικαστηρίου και σκεφτόμαστε τι παραπέρα μπορούμε να κάνουμε, ωστόσο δεν απογοητευόμαστε. Ο αγώνας για τα δικαιώματα απαιτεί υπομονή κι επιμονή, είναι μαραθώνιος και όχι σπριντ.

 

Έπειτα ο Αμβρόσιος αθωώθηκε από έναν άνθρωπο, όχι από την κοινωνία. Η Ελλάδα δεν είναι ο Αμβρόσιος και κάποιοι άλλοι χριστιανοταλιμπάν, για μικρή μειοψηφία πρόκειται που απλώς έχει τα μέσα και κάνει πολύ θόρυβο.

 

Ούτε καν με τη θρησκεία δεν έχουν σχέση αυτοί, το μίσος είναι που φωνάζει και ασχημονεί, όχι η αγάπη. Ακόμα και άνθρωποι πιστοί που γνωρίζω, γκέι και μη, μου λένε ότι τέτοιοι άνθρωποι τους φέρνουν σε δύσκολη θέση, δεν τους εκπροσωπούν και ντρέπονται για λογαριασμό τους.

 

Πέτρος Σαπουντζάκης, εκπαιδευτικός, Πολύχρωμο Σχολείο

Ήταν φανερό εξαρχής, με το «καλημέρα», από τις πρώτες ερωτήσεις της δικαστού, ότι είχε αναλάβει προσωπικά η ίδια την υπεράσπιση του κατηγορούμενου προσπαθώντας επίμονα να αποδείξει ότι τα επιλεγμένα κομμάτια που παρέθετε από το επίμαχο κείμενο του μητροπολίτη δεν αναφέρονταν στους ομοφυλόφιλους αλλά στους πολιτικούς που ψήφισαν το σύμφωνο συμβίωσης, την κυβέρνηση κ.λπ.

 

Όλο το βάρος εξαρχής από την έδρα έπεφτε εκεί. Μιλάμε για εξαντλητικό ψείρισμα, για ώρες ατελείωτες, και πάνω σε αυτό έχτισαν τη γραμμή υπεράσπισής τους και οι δικηγόροι του Αμβρόσιου, που ήταν κιόλας πολύ επιθετικοί.

 

Ήταν δε εντυπωσιακό ότι αυτό δεν γινόταν μεταξύ άλλων ερωτήσεων. Δεν διερευνήθηκε δηλαδή καθόλου το πώς νιώσατε εσείς (οι ενάγοντες), αν νιώσατε ότι προσβληθήκατε, ότι απειλείστε κ.λπ. Το αντικείμενο καθαυτό της δίκης και της μήνυσης, ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτο!


Ήταν επίσης σοκαριστικό για εμένα, που με κατέβασαν στις τρεις ερωτήσεις, να βλέπω μια κατάσταση σαν να τσακώνονται δύο μικρά παιδιά και να λένε «μα έλα τώρα, δεν εννοούσα αυτό, το άλλο» - φαντάσου κιόλας να στο κάνουν αυτό όχι οι συνήγοροι υπεράσπισης αλλά η ίδια η δικαστής: «Μα εδώ, σε αυτή την πρόταση, μα εκεί, σε εκείνη την πρόταση...».

 

Αυτό μόνο ενδιέφερε την έδρα. Δεν ρώτησαν π.χ. αν εγώ είχα δεχτεί τότε επιθέσεις (που πράγματι είχα κι αυτές δεν ήταν καθόλου «αλληγορικές», όπως ισχυρίζεται ο Αμβρόσιος για τις προτροπές του), αν λόγοι μίσους όπως αυτοί τις υποθάλπουν κ.λπ.

 

Αλλά ακόμα πιο σοκαριστικό ήταν το ότι, ενώ ο Αμβρόσιος ουσιαστικά ακύρωσε με την απολογία του τόσο την υπεράσπισή του όσο και τις προσπάθειες της δικαστού, τα έκανε δηλαδή δέκα φορές χειρότερα φτάνοντας να πει πως αν είχε όπλο θα σκότωνε κιόλας, σηκώθηκε στο καπάκι η έδρα και απεφάνθη «αθώος ο κατηγορούμενος». Τι να περιγράψεις πάνω σε κάτι τόσο εξόφθαλμο;

 

Αλίμονο αν ένας Αμβρόσιος νιώθει πως έχει τόση μεγάλη δύναμη ώστε να φτύνει κατάμουτρα ακόμα κι αυτούς που τον υπερασπίζονται – γιατί ουσιαστικά στην απολογία του τους «άδειασε» όλους, υπεράσπιση, έδρα, τους πιστούς του, την Εκκλησία την ίδια!

 

Κόσμο ο κατηγορούμενος δεν είχε μαζί του, πάντως, πέρα από καμιά εκατοστή ιερείς και κάτι πιστούς που και τους ίδιους ακούγαμε στα «πηγαδάκια» τους να λένε «εντάξει τώρα κι αυτός ο καημένος, τι ήθελε και τα 'λεγε αυτά»; Ακύρωσε δηλαδή μέχρι και τους δικούς του ακόλουθους, τους ακραίους!


Επέμεναν έπειτα από την έδρα ότι είναι εκπρόσωπος της Εκκλησίας, εγώ έλεγα πως όχι, εφόσον πολλοί ιεράρχες και ιερείς έχουν διαφορετικές απόψεις από τον Αμβρόσιο που δεν αντιπροσωπεύει καν την Ιερά Σύνοδο.

 

Ήρθε μετά ο ίδιος να μου πει κατ' ιδίαν ότι κάθε μητροπολίτης είναι «τύπος Χριστού» ή κάτι τέτοιο, αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει ότι τον εκπροσωπεί κιόλας!

 

Αισθάνθηκα, ξέρεις, πως το δικαστήριο ήταν εντελώς στημένο, ένιωσα επίσης απειλή.

 

Αλίμονο αν ένας Αμβρόσιος νιώθει πως έχει τόση μεγάλη δύναμη ώστε να φτύνει κατάμουτρα ακόμα κι αυτούς που τον υπερασπίζονται – γιατί ουσιαστικά στην απολογία του τους «άδειασε» όλους, υπεράσπιση, έδρα, τους πιστούς του, την Εκκλησία την ίδια!

 

Ήταν σαν να έλεγε «τι μου λέτε εδώ, εγώ έχω τη δύναμη και θα σας βάλω να χορέψετε όπως θέλω. Δεν θα επαναλάβω απλώς εκείνα που είπα, θα τα ξαναπώ δέκα φορές χειρότερα και χέστηκα, τίποτα δεν μπορείτε να μου κάνετε, σας έχω στο χέρι!».

 

Εξοργίζεσαι πράγματι βλέποντας κάτι τέτοιο να εκτυλίσσεται μπροστά σου. Εκτιμώ, ωστόσο, πως όλη αυτή η «παράσταση» δεν ήταν κάποιο μήνυμα απέναντι σε εμάς αλλά για εσωτερική κατανάλωση, για τους δικούς του, την Εκκλησία, την Πολιτεία...

 

Παναγιώτης Δημητράς, εκπρόσωπος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ)

Η αθώωση Αμβρόσιου από άποψη δικαίου και ανθρώπινων δικαιωμάτων αποτελεί τουλάχιστον κακοδικία, αν δεν σημαίνει επιπλέον πως η δικαστής (και η εισαγγελέας που τη ζήτησε) συμμερίζονται τις ανενόχλητα διαδεδομένες στην Ελλάδα ομοερωτοφοβικές απόψεις του που εξέφρασε και στη δίκη.

 

Το τελευταίο πιθανολογείται από το γεγονός πως η δικαστής επέτρεψε ένα ομοερωτοφοβικό παραλήρημα μέσα στην αίθουσα, όπως ακριβώς εφέτες στην Αθήνα, συμμεριζόμενοι τον αντισημιτισμό του Κώστα Πλεύρη, είχαν επιτρέψει αντισημιτικό παραλήρημα στην προ ετών δίκη του που οδήγησε στην αθώωσή του (στην κατ' έφεση δίκη).


Υπενθυμίζεται πως ο Αμβρόσιος είναι ανώτατος δημόσιος λειτουργός αλλά η πολιτεία την οποία υπηρετεί δεν του έχει επιβάλει καμιά κύρωση.

 

Αντίθετα, το ανώτατο θεσμικό όργανο αυτής της υπηρεσίας, ο Αρχιεπίσκοπος με την Ιερά Σύνοδο, έχουν εκφράσει τη στήριξή τους σε μητροπολίτες που επανειλημμένα έχουν προβεί σε ρατσιστικές δηλώσεις όπως ο Αμβρόσιος, ο Σεραφείμ και ο Άνθιμος.


Πάντως για πρώτη φορά μητροπολίτης οδηγήθηκε στο εδώλιο για ρατσιστικό λόγο, αφού μέχρι τώρα οι πάμπολλες σχετικές μηνύσεις συνήθως αρχειοθετούνταν με το σκεπτικό πως οι μητροπολίτες εξέφραζαν τη θέση της Εκκλησίας. 

 

Επίσης, υπάρχουν απειροελάχιστες καταδίκες από ελληνικά δικαστήρια για ρατσιστικό λόγο. Όχι μόνο γιατί οι δικαστές, όπως και οι Έλληνες, είναι δυστυχώς στη μεγάλη τους πλειοψηφία ρατσιστές, αλλά και γιατί υπάρχει μια επιεικώς νοσηρή διαδεδομένη αντίληψη ότι ο ρατσιστικός λόγος δεν πρέπει να τιμωρείται, ιδίως αν εκφράζεται από «μη ακραία» πρόσωπα.

 

Υπενθυμίζουμε την αντίδραση στην περυσινή παραπομπή σε δίκη της Σώτης Τριανταφύλλου για ανάλογο ρατσιστικό -ισλαμοφοβικό στην περίπτωσή της- κείμενο.


Εύστοχα είχε παρατηρήσει τότε ο Λευτέρης Παπαγιαννάκης ότι «δεν στέκει να μη μας αρέσει η δίωξη στο πλαίσιο του αντιρατσιστικού νόμου της κυρίας Τριανταφύλλου επειδή τη συμπαθούμε, αλλά να ζητάμε τη δίωξη ιερέων τους οποίους δεν συμπαθούμε και πολύ».

 

Υπάρχουν απειροελάχιστες καταδίκες από ελληνικά δικαστήρια για ρατσιστικό λόγο. Όχι μόνο γιατί οι δικαστές, όπως και οι Έλληνες, είναι δυστυχώς στη μεγάλη τους πλειοψηφία ρατσιστές, αλλά και γιατί υπάρχει μια επιεικώς νοσηρή διαδεδομένη αντίληψη ότι ο ρατσιστικός λόγος δεν πρέπει να τιμωρείται, ιδίως αν εκφράζεται από «μη ακραία» πρόσωπα.

 

Η δίκη Αμβρόσιου δικαίωσε πλήρως τη ρήση αυτή, αφού δικηγόρος πολιτικής αγωγής και μάρτυρας κατηγορίας από πλευράς μηνυτών ήταν άτομα που πέρυσι ξιφουλκούσαν κατά της παραπομπής σε δίκη της Σώτης Τριανταφύλλου, διαφωνούσαν αν το κείμενό της ήταν ρατσιστικό, και γενικότερα τάσσονταν κατά της ποινικοποίησης της γνώμης, την οποία τώρα διεκδίκησαν, ανεπιτυχώς:

 

«Χωρίς αμφιβολία το επίδικο κείμενο είναι ρατσιστικό και μισαλλόδοξο... Κινδυνεύουμε να ποινικοποιούμε γνώμες και όχι πράξεις. Η ελληνική Πολιτεία δεν απαγορεύει σε κάποιον να είναι ρατσιστής, ανιστόρητος ή ισλαμοφοβικός και να το εκφράζει. Δεν του επιτρέπει όμως να το κάνει με τρόπο που θέτει (και ενδεχομένως αποβλέπει) στη διακινδύνευση ζωτικών αγαθών προσώπων» και «Το άρθρο σαφώς δεν παραβιάζει τον αντιρατσιστικό νόμο, ούτε φυσικά προτρέπει κανέναν και καμία σε πράξεις βίας, μίσους ή ρατσιστικών διακρίσεων. Παράλληλα, εκφράζουμε την έντονη ανησυχία μας ότι η τυχόν καταδίκη της Σώτης Τριανταφύλλου, πέρα από την αδικία στην ίδια, μπορεί να αποτελέσει την απαρχή της ποινικοποίησης του δικαιώματος της προσωπικής άποψης».


Αυτά διευκολύνονται από το ότι τα ΜΜΕ έχουν αποσιωπήσει τις επανειλημμένες συστάσεις του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης.

 

Η πιο πρόσφατη (2016) αναφέρει: «Η Επιτροπή για την Εξάλειψη Κάθε Μορφής Ρατσιστικών Διακρίσεων (CERD) καλεί το Συμβαλλόμενο Κράτος να λάβει μέτρα αποτελεσματικής πρόληψης, καταπολέμησης και τιμωρίας της ρατσιστικής ρητορικής μίσους και των ρατσιστικών εγκλημάτων μίσους... Η Επιτροπή επιθυμεί να τονίσει ότι το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης δεν πρέπει να υπονομεύει τις αρχές της αξιοπρέπειας, της ανεκτικότητας, της ισότητας και της μη διάκρισης, καθώς η άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης φέρει μαζί της ιδιαίτερες ευθύνες, μεταξύ των οποίων είναι η υποχρέωση της μη διάδοσης ιδεών βασισμένων στη φυλετική ανωτερότητα ή στο φυλετικό μίσος».