«Είδα άντρες να σφάζονται με τον σουγιά. Περιουσίες να εξανεμίζονται, να γίνονται φύλλο και φτερό. Είδα τραγουδίστρια να σπάει μπουκάλι και να χαρακώνει πελάτη γιατί τα ’ριξε στη δικιά της. Μαγαζιά να καίγονται. Φιλίες αγοριών να γίνονται μίση και πάθη άγρια για το μουνί της τραγουδίστριας. Είδα αρραβώνες να διαλύονται για τα όμορφα ή τ’ άγρια βαμμένα μάτια του οποιουδήποτε Μάριου». Αυτά λέει ο Θάνος Αλεξανδρής στο οπισθόφυλλο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου του «Αυτή η νύχτα μένει» από την Οδό Πανός, το 1994. Πρόκειται για το χρονικό της δεκαετούς πορείας του στην ελληνική περιφέρεια ως σόουμαν στα σκυλάδικα της δεκαετίας του ’80.
Ο Μάριος που αναφέρει δεν είναι «οποιοσδήποτε» αλλά ένα πρόσωπο που αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο μέσα στο βιβλίο: ο Μάριος Βεάνος, τραγουδιστής με σπουδαία φωνή και ανεπανάληπτο αποτύπωμα στις νύχτες της Βέροιας, της Λάρισας, των Τρικάλων, της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων. Μια κουίρ περσόνα σχεδόν μυθική, που άναψε πολλές φωτιές στις πίστες και στις φαντασιώσεις των θαυμαστών της. Στην τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου τον είδαμε ως αλμοδοβαρική ηρωίδα. Η αλήθεια απέχει πολύ από αυτό. Φέτος, σε μια νέα θεατρική μεταφορά από το ΚΘΒΕ στη Θεσσαλονίκη, τον ενσαρκώνει ο χορευτής και χορογράφος Δημήτρης Παπάζογλου. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, όπου ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις μιας φαντασμαγορικής καριέρας, ίσως αποκαλύπτεται μέρος μιας αλήθειας που θυμίζει λίγο παραμύθι.
«Για μένα ο όρος "σκυλάδικα" δεν υπάρχει, δυνάμει είναι όλα σκυλάδικα και είναι όλα καλά».
— Απέδρασες από το σπίτι σου στα 17 σου. Ήταν η μικρή σου επανάσταση;
Όχι, όχι. Ήμουν πολύ ατίθασο πλάσμα και βασικά ένιωθα ότι εγώ δεν ανήκω πουθενά και σε κανέναν, μάνα, πατέρα, γιαγιά, θείους. Ένιωθα ότι δεν ήμουνα για εκεί. Από μικρό παιδί αρνιόμουν να καταπνίξω τα θέλω μου. Άφησα ένα γράμμα κι έφυγα. Πήγα στην Πάτρα με τις αδελφές Σιδηροπούλου για να πιάσω δουλειά σε ένα μεγάλο μαγαζί, ωραίο για την εποχή, γιατί για μένα ο όρος «σκυλάδικα» δεν υπάρχει, δυνάμει είναι όλα σκυλάδικα και είναι όλα καλά. Αντί για μπράβους, μέσα στο μαγαζί είχε δύο τεράστια λυκόσκυλα. Το βρήκα εξαιρετικό. Βέβαια, λόγω του ότι ήμουν ανήλικος, έκατσα δέκα μέρες και με μαζέψανε και με γυρίσανε πίσω.
— Έπειτα από καταγγελία της μαμάς;
Ναι, οπότε έκανα υπομονή έναν χρόνο και μόλις τελείωσα το σχολείο, 18 χρονών, έφυγα για δουλειά στην Πτολεμαΐδα.
— Λες ότι δεν σου αρέσει ο όρος «σκυλάδικα». Αλλά η επαρχία, ειδικά τότε, δεν ήταν Αθήνα.
Δηλαδή στην Αθήνα τι είχε τότε; Το ’85 που βγήκα εγώ είχε τρία μαγαζιά στην παραλία, τα υποτιθέμενα καλά, τα οποία ήταν όλα προκάτ, δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Τα υπόλοιπα ήταν όλα στην Εθνική Οδό και στην αρχή της παραλιακής, γιατί στη Συγγρού δεν υπήρχαν ακόμα.
— Υπήρχε και το ΖΟΟΜ, όπου τραγουδούσε η Μαρινέλλα.
Δεν μιλάω για την Πλάκα, για μπουάτ. Μιλάμε για κέντρα, μπουζούκια.
— Εσύ τι άκουγες;
Βοσκόπουλο, Λίτσα Διαμάντη, Πάριο, Μοσχολιού, οπωσδήποτε Μαρινέλλα, πάνω απ’ όλα, Πουλόπουλο, Σακελλαρίου, αυτά τα πράγματα. Και Τζένη Βάνου, λατρεία μεγάλη. Δηλαδή αυτά τα δέκα κλασικά ονόματα που είναι μέχρι και σήμερα διαχρονικά. Μετά προστέθηκαν λίγο Άντζελα Δημητρίου, ο Λευτέρης Πανταζής…
— Έχεις πει ότι «δεν εφηύρα τον εαυτό μου, είδα κάτι πριν». Τι είδες;
Όταν ξεκίνησα, φορούσα ένα παντελονάκι με πιετούλες, ένα μοκασίνι κι ένα σακάκι χρυσό. Είχα κοντό μαλλάκι, ήμουν ένας τραγουδιστής ιδιαίτερος, ένα αγοράκι, σαν τους εκατοντάδες τραγουδιστές της εποχής εκείνης.
— Δεν ήταν κουίρ η όλη εμφάνιση; Γιατί μιλάμε για μια Ελλάδα διαφορετική από τη σημερινή, που ακόμα η πλειονότητα δεν ήταν εξοικειωμένη με το κουίρ. Μάλλον το δεχόταν ως καλλιτεχνική ιδιαιτερότητα και είτε το χειροκροτούσε είτε το έκραζε.
Στη νύχτα υπήρχαν παραδείγματα γκέι τραγουδιστών. Όταν έβλεπες τον Φλωρινιώτη, δεν το καταλάβαινες;
— Ο Φλωρινιώτης παρουσίαζε τη διαφορετικότητά του ως κιτς υπερθέαμα. Οπότε το κοινό το δεχόταν.
Δεν ήταν κιτς για την εποχή του.
— Τι ήταν;
Ήταν κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν κιτς ο Γιάννης, πέρα από το ότι ήταν ένας μεγάλος τραγουδιστής.
— Η μητέρα σου σε αποδέχτηκε νωρίς;
Δεν ξέρω. Ποτέ δεν συζητήσαμε αυτά τα πράγματα. Δηλαδή εγώ από πολύ νωρίς είχα βάλει όρια. Είχα βάλει στόχο να γίνω τραγουδιστής από το Δημοτικό. Κάθε εβδομάδα πήγαινα στο περίπτερο και έπαιρνα τον «Οικογενειακό Θησαυρό» και πήγαινα πίσω, που είχε τα καλλιτεχνικά. Έλεγα «μια μέρα θα μπω κι εγώ». Από πολύ μικρός ήξερα ότι θέλω να κάνω αυτό. Πήγα και στην ΑΚΤΟ για έναν χρόνο, για διακόσμηση εσωτερικών χώρων, και τα παράτησα, πήγα στη Σχολή Βελουδάκη έναν χρόνο, και τα παράτησα κι εκεί. Πάντα με πράγματα καλλιτεχνικά ασχολιόμουν, με διακόσμηση, ρούχο. Ο καημός μου εμένα όμως ήταν το τραγούδι. Πήγαινα και στο ωδείο. Όταν βγήκα στο επάγγελμα, είχα κάνει 3-4 χρόνια φωνητική.
— Δεν το κάνουν συνήθως οι λαϊκοί τραγουδιστές.
Εγώ ήθελα οτιδήποτε είχε σχέση με το επάγγελμα να το κάνω. Όπως πήγα και κινησιολογία. Δηλαδή το ’ψαχνα, το ’κανα.
— Είχες, απ’ όσο ξέρω, αδυναμία στον Boy George που πλάσαρε εκείνη την εποχή μια περσόνα ανδρόγυνη και έκανε μια επανάσταση όχι μόνο καλλιτεχνική αλλά και κοινωνική.
Ακριβώς. Με το επίκεντρο να είναι στο μακιγιάζ, στο πρόσωπο, όχι σε φουστάνια και τέτοια. Μαγεύτηκα από αυτόν τον καλλιτέχνη. Περιττό να σου πω ότι η διαδρομή μου στα σκυλάδικα ήταν μικρή. Να ήταν δυο χρόνια; Κομοτηνή, Κοζάνη, Πτολεμαΐδα. Κι όμως, και εκεί μέσα ήμουν ευτυχής. Εγώ ξεκινούσα το όνειρό μου και ήθελα να το κάνω. Ακόμα και σε αυτά τα μαγαζιά που ήταν δέκα τραπέζια, τρεις μουσικοί, δυο χοντρές κονσοματρίς, μια τραγουδίστρια, χώμα κάτω και σόμπα με μπουρί, ήμουν ευτυχής γιατί τραγούδαγα. Και περνούσα καλά.
— Δεν μπορούσες να κυνηγήσεις το όνειρό σου στην Αθήνα;
Όχι. Τότε δεν ήταν στο μυαλό μου αυτό. Λίγο μετά, είπα ότι θέλω να κατακτήσω την Ελλάδα γενικώς και να αφήσω τελευταία την Αθήνα. Γιατί η Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα.
— Αλλά οι δισκογραφικές ήταν στην Αθήνα.
Ο κόσμος που αγόραζε δίσκους δεν ήταν μόνο Αθηναίοι, ήταν κόσμος σε όλη την Ελλάδα.
— Εν τω μεταξύ, μιλάμε για μια Ελλάδα που ενώ τη μέρα έκραζε, τη νύχτα αποκαλυπτόταν. Απ’ όσο ξέρω από τον Θάνο Αλεξανδρή, είχες πολλές επιτυχίες και ανθρώπους που σε κυνηγούσαν.
Κοίταξε να δεις, στα δυο-τρία πρώτα χρόνια, προτού φτάσω στο G.G. στη Βέροια, ήμουν πολύ κλειστός απέναντι σε αυτό το κομμάτι.
— Αλλά σου την έπεφταν οι άντρες που, να το πούμε κι αυτό, δεν ήταν –συνειδητά τουλάχιστον– γκέι.
Ναι, δεν ήταν. Και συνομήλικοί μου και οι μεγαλύτεροι άντρες μου την έπεφταν, αλλά και γυναίκες . Ήμουν πολύ όμορφο παιδί, αλλά δεν με ενδιέφερε καθόλου. Ήθελα να κάνω αυτό που είχα στο μυαλό μου και να ξεμπερδεύω από τα μικρά μαγαζιά – δεν το μετανιώνω καθόλου και πέρασα υπέροχα, γιατί και ρεπερτόριο έκανα και το ευχαριστήθηκα. Κι όποιος σου πει ότι δεν έχει περάσει από σκυλάδικα, θα σου πει ψέματα – είτε της επαρχίας, είτε της Θεσσαλονίκης, είτε της Αθήνας. Εγώ ξέρω πολλούς ανθρώπους που έχουν περάσει και τα έχουν αποποιηθεί. Και αμειβόμουν καλούτσικα για την ηλικία μου και γι’ αυτό που προσέφερα. Τότε είδα τον Boy George και είπα «πρέπει να κάνω κάτι τέτοιο».
— Και το κάνεις στη Βέροια;
Ναι, στη Βέροια. Έχω μια φίλη που είναι κούκλα, αλλά άφωνη. Έρχεται ο μάνατζερ να μας πάρει από την Πτολεμαΐδα –μη φανταστείς, είχε ένα γραφείο που πηγαίνανε μπαρόβιες και κονσοματρίς, τραγουδιστές, τραγουδίστριες– για να κατέβουμε Θεσσαλονίκη. Κάνει μια στάση στη Βέροια γιατί έπρεπε να δει τον Γιώργο Ζήση, ιδιοκτήτη του G.G. Μόλις το είδα, έπαθα σοκ. Ένα τεράστιο μαγαζί, όλο μες στο βελούδο και στους καθρέφτες, με ηχολήπτες και φωτιστές, με μπαλέτα και δέκα άτομα ορχήστρα, ένα υπέροχο μαγαζί που εκείνη τη στιγμή δεν δούλευε πολύ. Κατεβήκαμε, μας βλέπει και λέει «η κοπέλα μου κάνει, αλλά το παιδί… εδώ μπαίνουν οικογένειες» – με είχε κόψει. Η φίλη μου του λέει «δεν γίνεται να μείνω χωρίς τον Μάριο, άσ’ το». Χάρη στην κοπέλα, δέχτηκε να μείνω. Την επόμενη μέρα πάμε για πρόβα. Ξεκινάει πρώτη εκείνη, δεν έβγαινε με τίποτα. Εξαιρετικός μουσικός ο ίδιος, λέει «θα την έχουμε για φωνητικά». Ανεβαίνω εγώ και με ρωτάει τι θα πω. Ήταν η χρονιά που είχε βγει το «Καμιά φορά» της Μαρινέλλας. Και το λέω και το «σκίζω», έδωσα όλο μου το είναι. Κι ο Γιώργος παθαίνει σοκ. Μου κάνει το πρόγραμμα. Το βράδυ ξεκινάμε και ήταν πρώτο όνομα ο Χρήστος Αυγερινός. Βγαίνω λίγο βαμμένος. Τότε δουλεύαμε 7 μέρες την εβδομάδα, ρεπό δεν υπήρχε.
Φωτ.: Φωτογραφικό αρχείο Μάριου Βεάνου
Ξεκινήσαμε Παρασκευή κι όσο περνούσαν οι μέρες άρχισαν να με συζητούν στην πόλη για την ωραία μου φωνή. Ακόμα κι αν τους προξένησε μια περιέργεια η εμφάνιση, μιλούσαν για το ρεπερτόριο και τη φωνή. Μέσα σε δέκα μέρες, άρχισε να γίνεται το πράγμα μεγάλο. Κυκλοφορούσα στους δρόμους, με σταματούσαν, μου μιλούσαν, γινόταν ένα νταβαντούρι. Άρχισε η κόντρα με τον Αυγερινό, οπότε μια μέρα μας μαζεύει ο Ζήσης και του λέει «αν δεν σου αρέσει, σταματάς» – και φεύγει. Κλείνει το μαγαζί και ο Γιώργος φτιάχνει ένα πρόγραμμα όπου ηγούμαι του σχήματος και τότε γνωρίζω τον Αλεξανδρή με τα κορίτσια του. Έρχεται δεκαμελές μπαλέτο ελληνικό, και ένα αγγλικό, με καινούργιες κοπέλες και καινούργια αγόρια, γίνεται ένα υπερθέαμα, κάνουμε πρεμιέρα και γίνεται το αδιαχώρητο. Ράβομαι με παγέτες κι αυτά, και γίνεται πανδαιμόνιο. Έβαζαν πούλμαν από τις γύρω περιοχές να δούνε το σχήμα.
— Από πού τόσο χρήμα;
Λόγω των φρούτων και των εργοστασίων κονσερβοποιίας, μιλάμε εκατομμύρια. Εγώ έχω δει στα πόδια μου καταστάσεις εκατομμυρίων. Τότε έκανα και την πρώτη μου τηλεοπτική συνέντευξη με τον Γιάννη Δημαρά για την ΕΡΤ1, σε σκηνοθεσία Σταμάτη Χονδρογιάννη, και ξεσηκώθηκαν οι τοπικές εφημερίδες λέγοντας ότι η Βέροια μόνο με τον Μάριο ασχολείται όταν έχει τόσα πράγματα να επιδείξει. Η επιτυχία έχει φτάσει μέχρι τη Θεσσαλονίκη.
— Ποιοι μεσουρανούσαν στη Θεσσαλονίκη;
Ο Βασίλης Καρράς, ο Πασχάλης Τερζής, ο Ζαφείρης Μελάς, όλοι πέρασαν από τη Βέροια να δουν το φαινόμενο. Εκεί τους γνώρισα και αργότερα δουλέψαμε με τον Ζαφείρη στα Δειλινά στη Θεσσαλονίκη.
— Ήσουν ένα φαινόμενο;
Αυτοί με έβλεπαν έτσι. Εγώ από 5-6 χρονών είμαι έτσι όπως με βλέπεις τώρα. Οπότε μεγάλωσα με αυτό και δεν ξέρω τι είναι αυτό και τι είναι το άλλο.
— Οι φωτογραφίες σου από εκείνη την εποχή είναι πολύ φαντεζί, θυμίζουν λίγο έναν Έλληνα Ζεκί Μουρέν ή Μπουλέντ Ερσόι.
Ο Ερσόι είναι θεϊκό πλάσμα, και έχει μια φωνή…
— Και Λιμπεράτσε.
Λατρεύω Λιμπεράτσε. Εκεί ήμουν εγώ. Όχι ως μέγεθος καλλιτέχνη, αλίμονο, ως εμφάνιση. Αν βγάλουμε τον Μπουλέντ, που είχε προχωρήσει το θέμα, και ο Ζεκί Μουρέν που το είχε κάνει καρακίτς προς το τέλος, σήμερα που τους ακούω κλαίω με τις φωνές τους. Πιο πολύ ήμουν προς τον Λιμπεράτσε.
— Κι έτσι δημιούργησες ένα προστατευτικό πλέγμα μεταξύ της πίστας και του κοινού. Άλλωστε έχεις ομολογήσει επανειλημμένως ότι σε ενδιέφεραν οι πλούσιοι πελάτες.
Οι οικονομικά πιο εύποροι. Εννοείται. Αλλά γιατί; Επάνω στην πίστα γινόταν χαμός από σαμπάνιες και λουλούδια και εμένα με ενδιέφερε αυτό το κομμάτι. Γιατί όταν ζητάς κάποια λεφτά –που αργότερα έγιναν υπέρογκα τα ποσά που ζητούσα–, έπρεπε να γεμίζει και το μαγαζί. Αυτό και μόνο ήτανε. Οι καψούρες που τραβούσαν όλοι εκείνοι με ένα άτομο που δεν το είχανε. Δεν μπορούσαν να το έχουνε.
— Εσύ σε ποιο βαθμό ήσουν συνειδητοποιημένος; Παρακολουθούσες τις διεκδικήσεις των γκέι της δεκαετίας του ’80;
Καμία σχέση. Δεν ήξερα. Ήμουν τόσο δοσμένος σε αυτό που έκανα. Απλώς, ξέρεις, είναι πολύ ευαίσθητο το πράγμα, λίγο θέλει από καλό να γίνει γελοίο όλο αυτό. Είναι θέμα συμπεριφοράς και προσωπικότητας, πιο πολύ δηλαδή απέναντι τον κόσμο. Να μη δίνεις δικαιώματα, μη σε κρίνουν άσχημα. Κι εγώ αυτά τα πρόσεχα πάρα πολύ. Δηλαδή ήμουνα πολύ μαζεμένο πλάσμα έξω από τη δουλειά μου. Κυκλοφορούσα και ο κόσμος έκανε λες κι έβλεπε δεν ξέρω κι εγώ ποιον. Έμπαινα σε ένα μαγαζί και κόλλαγαν τις φάτσες τους στις βιτρίνες για να με δούνε, γιατί δεν υπήρχαν και κινητά να τραβήξουνε. Η αγάπη που έλαβα και ο θαυμασμός από τον κόσμο ήταν πρωτόγνωρα για τα δεδομένα της εποχής.
— Αναφέρεσαι ωστόσο σε μια εποχή που ακόμα υπάρχει έντονη προκατάληψη. Προφανώς σε θαυμάζανε, ίσως τους εντυπωσίαζε η τόλμη να κυκλοφορείς όπως κυκλοφορούσες.
Ναι, και με αγαπούσαν πολύ οι γυναίκες ως άνθρωπο, και τις αγαπούσα κι εγώ. Και ποιος τραβάει τον άντρα στα μπουζούκια; Η γυναίκα. «Πού θα πάμε;», έλεγαν, «στον Μάριο». Δεν λέγανε πλέον «στο G.G.».
— Στο οποίο έμεινες δύο σεζόν;
Πάνω-κάτω τρία χρόνια. Κάποια στιγμή ήρθαμε σε μια ρήξη με τον Γιώργο. Γιατί πια έβλεπα ότι έρχονταν για μένα και ζήτησα παραπάνω χρήματα. Δεν το δέχτηκε και έφυγα, πήγα στο πιο κάτω μαγαζί. Και έγινε κι εκεί πανζουρλισμός. Αργότερα επέστρεψα στο G.G.
— Πάντως εκείνη την εποχή η επαρχία προσφερόταν για κρυφές σχέσεις, ακόμα δεν υπήρχε η σημερινή απενοχοποίηση, ούτε η πλειονότητα είχε συνείδηση τι έκανε.
Σεξουαλικά; Ναι. Εντάξει. Αλλά ήτανε μεγάλα τα διαστήματα που ήμουν μόνος. Άργησε να έρθει αυτό το κομμάτι.
— Όχι από σεμνότητα, φαντάζομαι.
Όχι. Δεν έκανα ποτέ τίποτα από σεμνότητα. Είμαι ένας άνθρωπος που έζησε.
— Ζούσες και όλη εκείνη την επιτυχία.
Την απολάμβανα. Και καβάλησα και το καλάμι.
— Και τι έκανες;
Πολλά, έγινα πολύ απαιτητικός. Έγινα πολύ σνομπ. Απέλυα συναδέλφους γιατί δεν μου άρεσαν τα ρούχα τους, γιατί δεν μ’ άρεσε το ένα, το άλλο.
— Ποιες πόλεις ακολούθησαν μετά τη Βέροια;
Το ’88 φεύγω και κατεβαίνω στη Θεσσαλονίκη και δουλεύω με τον Καρρά στα Δειλινά. Η Θεσσαλονίκη ήταν εξαιρετική. Τελειώνω και πάω στα Τρίκαλα. Λέω όμως του μάνατζερ –μόλις έμπαινα στο γραφείο έπρεπε να είμαι μόνο εγώ– ότι δεν θέλω μαγαζί που σκίζει, θέλω ένα μαγαζί που δεν πάει πολύ καλά. Μου λέει ένα πολύ ωραίο μαγαζί, τα Δειλινά. Λέω «θα πάω εκεί, θέλω τα Δειλινά» –το είχαν δυο αδέρφια– και ζητάω 45.000 και το ξενοδοχείο πληρωμένο για εφτά ημέρες την εβδομάδα. Μιλάμε, λεφτά. Δεν είπαν τίποτα οι άνθρωποι. Έρχομαι Αθήνα, βρίσκω τον Χαρίτο, τον κομμωτή, κόβω το μαλλί μου κοντό, και ζητάω από τον Διαμαντόπουλο τον συγχωρεμένο την πιο γκλάμουρ φωτογράφιση που έχει γίνει. Και βγαίνουν οι αφίσες από τον Κιάμο, τον μπαμπά του Πάνου, και γεμίζουν όλα τα Τρίκαλα. Παθαίνουν οι Τρικαλινοί σοκ. Γίνεται στην πρεμιέρα το αδιαχώρητο. Τα αυτοκίνητα έχουν γεμίσει το πάρκινγκ και αναγκάζεται να έρθει η Τροχαία. Πέρασα εκεί δυο σεζόν εκπληκτικά. Και ακολουθεί η Λάρισα. Γιατί λέω «60.000 κόσμος, πάμε στην πιο μεγάλη πιάτσα, που είναι, ας πούμε, 300.000 κόσμος». Πάω στον Διογένη και γίνεται κι εκεί χαμός. Φρόντισα όμως και γνώρισα ανθρώπους που ήθελα, εργοστασιάρχες και επιχειρηματίες. Και έγινε πανζουρλισμός. Ο Θάνος, που τα έχει ζήσει αυτά, μπορεί να τα λέει καλύτερα. Δηλαδή, εγώ δεν πιστεύω ότι έχει γίνει για άλλο άτομο.
Φωτ.: Φωτογραφικό αρχείο Θ. Αλεξανδρή
— Η φήμη σου δεν έχει φτάσει τότε στην Αθήνα;
Ναι. Ξέχασα να σου πω ότι προς το τέλος της Βέροιας έρχονται άνθρωποι από γνωστή μεγάλη δισκογραφική να με ακούσουνε και να με δούνε. Κλείνω μαζί τους ραντεβού και κατεβαίνω στην Αθήνα. Όταν άκουσα αυτά που μου πρότειναν, έπαθα σοκ. Δηλαδή, ποσοστά από τα λεφτά, το νυχτοκάματο, σε μεγάλη πίστα, όχι όμως πρώτη, δεύτερη. Λέω «όχι, δεν με ενδιαφέρει στην παρούσα φάση» και φεύγω. Θράσος μεγάλο, αλλά σε αυτή την ηλικία δεν ήταν στις βλέψεις μου. Οι άνθρωποι μου κάναν την κρούση και δεύτερη φορά όταν ήμουνα Θεσσαλονίκη, είπα πάλι όχι και το έχω μετανιώσει. Γιατί έρχονται εκατοντάδες μηνύματα αγάπης από τον κόσμο και θα ήθελα να είχα αφήσει κάτι γι' αυτόν τον κόσμο, να έχουν, ας πούμε, τέσσερις πέντε δίσκους, που θα βγάζαν δυο τρεις επιτυχίες. Αλλά έκανα το λάθος γιατί δεν είχα κανέναν άνθρωπο δίπλα να μου να με καθοδηγήσει. Εμένα με ενδιέφερε να πηγαίνω Ιταλία και να αγοράζω ρούχα. Φόρεσα Valentino, Dolce & Gabbana, με είχε ράψει ο Ασλάνης, ο Ρήγας, ο Πολατώφ. Πρόσεχα πολύ το ρούχο, την εμφάνισή μου και το μικρόφωνό μου. Δούλεψα πάρα πολύ. Αυτό που έβλεπες μπροστά δεν ήταν εύκολη δουλειά. Ήταν πολύ δύσκολο. Μετά μπήκε και ένας άνθρωπος στη ζωή μου με τον οποίον είμαστε μαζί 25 χρόνια. Κάπως τότε άρχισε να αλλάζει η νύχτα. Εγώ όμως είχα φροντίσει από νωρίς να φτάσω σε ένα σημείο οικονομικά που να μη χρειάζεται να δουλεύω για να ζήσω, να δουλεύω επειδή εγώ θα γουστάρω.
— Οι εμφανίσεις σου δεν διέγειραν κάποιους; Στο βιβλίο περιγράφεις έναν παρ’ ολίγον βιασμό από τρεις στην Καστοριά.
Το έφερα έτσι που δεν έγινε τελικά αυτό το πράγμα. Και οι άνθρωποι αυτοί μετά ήταν και πολύ καλοί θαμώνες.
— Δεν είχες άλλες τέτοιες επικίνδυνες στιγμές;
Όχι, όχι. Άλλη μια φορά είχα ένα κακό περιστατικό στον Διογένη στη Λάρισα, από μια μεγάλη παρέα με γυναίκες και άντρες. Ακούστηκε ένα γέλιο και σταμάτησα το πρόγραμμα, είπα απ’ το μικρόφωνο: «Η παρέα να βγει έξω και είναι κερασμένα ό,τι ήπιανε». Σταμάτησα την ορχήστρα, περίμενα να τους βγάλουν έξω, μπήκε άλλη παρέα, γιατί περίμενε κόσμος απ’ έξω για να μπει, και συνέχισα το πρόγραμμα. Αυτά τα δύο περιστατικά και των καμαρινιών, ειδικά από τις γυναίκες. Γιατί δεν είναι όλα αγγελικά πλασμένα.
— Στο βιβλίο του Αλεξανδρή αναφέρεσαι σε θαυμαστές που σου χάρισαν κοσμήματα, ακόμα και μια BMW. Αυτοί ήταν εραστές;
Κοίταξε να δεις, σαφώς θέλανε ανταπόκριση, αλλά δεν την είχανε.
— Μα στις περιγραφές του βιβλίου αφήνεις να εννοηθεί ότι κάποιοι ήταν και εραστές. Η ιστορία με την πισίνα που έχεις διηγηθεί σε πόντκαστ του Αλεξανδρή τι ήταν;
Μπορεί. Οk. Απορώ πως δεν έγινε ταινία. Ήτανε σε μια μεγάλη πόλη, ξημερώματα, σε μια τεράστια έπαυλη με φωτιζόμενη πισίνα κάτω και μπαλκόνι απάνω και καθώς κολυμπούσα, ο ιδιοκτήτης –έλειπε σε διακοπές η γυναίκα του– με έραινε από το μπαλκόνι με πεντοχίλιαρα και δεκαχίλιαρα.
— Όπως κι εκείνος με το καμπριολέ που μέσα στη νύχτα πατούσε το κλάξον και ξύπνησε όλο το ξενοδοχείο.
Καψούρια. Είχα πολλά τέτοια. Του μίλησα και έφυγε.
— Ενώ στην τηλεοπτική εκδοχή ζούσες ένα δράμα.
Αχ, αυτό ήταν ψέματα. Το είπε και ο υπέροχος Γιώργος Παπαπαύλου που έπαιξε τον ρόλο ότι βασίστηκε σ' εμένα, αλλά ήταν μυθοπλασία πιο πολύ.
— Σε ένα σίριαλ δεν μπορείς να δείξεις ότι οικογενειάρχες μεγαλοεπιχειρηματίες είχαν σχέσεις με γκέι, θα εξοργίσει. Έζησες ποτέ δράματα;
Κοίταξε να δεις, στα ίδια μαγαζιά που δούλευα εγώ, υπήρχαν χορευτές, τραγουδιστές, οι οποίοι ήτανε γκέι άτομα και σεξουαλικά πιο ενεργοί. Αλλά δεν άκουσα ποτέ τίποτε από αυτά τα παιδιά ή δεν ήρθε ποτέ κανείς να μου παραπονεθεί για κάτι. Εγώ πάντα ήθελα κάτι σταθερό. Δεν ήθελα από δω κι από κει. Από ένα σημείο που δεν είχα ανάγκη να αποδείξω τίποτα και σε κανέναν ήρθε αυτός ο άνθρωπος που είμαστε μαζί και κύλησαν τα πράγματα όπως ήθελα.
— Ωστόσο, και λόγω της εποχής και λόγω της εμφάνισής σου, θα περίμενα να είχες πολλές ερωτικές περιπέτειες.
Μα γινόταν αυτό, με διευθυντές τραπεζών, επιχειρηματίες και διάφορα. Εγώ δεν είχα ενδώσει σε όλο αυτό το πράγμα. Γιατί όμως; Γιατί δεν ήθελα να χαλάσω την εικόνα του κόσμου και να πούνε κάτι κακό.
— Πόσο κράτησε η χρυσή εποχή;
Δεκαπέντε χρόνια. Δεν έπαψε να υπάρχει ζήτηση, εγώ πλέον ήθελα άλλα πράγματα πιο πολλά, όταν άρχισε η εβδομάδα να γίνεται 6 μέρες και οι 6 μέρες έγιναν 4. Το 2005 σταματάω κι επιστρέφω στη Βέροια το 2012 για περιορισμένο αριθμό εμφανίσεων. Το μαγαζί γέμιζε Παρασκευή και Σάββατο από νεολαία, που ήταν τα παιδιά αυτών που με ακούγανε τότε. Μου κάνει εντύπωση, δεν κάνω πολλές αναρτήσεις στα σόσιαλ, αλλά όταν κάνω, είναι τόσο συγκινητικά αυτά που γράφουν από κάτω. Έχω μείνει άναυδος.
— Δεν ένιωσες ότι η εποχή τέλειωσε;
Βέβαια. Και το 2012 που πήγα, ασχέτως της προσέλευσης του κόσμου, είχαν αλλάξει τα δεδομένα της διασκέδασης. Δεν είναι πια ίδια η νύχτα. Ο Έλληνας στα μπουζούκια θα καψουρευτεί, θα πιει, θα χορέψει. Εγώ έφερα τα μεγάλα μπαλέτα, τα φτερά, πρώτα πρώτα διασκέδαζα εγώ και μετά ακολουθούσε το λαϊκό.
— Με ποια διάσημα ονόματα έχεις τραγουδήσει;
Με την Ελένη Δήμου, τον Γιώργο Μαργαρίτη, την Καίτη Γαρμπή, τον Αντώνη Καλογιάννη, με τον οποίο κάναμε ένα ντουέτο και είχε γεμίσει η πίστα με λουλούδια. Αλλά τώρα δεν έχουμε μπουζούκια.
— Κι αυτά που γεμίζουν τι είναι;
Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Δεν έχουμε τα μεγέθη που είχαμε τότε. Πήγαινες στην παραλιακή κι έβλεπες Διονυσίου, Διαμάντη, Δούκισσα, Μητσιά σε ένα μαγαζί. Δεν έχουμε τα ίδια τραγούδια. Υπάρχουν και σήμερα εξαιρετικοί τραγουδιστές, απλώς δεν έχουν το ίδιο μέγεθος, δεν έχουν τη βαρύτητα εκείνων, γιατί και τώρα λένε τα τραγούδια εκείνων. Αν δεν πεις Διονυσίου και Βοσκόπουλο, δεν βγάζεις πρόγραμμα. Γενικώς, έχει αλλάξει η νύχτα.
— Σου έμεινε παράπονο ότι δεν έγινες όνομα στην Αθήνα;
Όχι. Δεν έχω απωθημένα. Έχουμε τόσο μεγάλους τραγουδιστές που δεν βρήκαν τον δρόμο που έπρεπε να βρούνε. Στην επαρχία που ήμουν εγώ, άκουγες φωνές τοπικές, λαϊκούς τραγουδιστές και τραγουδίστριες, που αν αποφάσιζαν να κατέβουν Αθήνα, θα έπρεπε οι δικοί μας να εξαφανιστούν. Αυτά που περάσαμε ήταν πάρα πολύ ωραία, είναι κρίμα που οι νέοι άνθρωποι δεν τα έζησαν για να ξέρουν. Έπαιρνα το ντέφι και ανέβαινα στο τραπέζι και γινότανε ο χαμός. Χαμός! Αλλά το ένιωθα, το φχαριστιόμουνα. Το διασκέδαζα και μαζί μου διασκέδαζε κι ο κόσμος. Αυτός ήταν ο σκοπός. Τι ήταν, να καθίσω στην πίστα και να χορεύουν δίπλα μου γυναίκες με φτερά και άντρες με ημίψηλα; Το 2000 αρχίζει η νύχτα και τελειώνει, τα τετραήμερα έγιναν διήμερα, ήρθε και η κρίση. Να σου πω κάτι; Είναι ωραίο να είσαι χορτάτος άνθρωπος. Να μην έχεις απωθημένα, να μην έχεις ζήλια. Υπάρχει ένας επιχειρηματίας σήμερα στην Αθήνα να μου φτιάξει ένα πρόγραμμα όπως το θέλω; Θα σου πω τι θα γίνει! Ή ένας παραγωγός να κάνει μια σειρά ή μια παράσταση βασισμένη στο κεφάλαιο το δικό μου από το βιβλίο του Θάνου; Με αλήθειες.
— Τόση ώρα πόσες αλήθειες μου έχεις πει;
Με αλήθειες που δεν μπορούν να λεχθούν σε μια συνέντευξη ή ένα σίριαλ, ερωτικές και συναδελφικές. Πιο πικάντικες, όχι κακά πράγματα.
— Εμένα γιατί δεν μου τα λες;
Όσα σου είπα είναι περίπου αυτά…
— Τι κρατάς από εκείνα τα χρόνια;
Κρατάω την αγάπη του κόσμου. Αλλά δεν μου αρέσει να παρελθοντολογώ, κοιτάω μπροστά. Μου κάνει εντύπωση που δεν με ξέχασαν και με λυπεί το ότι δεν βρέθηκε ένας νέος καλλιτέχνης να τολμήσει να κάνει αυτά που έκανα εγώ. Γιατί δεν υπήρχε πριν από μένα και δεν υπήρξε ύστερα από μένα. Ίσως γι’ αυτό έχω μείνει στη μνήμη του κόσμου. Γιατί ο κόσμος τα συγχωρούσε όλα στον Μάριο. Να με έβλεπε μα με μαλλί βαμμένο, μα με σκουλαρίκι να κρέμεται μέχρι κάτω; Δεν τον ένοιαζε. Αυτός είναι ο Μάριος. Κι αυτό με στενοχωρεί, γιατί εγώ τόλμησα σε μια εποχή δύσκολη, που ήταν μεγάλο το ρίσκο. Κουράστηκα. Ειλικρινά σου λέω, δούλεψα πολύ.
— Φοβήθηκες ποτέ;
Όχι, με αγαπούσαν όλοι, και οι μπράβοι με αγαπούσαν. Δεν λέω ότι στη νύχτα τότε ήταν όλα καλώς καμωμένα. Μέσα στη νύχτα σαφώς γινόντουσαν πράγματα, και στις γυναίκες και στους άντρες, και στις γυναίκες μεταξύ τους. Δεν ήταν εύκολη η νύχτα. Σε μένα δεν έτυχε κάτι άσχημο σε σημείο να πω «δεν τη θέλω τη νύχτα». Γιατί έγινα γνωστός πολύ μικρός και με αγάπησε ο κόσμος ως ένα καλό παιδί και μια καλή φωνή.
— Ήσουν πάντα καλό παιδί;
Καλός δεν ήμουν πάντα, γιατί έπρεπε να προστατέψω τον εαυτό μου και να κάνω μια ασπίδα. Ήμουν απαιτητικός γιατί ήθελα το καλύτερο αποτέλεσμα από τους μουσικούς. Τώρα που ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη το «Αυτή η νύχτα μένει», μια δημοσιογράφος με χαρακτήρισε «εμβληματικό».
— Κολακευτικό, έχει δίκιο έπειτα από τόσες εκδοχές στο θέατρο και την τηλεόραση.
Ναι, αλλά γιατί δεν λένε τον Μάριο όπως ήταν, γιατί τον διαστρεβλώνουν; Γιατί θέλεις να παρουσιάσεις κάτι άλλο, κακοποιημένο, που δεν έχει σχέση με την αλήθεια; Μπορεί τελικά να είμαι κι εγώ ένα παραμύθι.