Ένας μικρός εθνικός κόσμος περίκλειστος, ανεξάρτητος από το παγκόσμιο σύστημα και απαλλαγμένος από εσωτερικούς κι εξωτερικούς παρείσακτους: Αυτό το τύπου «τελικής λύσης» παραμύθι τσαμπουνάνε οι (νέο)ναζί εθνικιστές –αλλά και κομμάτι της αριστεράς, δυστυχώς– στην Ελλάδα αλλά και σε κάθε χώρα, εκτιμά η καθηγήτρια Κοινωνιολογίας Άννα Φραγκουδάκη*, συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του δοκιμίου «Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς» (Αλεξάνδρεια, 2013).

 

Αφορμή για τη συνέντευξη αυτή υπήρξε η εξάρθρωση μιας ακόμα πιο ακραίας κι από τη ΧΑ τρομοκρατικής (και όχι απλά «εγκληματικής», κ. δικαστές) οργάνωσης, της Combat 18, αλλά και η γενικότερη ακροδεξιά «ανάκαμψη» στην Ευρώπη.

 

Η συνομιλήτριά μου ανησυχεί ιδιαίτερα για την «κανονικοποίηση» των ακροδεξιών ιδεών και πρακτικών πανευρωπαϊκά, αποδίδοντας τις κύριες ευθύνες γι' αυτό στον τρόπο που η ΕΕ και οι εθνικές κυβερνήσεις διαχειρίστηκαν την τρέχουσα οικονομική κρίση, στη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, την γκρίζα πλευρά της παγκοσμιοποίησης, τη βαθιά κρίση του κοινοβουλευτισμού και την «τύφλωση» των μεγάλων, παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων απέναντί της, σε συνδυασμό με την υιοθέτηση της ακροδεξιάς ατζέντας στο μεταναστευτικό-προσφυγικό και όχι μόνο, αντί για την ξεκάθαρη καταγγελία της.

 

Θεωρεί ότι η Combat 18 δεν είναι παρά ένα ακόμα παρακλάδι μιας ανέκαθεν παρούσας στην Ελλάδα φιλοναζί ακροδεξιάς, χαρακτηρίζει τη δίκη της ΧΑ «δυσνόητα πολύχρονη» , υπογραμμίζει δε ότι σε μια κοινωνία που έστω «ανέχεται» τον ρατσισμό και τον φανατικό εθνικισμό, καμία κοινωνική ομάδα δεν είναι ασφαλής και η δημοκρατία της είναι ναρκοθετημένη.

  

Με την κρίση, την Ε.Ε. και την παγκοσμιοποίηση, ο κοινωνικός κόσμος παίρνει στα μάτια του πολίτη διαστάσεις εκφοβιστικά απέραντες, μοιάζει να κυβερνιέται από δυνάμεις δυσδιάκριτες και ανεξέλεγκτες. Η ανασφάλεια και ο φόβος αποκτούν έτσι, εκτός από το πραγματικό μέγεθος, και φανταστικό. 

 

— Τι προκύπτει από τις τελευταίες συλλήψεις μελών ναζιστικών οργανώσεων με τον βαρύ οπλισμό και τις πολλές επιθέσεις στο ενεργητικό τους; Παρ' ότι η Χ.Α. είναι υπόδικη και «κουτσουρεμένη», είμαστε, λέτε, αντιμέτωποι με ένα «νέο κύμα» ακροδεξιού εξτρεμισμού στην Ελλάδα;

Δεν ξέρω πόσο «νέο κύμα» είναι η εμφάνιση μιας νέας φιλοναζιστικής οργάνωσης. Μέχρι τη νέα χιλιετία, τα ήδη υπάρχοντα ακροδεξιά κόμματα Ελληνικό Μέτωπο του Μάκη Βορίδη, Πρώτη Γραμμή του Κώστα Πλεύρη και Χρυσή Αυγή του Νίκου Μιχαλολιάκου θα γίνουν τέσσερα με την εκλογή του Γ. Καρατζαφέρη στο Ευρωκοινοβούλιο και αργότερα την είσοδο του ΛΑΟΣ στη Βουλή το 2007. Τα δύο από αυτά, η Γραμμή και η Χ.Α., είναι ανοιχτά φιλοναζιστικά.

 

Έως τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα (Σεπτέμβριος 2013), τις συλλήψεις και την έναρξη της δίκης, τον Απρίλιο του 2015, η Χ.Α. ήταν ανοιχτά φιλοχιτλερική, ο αρχηγός της συνήθιζε τον ναζιστικό χαιρετισμό και επαινούσε από την τηλεόραση τους «λεβέντες με τις μαύρες μπλούζες».

 

Η δυσνόητα πολύχρονη δίκη έχει αναγκάσει τα μέλη της να μην επαληθεύουν αυτά για τα οποία δικάζονται, οπότε όσοι νεοναζιστές εμφανίζονται με άλλο όνομα μπορεί να είναι ζηλωτές της, είτε ιδεολογικά συγγενείς, είτε μείγμα...

 

— Τι ομοιότητες και τι διαφορές παρουσιάζουν εξτρεμιστικές οργανώσεις τύπου Combat 19 με τη Χ.Α. και άλλα ακροδεξιά σχήματα; Θα μπορούσε να ισχύει εδώ η θεωρία των «συγκοινωνούντων δοχείων»; 

Κοιτάξτε, πιστεύω ότι δεν έχει τόσο σημασία το ποια ακριβώς σχέση έχουν οι νεοσυλληφθέντες τρομοκράτες με τη Χ.Α. (εκτός εάν αυτό αποδειχτεί και βαρύνει το κατηγορητήριο των δικαζομένων) όσο ο κίνδυνος που αποτελούν και το πώς είναι δυνατό να πείθουν.

 

Τέτοιες ιδέες και πρακτικές είναι καθαρά ακροδεξιές, όποια πολιτική «αλήθεια» και αν επικαλούνται, ανεξαρτήτως ιδεολογικής απόχρωσης. Δεν μπορεί η τυφλή βία και η εκ προμελέτης δολοφονία να μετατρέπονται σε «δικαίωμα» επειδή οι δράστες τη συνοδεύουν με πολιτικές αιτιολογίες.

 

Καμία ομάδα πολιτικών «σωτήρων», είτε του «έθνους» είτε του «λαού», δεν δικαιούται να θέτει τον εαυτό της υπεράνω των πάντων κριτή, να ασκεί βία για να επιβάλει το πολιτικά «σωστό», έως και να δολοφονεί όποιον κρίνει ότι εκπροσωπεί το πολιτικά «λάθος».

 

Τέτοιο δικαίωμα δεν απέδωσε ποτέ η κοινωνία σε καμία εξουσία. Aκόμα και τα στρατοδικεία δεν καταδικάζουν χωρίς διαδικασίες, μάρτυρες και υπεράσπιση. Το κλειστό κύκλωμα της λογικής τους είναι ίδιο: μερικά άτομα αναγορεύουν εαυτόν κάτοχο της απόλυτης αλήθειας, άρα αυτόκλητο όχι μόνο κατήγορο αλλά και δήμιο.

 

Κάθε ομάδα που οικειοποιείται τον ρόλο του «τιμωρού» και αποφασίζει για τη ζωή και τον θάνατο όσων θεωρεί κοινωνικών της «εχθρών» είναι ακροδεξιά, ό,τι και αν νομίζει ότι πιστεύει.

 

— Με τη Χ.Α. καθαυτή έχουμε λέτε «ξεμπερδέψει»; Η δίκη φέτος τελειώνει και με βάση τα ως τώρα στοιχεία και τις καταθέσεις ο πέλεκυς αναμένεται βαρύς. Παρά ταύτα δεν έχει απολέσει θεαματικά τα ποσοστά της. Θα αποδοθεί, λέτε, δικαιοσύνη;

Δεν είναι τα συγκεκριμένα άτομα, που ενίοτε δίνουν την εικόνα διαταραγμένου, που συνιστούν κίνδυνο όσο οι αποτρόπαιες ιδέες τους, που με την επανάληψη γίνονται κοινότοπες.

 

Το πιο επικίνδυνο απ' όλα, όπως τραγικά απέδειξε ο ναζισμός, είναι τούτο: όταν οι ναζί κήρυξαν στο όνομα της πατρίδας την «αποκάθαρση» της «φυλής» (το περίφημο σύνθημα «αίμα και χώμα») δεν άσκησαν πολιτική κριτική.

 

Πολέμησαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους με το ανάθεμα, την προτροπή στο έγκλημα και τη συκοφαντία με στόχο να πάψουν να υπάρχουν όλοι όσους ονόμαζαν κατώτερους, αρουραίους, ανήθικους κ.ο.κ.

 

Ο γερμανικός λαός, πεινασμένος και ταπεινωμένος από την ήττα, τα ανέχτηκε όλα αυτά. Οι νέοι θαύμασαν τη δύναμη του εκδικητή αρχηγού και οι μέσοι άνθρωποι, καθώς κύριος στόχος των ναζί ήταν οι Εβραίοι, νόμισαν ότι δεν τους αφορά.

 

Όταν ψηφίστηκαν οι νόμοι της Νυρεμβέργης και άρχισαν, στους Εβραίους που χαρακτηρίζονταν «υπάνθρωποι», να προστίθενται κι άλλοι, όταν οι ελίτ ονομάστηκαν προδότες, οι διανοούμενοι θηλυπρεπείς, οι ομοφυλόφιλοι διεστραμμένοι, οι σοσιαλιστές τσούλες κ.ο.κ., ήταν πια πολύ αργά.

 

Σε μια κοινωνία που έστω ανέχεται τον ρατσισμό και τον φανατικό εθνικισμό, καμία κοινωνική ομάδα δεν είναι ασφαλής και η δημοκρατία είναι ναρκοθετημένη.

 

Έως τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα (Σεπτέμβριος 2014), τις συλλήψεις και την έναρξη της δίκης Απρίλιο του 2015, η Χ.Α. ήταν ανοιχτά φιλοχιτλερική, ο αρχηγός της συνήθιζε τον ναζιστικό χαιρετισμό και επαινούσε από την τηλεόραση τους «λεβέντες με τις μαύρες μπλούζες».
Έως τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα (Σεπτέμβριος 2014), τις συλλήψεις και την έναρξη της δίκης Απρίλιο του 2015, η Χ.Α. ήταν ανοιχτά φιλοχιτλερική, ο αρχηγός της συνήθιζε τον ναζιστικό χαιρετισμό και επαινούσε από την τηλεόραση τους «λεβέντες με τις μαύρες μπλούζες».

 

— Ο ακροδεξιός εφιάλτης έγινε παραπάνω από αισθητός κατά την ιταλική προεκλογική περίοδο και γενικότερα στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Πόσο επικίνδυνο φαινόμενο είναι αυτό, πού πιστεύετε ότι οφείλεται η απήχησή του και πώς θα μπορούσε να ανασχεθεί, δεδομένου ότι και το «αντίπαλο δέος», η αριστερά, εμφανίζεται αποδυναμωμένη;

Τα αίτια είναι πολλά, σύνθετα και αλληλεξαρτώμενα. Η παγκοσμιοποίηση (ένας ανάμεσα στους διαβόλους που παντού αναθεματίζουν τα ακροδεξιά κόμματα) είναι ένα βασικό αίτιο. Έχει μεταμορφώσει τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις.

 

Το κεφάλαιο, το εμπόριο, η τεχνολογία κ.λπ. αυτονομούνται με τη δημιουργία υπερεθνικών γιγάντων. Οι εξουσίες των εθνών-κρατών αποδυναμώνονται, ιδίως στην άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής.

 

Παράλληλα, είναι ισχυρή η παγκόσμια τάση να αποκτούν όλο και ισχυρότερη παρεμβατική ισχύ οι διεθνείς θεσμοί, ενώ στην ευρωπαϊκή ήπειρο ο συνασπισμός εθνών-κρατών της Ε.Ε. φτάνει έως το κοινό νόμισμα και, παρά τα πισωγυρίσματα, τις αντιφάσεις και την κρίση που περνάει σήμερα, τείνει προς την εξέλιξή του σε πολιτική ομοσπονδιακή ένωση.

 

Οι παραδοσιακές εξουσίες κάθε κράτους χάνουν μέρος από την ισχύ τους στην άσκηση ανεξάρτητης πολιτικής.

 

Η συντριβή του σοσιαλιστικού κόσμου είναι επίσης αποφασιστικής σημασίας. Κατέρρευσε το μόνο μέχρι σήμερα σύστημα οικονομικής οργάνωσης εναλλακτικό του κεφαλαιοκρατικού. Το κενό που άφησε είναι μεγάλο και διπλό.

 

Το μέρος της κομμουνιστικής αριστεράς στην Ευρώπη που (από δεκαετίες) καταδίκασε τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», δηλαδή το σοβιετικό μοντέλο μιας ασφυκτικά ανελεύθερης κοινωνίας, αντιπρότεινε σοσιαλισμό με δημοκρατία, χωρίς όμως πολιτικό ή οικονομικό σχέδιο.

 

Δεν εισηγήθηκε σχέδιο άλλο από την κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής ούτε ερμήνευσε την οικονομική καταστροφή του σοσιαλισμού.

 

Άρα δεν μπόρεσε να προβλέψει σε τι θα ήταν διαφορετικός ο σοσιαλισμός από τον μόνο σοσιαλισμό που υπήρξε στην Ιστορία, τον «υπαρκτό» των σαμιζντάτ (παράνομης λογοτεχνίας) και των γκουλάγκ (σοβιετικών στρατοπέδων συγκέντρωσης).

 

— Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας λέγεται πως υπήρξε και η οικονομική κρίση.

Πράγματι, όχι καθαυτή αλλά η διαχείρισή της από τις αρχές της Ε.Ε. και τις εθνικές κυβερνήσεις.

 

Μέσα στη δίνη της διεθνούς κρίσης, με την πολιτική της λιτότητας και τις έντονα αρνητικές της συνέπειες σε όλες τις χώρες και ιδίως σε αυτές της νότιας Ευρώπης, κυρίως στις πιο φτωχές κοινωνικές κατηγορίες, οι εκπρόσωποι των πολιτικών ηγεσιών μοιάζει να μην καταλαβαίνουν πόσο επικίνδυνο φαινόμενο είναι η ταξική διάσταση της ανόδου των ακροδεξιών.

 

Παντού στην Ευρώπη (ιδίως στη Γαλλία, στην Αυστρία, στη Δανία, στη Γερμανία και στην Ελλάδα) τα ακροδεξιά κόμματα έχουν απήχηση κυρίως στα λαϊκά στρώματα, σε εργατικά προάστια, σε αγροτικές περιοχές, σε φτωχούς και ανέργους, ενώ στις εκλογές σαρώνουν κυρίως σε αστικά και επαρχιακά παλιά μετερίζια των αριστερών κομμάτων.

 

Είναι βέβαιο ότι αυτή η ροή προς τα ακροδεξιά σχετίζεται επίσης με τη σταδιακή εγκατάλειψη από τα αριστερά κόμματα του κράτους πρόνοιας.

 

Αντί να μάχεται για την παρέμβαση του κράτους με στόχο την άμβλυνση των μεγάλων ανισοτήτων, την καταπολέμηση της ανεργίας και την αύξηση της απασχόλησης, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία συγκλίνει όλο και πιο πολύ στην οικονομική πολιτική του νεοφιλελευθερισμού.

 

Η δε κομμουνιστική αριστερά, που δεν συγκλίνει, δεν είναι ούτε ρομαντική ούτε αθώα. Κάνει στην κοινωνία την ίδια πρόταση με τους ακροδεξιούς: προβάλλει την ουτοπία ενός εθνικού κράτους, «ανεξάρτητου» από την Ε.Ε., ενώ γνωρίζει ότι εάν αποδεσμευτεί ένα κράτος από τη σφαίρα εξάρτησής του, θα βρεθεί αναπόφευκτα στη σφαίρα άλλων επιρροών και εξαρτήσεων, με τα τωρινά δεδομένα πολύ χειρότερων οικονομικά και ιδίως πολιτικά (αυτόν το δρόμο έχει πάρει σήμερα η Τουρκία).

 

Oι σοσιαλιστές, όσο η Λεπέν κερδίζει ψήφους, προσχωρούν σταδιακά στην υπεράσπιση της «πατρίδας».
Oι σοσιαλιστές, όσο η Λεπέν κερδίζει ψήφους, προσχωρούν σταδιακά στην υπεράσπιση της «πατρίδας».

 

— Είναι, άραγε, πιο επικίνδυνη η δράση των ακροδεξιών εξτρεμιστών από τη διαρκώς αυξανόμενη ακροδεξιά ρητορική στον δημόσιο λόγο αλλά και την «υιοθέτηση» της ατζέντας της ειδικά στο μεταναστευτικό/προσφυγικό από το ευρύτερο πολιτικό σύστημα, σε συνδυασμό με την ανοχή που επιδεικνύει απέναντί της;

Η μεγαλύτερη ευθύνη που φέρουν τα πολιτικά κόμματα για το ότι ο βρικόλακας του φασισμού έφτασε, τον 21ο αιώνα, να διεκδικεί την ηγεσία σε μεγάλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες αφορά την τύφλωση απέναντι στη βαθιά πολιτική κρίση του κοινοβουλευτισμού και η αμυντική τους στάση απέναντι στην άνοδο των ακροδεξιών.

 

Αντί τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου να καταπολεμήσουν τις ιδέες της ακροδεξιάς, τις νομιμοποίησαν, ευνοώντας δραστικά τη διάδοσή τους.

 

Με την κρίση, την Ε.Ε. και την παγκοσμιοποίηση, ο κοινωνικός κόσμος παίρνει στα μάτια του πολίτη διαστάσεις εκφοβιστικά απέραντες, μοιάζει να κυβερνιέται από δυνάμεις δυσδιάκριτες και ανεξέλεγκτες. Η ανασφάλεια και ο φόβος αποκτούν έτσι, εκτός από το πραγματικό μέγεθος, και φανταστικό.

 

Τα ακροδεξιά κόμματα προσφέρουν «παρηγορία», επικαλούμενα αρχές και αξίες παραδοσιακές που μοιάζουν σταθερές, διαχρονικές, πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια, κυρίως προτείνουν λύσεις φαινομενικά πολύ απλές και πολύ εύκολες.

 

Λένε σε όλες τις χώρες το ίδιο παραμύθι: θα χτίσουν έναν μικρό εθνικό κόσμο «ανεξάρτητο» από το παγκόσμιο «σύστημα» και απαλλαγμένο από τους εσωτερικούς παρείσακτους και τότε όλα θα είναι τέλεια.

 

Τα οικονομικά προβλήματα θα λυθούν με την έξοδο από την Ε.Ε. και την τιμωρία όσων «κλέβουν» το δημόσιο χρήμα. Η ανεργία θα εξαφανιστεί με την εκδίωξη των μεταναστών... και τα λοιπά.

 

— Οι εύκολες, απλοϊκές εξηγήσεις, όπως και οι άμεσες, «μαγικές» λύσεις, φαντάζουν ανακουφιστικές...

Έτσι ακριβώς, όμως, είναι τόσο διάτρητο το αμάλγαμα ψευδών υποσχέσεων και λαϊκιστικής δημαγωγίας που πουλάει η ακροδεξιά, ώστε δεν καταλαβαίνει κανείς γιατί πείθει εάν δεν συνειδητοποιήσει ότι το πετυχαίνει επικαλούμενη τις παραδοσιακές αξίες, ιδίως του έθνους, μαζί με το ιδεολογικό μείγμα του κλασικού φασισμού που διανθίζει τον εθνικισμό με συνθήματα παραδοσιακά αριστερά ενάντια στον καπιταλισμό.

 

Το εθνικιστικό παραλήρημα με προέλευση το χιτλερικό «αίμα και χώμα» της ακροδεξιάς όχι μόνο δεν το πολέμησε κανένα από τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου αλλά όλα το ευνόησαν, το διέδωσαν. Από αποτρόπαιο το έκαναν συνηθισμένο και όλα αυτά επειδή έβλεπαν την έλξη που ασκούσαν στις λαϊκές μάζες τα υπερπατριωτικά συνθήματα.


Μάλιστα, δεν είναι μόνο η δεξιά αλλά και η αριστερά που υιοθετούν τα συνθήματά της ακροδεξιάς επειδή βλέπουν την έλξη που ασκούν στις λαϊκές μάζες.

 

Η Γαλλία είναι το πιο φανερό και το πρώτο (χρονολογικά) παράδειγμα. Η γαλλική δεξιά προσχώρησε στον φανατικό και φυλετικό εθνικισμό, λέγοντας δημόσια ότι δεν θα αφήσει την πατρίδα στους ακροδεξιούς. Ο Νικολά Σαρκοζί κατέληξε, παραμονές των εκλογών του 2017, να θεωρείται πιο «εθνοτικός σοβινιστής» από την ακροδεξιά.

 

Αλλά και οι σοσιαλιστές, όσο η Λεπέν κερδίζει ψήφους, προσχωρούν σταδιακά στην υπεράσπιση της «πατρίδας». Αυτό άρχισε ήδη το 1999, από τον πρωθυπουργό Λιονέλ Ζοσπέν. Προσχώρησαν στις θέσεις και στο εθνικιστικό γλωσσάρι των Λεπέν για να αναστρέψουν την τάση ψηφοφόρων προς την ακροδεξιά.

 

Η αποτυχία του ολισθήματος ήταν διπλή: όχι μόνο δεν έφερε λαϊκά στρώματα πίσω στα αριστερά κόμματα αλλά ευνόησε την ιδεολογική σύγχυση και ενίσχυσε την πορεία του συντηρητισμού που στη συνέχεια ακολούθησε η δημοκρατική Γαλλία.

 

Το παράδειγμα αυτό ισχύει, δυστυχώς, με μικρές διαφορές για πολλές χώρες, ανάμεσά τους και η δική μας.

 

* Η Άννα Φραγκουδάκη είναι καθηγήτρια Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έζησε στη Γαλλία το διάστημα 1964-1976, όπου σπούδασε Κοινωνιολογία και ειδικεύτηκε στην Κοινωνιολογία της Παιδείας.

 

Είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Rene Déscartes - Paris V (1975, τμήμα Επιστημών της Εκπαίδευσης) και υφηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (1978, Φιλοσοφική Σχολή).

 

Έχει διευθύνει έρευνες με αντικείμενο τα περιεχόμενα των σχολικών εγχειριδίων, τον εθνοκεντρισμό του εκπαιδευτικού συστήματος, τις κοινωνικές ανισότητες στην εκπαίδευση.

 

Οι κύριες δημοσιεύσεις της αφορούν τις κοινωνικές ανισότητες, τις διακρίσεις με βάση το φύλο και την κουλτούρα, την ιστορική διγλωσσία και την κοινωνική της λειτουργία, την ανάλυση των σχολικών βιβλίων, τον εθνοκεντρισμό και τον ρατσισμό στην εκπαίδευση.