Η Ν.Γ. είναι επιχειρηματίας και αρκετά δραστήρια στα κοινωνικά δίκτυα. Πριν καιρό ανέβασε στο Facebook ένα ρεπορτάζ από πολύ μικρής εμβέλειας μέσο που έχει αρκετά θέματα με τη Δικαιοσύνη. Επρόκειτο για μια ψευδή είδηση, αρνητική, για μεγάλη εταιρεία. Η Ν.Γ. ενημερώθηκε για το ανακριβές αυτού που διέδωσε, ευχαρίστησε για την ενημέρωση, αλλά δεν το κατέβασε. Το άφησε εκεί να διαδίδει το ψέμα γιατί πήρε πολλά likes και αρκετά σχόλια.


Ναι, διαβάζουμε αυτά που μας βολεύουν και συχνά τα διαδίδουμε, αλλά από πού εντοπίζουμε πλέον τις ειδήσεις; Μια πρόσφατη έρευνα του Reuters Institute (οργανισμός του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters) είναι αποκαλυπτική: οι 2 στους 3 μαθαίνουν τα νέα (τα όποια «νέα» θέλουν για να ενημερώνονται) μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα ή τις μηχανές αναζήτησης και όχι απευθείας από τους ειδησεογραφικούς οργανισμούς. Με άλλα λόγια, οι περισσότεροι βασιζόμαστε σε ό,τι βλέπουμε στα κοινωνικά δίκτυα των «φίλων» μας. Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο μας τραβάει κάτι που κέντρισε το ενδιαφέρον κάποιου φίλου (π.χ. ενός γνωστού από το γήπεδο) αλλά και βασιζόμαστε στην πηγή που εκείνος εμπιστεύτηκε: ένα κουτσομπολίστικο site, το μπλογκ του χωριού του, μια ομάδα που ενδιαφέρεται για θεωρίες συνωμοσίας κ.λπ.


Μια επεξεργασία των ευρημάτων του Reuters Institute φέρνει στην επιφάνεια αρκετά άλλα συμπεράσματα που δείχνουν ότι έχουν πάει πολύ μακριά οι αναγνωστικές μας συνήθειες από την εποχή που αγοράζαμε μία εφημερίδα, τρέχαμε σε ένα site ή βασιζόμασταν μέσω RSS σε 4-5 γνωστές πηγές.

 

H κύρια πηγή για ειδήσεις εξαρτάται και από την ηλικία. Το 64% ατόμων από 18 έως 24 ετών βασίζεται στα κοινωνικά δίκτυα, ενώ το 51% αυτών που είναι πάνω από 55 ετών προσφεύγει στην τηλεόραση, την οποία χρησιμοποιεί ως πηγή μόνο το 24% της πρώτης ομάδας.

 

Αποφυγή των ειδήσεων

Οι Έλληνες είναι οι πρώτοι στον κόσμο (μαζί με τους Τούρκους) που αποφεύγουν τις ειδήσεις, σε ποσοστό 57%. Το 29% παγκοσμίως παραδέχεται ότι δεν παρακολουθεί ειδήσεις, με κύριες δικαιολογίες ότι τους χαλάνε τη διάθεση ή ότι δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Στην Ιταλία το ποσοστό αυτό είναι 28% και στην Ισπανία 27%.


Εμπιστοσύνη στα media

Εμπιστοσύνη σε αυτά που μεταδίδουν τα μέσα επικοινωνίας δείχνει περί το 20% στη Βρετανία και στη Γαλλία, γύρω στο 30% στη Γερμανία και ένα 23% στην Ελλάδα. Η έλλειψη εμπιστοσύνης αποδίδεται στην επιρροή του επιχειρηματικού κόσμου και της πολιτικής στη θεματολογία των media. Στην Ελλάδα μόνο το 6% θεωρεί ότι τα media δεν επηρεάζονται από τoυς δύο προαναφερθέντες παράγοντες, που είναι το μικρότερο ποσοστό παγκοσμίως.

 

Πόλωση

Οι πολίτες προτιμούν ολoένα και περισσότερο τη χρήση μέσων που συμφωνούν με τις απόψεις τους. Στις ΗΠΑ απαντά μία από τις πιο ακραίες καταστάσεις, καθώς τους «New York Times» διαβάζει μόνο ένα 7% των (αυτοχαρακτηριζόμενων) δεξιών και το Fox News βλέπει μόνο ένα 9% των αριστερών. Σε λίγες μόνο χώρες, όπως η Νορβηγία και η Ολλανδία, υπάρχουν αρκετά μέσα που καλύπτουν τον μεσαίο χώρο, δηλαδή αποφεύγουν τον κομματικό ακτιβισμό και δεν συνδέονται με κάποια πολιτική παράταξη.


Αρκετά μέσα πιέστηκαν όταν είδαν τη φρενήρη πορεία νέων ανταγωνιστών τους που πήραν πολλή δύναμη από το ότι συνδέθηκαν δυναμικά με μια ιδεολογική πλευρά (π.χ. Fox News). Aυτή η τάση ευνόησε βραχυπρόθεσμα όσα media την ακολούθησαν ή λανσαρίστηκαν ακριβώς για να την αξιοποιήσουν. Αυτό στην πορεία λειτούργησε εις βάρος της αξιοπιστίας του συνόλου του κλάδου των μέσων, με συνέπειες στην απήχηση και στη δυνατότητά τους να αντλούν έσοδα.

 

Άνοδος των messaging apps

Αρκετοί πολίτες προτιμούν αυτό τον προσωπικό τρόπο ενημέρωσης, επειδή τηρείται το privacy και δεν φιλτράρονται οι ειδήσεις από τους αλγόριθμους των social media. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, μειώνεται η χρήση τους ως πηγών ειδήσεων, είτε από τον φόβο των fake news είτε, όπως λέει το 24%, γιατί δεν ξεχωρίζουν τα γεγονότα από τις επιθυμίες και τη φαντασία.


Ο συνδυασμός των media

Ο συνδυασμός που επιλέγουν οι πολίτες για την ενημέρωσή τους ποικίλλει από χώρα σε χώρα. Συνήθως καταφεύγουν σε μια μείξη τοπικών ειδησεογραφικών καναλιών με κάποιο site και ένα διεθνές μέσο (CNN, BBC). H κύρια πηγή για ειδήσεις εξαρτάται και από την ηλικία. Το 64% ατόμων από 18 έως 24 ετών βασίζεται στα κοινωνικά δίκτυα, ενώ το 51% αυτών που είναι πάνω από 55 ετών προσφεύγει στην τηλεόραση, την οποία χρησιμοποιεί ως πηγή μόνο το 24% της πρώτης ομάδας. Ένα αξιοσημείωτο μέρος του κοινού χρησιμοποιεί πηγές που του παρέχουν ειδήσεις και παράλληλα πληροφόρηση σε θέματα σχετικά με την τέχνη και την ψυχαγωγία (στοιχείο πολύ χαρακτηριστικό που έχει συμβάλει στη μεγάλη σε επιδόσεις και διάρκεια επιτυχία του lifo.gr). Αρκετά μέσα δίνουν μεγάλη έως υπερβολική έμφαση στο βίντεο, αλλά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό δεν βλέπει ούτε ένα ειδησεογραφικό βίντεο την εβδομάδα.


Τα παραπάνω δεν προσφέρονται για στενόχωρα συμπεράσματα και νοσταλγικές αναπολήσεις του τύπου «τι ωραία που ήταν όταν διαβάζαμε μία εφημερίδα και ακούγαμε έναν ραδιοφωνικό σταθμό». To ισχυρότερο μήνυμα είναι οι κατακλυσμιαίες αλλαγές που έχουν φέρει τα πάνω-κάτω στη ζωή μας κι έχουν αναστατώσει τη δημοκρατία. Στις ΗΠΑ και στη Γερμανία γίνεται όλο και πιο έντονη η συζήτηση για το πόσο επηρεάζει η επικράτηση του δυοπωλίου Facebook - Google.


Μαζί με αυτά, αλλάζει με γοργούς ρυθμούς το πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν η επικοινωνία και η διαφήμιση. Τόσο πολύ, που ορισμένοι ειδικοί τονίζουν ότι ένας από τους λίγους τρόπους εμπορικής επικοινωνίας είναι τα μηνύματα που μπορούν να διαδίδουν για ένα προϊόν ή μια υπηρεσία οι καταναλωτές και οι εργαζόμενοι της εταιρείας που το παράγει. Συν η καλή συνεργασία με εκείνα τα προνοητικά media που είναι μπροστά από τις αλλαγές και συνδυάζουν αξιοπιστία με μοντέρνο ύφος και δημιουργική παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα.