Από τους συγγραφείς που μας σημάδεψαν και μας άνοιξαν τα μάτια ιστορίες περιμένουμε – τι άλλο; Ιστορίες πραγματικές ή επινοημένες που θα μας συμφιλιώνουν με τον εαυτό μας και τον κόσμο και θα κόβουν για χάρη μας δρόμο ανάμεσα στη μοναξιά, στην ασυνεννοησία και στην άγνοια. Τέτοιες ιστορίες δημοσιεύει εδώ και σαράντα χρόνια η Μάρω Δούκα, καταφεύγοντας στην τέχνη της μυθοπλασίας κατά κανόνα και, κάποιες φορές, στην τέχνη της... ειλικρίνειας. Σ' αυτήν τη δεύτερη επιδίδεται και τώρα με το «Τίποτα δεν χαρίζεται» (Πατάκης): μια συλλογή με κείμενα για αγαπημένους της συγγραφείς, όπως τα έγραψε παλιότερα και με τις μνήμες που ανακάλεσε ξαναδιαβάζοντάς τα, η οποία έρχεται να προστεθεί πλάι στα εξομολογητικά «Μαύρα λουστρίνια» και στο πρώτο non-fiction βιβλίο της «Ο πεζογράφος και το πιθάρι του».

 

Σπαρμένο κι αυτό με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, το «Τίποτα δεν χαρίζεται» είναι μια αλυσίδα από επιφυλλίδες, μελέτες και ομιλίες, καρποί όλες κάποιας ευπρόσδεκτης παραγγελίας γύρω από μορφές της νεοελληνικής λογοτεχνίας που με το έργο και τη στάση ζωής τους υπήρξαν για τη Δούκα μεγάλοι δάσκαλοι. Ήταν, όμως, και η ίδια καλή μαθήτρια. Απ' όποιον είχε να της δώσει, άρμεγε. Κι όπως δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει, η τύχη την ευνόησε.

 

«Να προσπαθείτε να μη βαρύνετε τη γραφή σας με τα αισθήματά σας» την είχε συμβουλέψει ο Τσαρούχης. «Η ζωή από μόνη της περιβάλλεται από έναν ωκεανό αισθημάτων, αλίμονο αν τη βαρύνετε κι εσείς με τα δικά σας, θα χάσετε τότε επαφή με τη μυστηριώδη πραγματικότητα που τόσες χαρές και τόσες λύπες μάς δίνει».

 

Στη δεκαετία «που "δένει" συνήθως ο καρπός», ανάμεσα στα είκοσι και στα τριάντα, αφού είχε ρίξει τις προκηρύξεις που της αναλογούσαν, είχε περάσει στρατοδικείο, είχε κάνει τη θητεία της στις φυλακές Αβέρωφ κι είχε αποφοιτήσει από τη Φιλοσοφική, η Μάρω Δούκα βρέθηκε προσαραγμένη στο μικρό βιβλιοπωλείο των εκδόσεων «Κέδρος» της περίφημης Νανάς Καλλιανέση, όπου και άνθισε. Από το '74 ως το '81, καθισμένη σ' ένα μεταλλικό γραφειάκι με θέα στην Πανεπιστημίου, διάβαζε χειρόγραφα καπνίζοντας αρειμανίως και συνομιλούσε με ποιητές και πεζογράφους που μέχρι τότε θεωρούσε απρόσιτους. Σ' αυτό το «πανεπιστήμιο» έφτασε να ταυτίζει τη γλώσσα με τον μόχθο και την αυτογνωσία, και την ιδιότητα του συγγραφέα με την αντίσταση στον εφησυχασμό. Εκεί έγινε αποδέκτης της αστείρευτης γενναιοδωρίας του Γιάννη Ρίτσου, εκεί δέθηκε η φιλία της με την Τζένη Μαστοράκη και τον Γιάννη Κοντό, εκεί γνώρισε από κοντά τον Στρατή Τσίρκα, τον Τάσο Λειβαδίτη, τη Διδώ Σωτηρίου, τον Αλέξανδρο Κοτζιά, και με τις δικές τους ευλογίες έκανε και η ίδια τα πρώτα λογοτεχνικά της βήματα. Ορίστε, λοιπόν, απ' την πλευρά της ένα ακόμη αντίδωρο.

 

Ο βασικός κορμός του «Τίποτα δεν χαρίζεται» αποτελείται από κείμενα γραμμένα μεταξύ 1993 και 2005, όσο η Δούκα βυθιζόταν στην ιστορία του τόσο παρεξηγημένου Βυζαντίου για τις ανάγκες του «Ένας σκούφος από πορφύρα», όταν πηγαινοερχόταν στη βιβλιοθήκη των Φυλακών Ανηλίκων της Κασσαβέτειας απ' όπου εμπνεύστηκε την «Ουράνια Μηχανική», κι ενώ επιχειρούσε να δημιουργήσει μια ρωγμή στην ιδέα μας για τους μουσουλμάνους, ζωντανεύοντας στο «Αθώοι και φταίχτες» έναν τουρκοκρητικής καταγωγής κοσμοπολίτη που σκαλίζει τις ρίζες του. Την ίδια αυτή περίοδο ανέλαβε, ανάμεσα σ' άλλα, να κορφολογήσει τον ανθό από το έργο του Βιζυηνού, να καταθέσει τις οφειλές της στον Διονύσιο Σολωμό, να υπερασπιστεί τα πεζογραφήματα του Ρίτσου όταν πολλοί γύρω της τα λοιδορούσαν, να γράψει για τα νεανικά ποιήματα του Αναγνωστάκη και για τις πρώτες νουβέλες του Βασιλικού, να τιμήσει τη μνήμη του Χατζή, του Ταχτσή, του Παύλου Ζάννα, του Τσαρούχη, του Ιωάννου, του Χατζιδάκι, του Φραγκιά, του Χειμωνά, του Καραγάτση, και να υπερασπιστεί τη λογοτεχνία απέναντι σ' εφήβους που έχουν φτάσει στο σημείο να αποστρέφονται το εξωσχολικό διάβασμα.

 

Δεν είναι, όμως, μόνο έργα όπως το «Εικονοστάσιο ανωνύμων αγίων», οι «Εποχές», οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες», τα «Ματωμένα Χώματα», ο «Γιούγκερμαν» και ο «Λοιμός» που αναδύονται μέσα από το βιβλίο της. Είναι και οι άνθρωποι. Όσοι, για παράδειγμα, πιστεύουν πως ο «παραδοσιακός» Ρίτσος και ο «ανανεωτικός» Αναγνωστάκης κρατούσαν πάντα αποστάσεις μεταξύ τους, ας μην είναι και τόσο σίγουροι. Πράγματι, τους χώριζαν πολλά, από την ηλικία και τις κοινωνικές καταβολές τους ως την ιδιοσυγκρασία τους. Πολυγραφότατος και «προκλητικά οικουμενικός για τα εγχώρια ήθη» ο ένας, ολιγογράφος και «σαρκαστικά εντόπιος» ο άλλος, προς το τέλος της ζωής τους τα λέγανε συχνά απ' το τηλέφωνο. Κατά βάθος, λέει η Δούκα, ήταν σύντροφοι του ίδιου ονείρου, της δικής τους ανάγκης να υπάρξουν και να συνυπάρξουν, όπως το εξέφρασαν και οι δυο μέσα από την ποίηση.

 

Στο σπαρταριστό κεφάλαιο, επίσης, που αναλογεί στον ρηξικέλευθο αλλά κι επιρρεπή στις κοσμικότητες Κώστα Ταχτσή, δεν το κρύβει: μολονότι τον θαύμαζε ως συγγραφέα, ώρες-ώρες τον λυπόταν έτσι όπως τον έβλεπε ν' αφήνεται καταστροφικά στις αντιφάσεις του. «Φίλοι καθημερινοί, να πίνουμε καφέ με τα φραγκοδίφραγκα, δεν υπήρξαμε ποτέ» γράφει. Ίσως γι' αυτό, όμως, κάποια στιγμή αφέθηκε να της εμπιστευτεί ανομολόγητα μυστικά του και μαζί τον τρόμο του όχι απέναντι στον θάνατο, αλλά στα γηρατειά. Αντίστοιχα σπαρταριστές είναι οι σελίδες που αφορούν τον Γιάννη Τσαρούχη, καθώς η Δούκα ανακαλεί τις συναντήσεις τους στο σπίτι του, στο Μαρούσι, με αφορμή την επικείμενη τότε έκδοση των «Τρωάδων» σε δική του μετάφραση. Αντιμέτωπη μ' αυτό τον «ατημέλητο, άλουστο, χαριτωμένο, σχεδόν φλύαρο, φιλοπαίγμονα άνδρα», τον «δυτικότροπο αλλά και βαθιά ανατολίτη», τον «ελληνολάτρη» που αντιμετώπιζε με περιπαικτική διάθεση τις «εθνοπρεπείς κουφότητές μας», ένιωθε διαρκώς σαν να περνάει εξετάσεις και να κόβεται. «Να προσπαθείτε να μη βαρύνετε τη γραφή σας με τα αισθήματά σας» την είχε συμβουλέψει ο Τσαρούχης. «Η ζωή από μόνη της περιβάλλεται από έναν ωκεανό αισθημάτων, αλίμονο αν τη βαρύνετε κι εσείς με τα δικά σας, θα χάσετε τότε επαφή με τη μυστηριώδη πραγματικότητα που τόσες χαρές και τόσες λύπες μάς δίνει». Ήταν μια αλλόκοτη συμβουλή που η ίδια δυσκολεύτηκε να χωνέψει, αλλά, απ' ό,τι φαίνεται, δεν την ξέχασε.

 

Θα μπορούσε κανείς να διαβάσει το «Τίποτα δεν χαρίζεται» ξεκινώντας απ' όποιο σημείο του κάνει κέφι, άναρχα. Έτσι όμως και το πιάσει απ' την αρχή ως το τέλος, συντονιζόμενος με τη συνειρμική σκέψη και τους ελιγμούς της Δούκα ανάμεσα σε πρόσωπα, έργα κι εποχές, ακόμα καλύτερα. Υπάρχουν πολλές παράλληλες ιστορίες που τρέχουν υπόγεια στις σελίδες του: για το πώς διαμορφώνεται ένας συγγραφέας, για το πώς τέχνη και ζωή αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοκαθρεφτίζονται, αλλά και για το πώς μια χώρα, η δική μας χώρα, γλίστρησε στην ανεμελιά της ευημερίας, δόξασε τη φτήνια, έπεσε στην παγίδα της αμεριμνησίας κι έφτασε σήμερα εδώ που έφτασε.