TI EINAI ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ ΣΗΜΕΡΑ; Πόσοι διαφορετικοί φεμινισμοί συνυπάρχουν σε ένα κίνημα με κοντά δύο αιώνες ιστορία; Πού συγκλίνουν, πού αποκλίνουν, ποιο είναι το κοινό τους διακύβευμα; Πόσο κοντά στην ισότητα βρίσκονται οι σύγχρονες γυναίκες, τι πρόοδος έχει επιτευχθεί, τι πισωγυρίσματα καραδοκούν, ποιος ο «νέος μισογυνισμός»; Πώς βλέπει το 4ο κύμα μια φεμινίστρια του 2ου, μια γυναίκα που «έγινε» φεμινίστρια σε νεαρή ηλικία λόγω κάποιων δύσκολων προσωπικών βιωμάτων, προτού ασχοληθεί ακτιβιστικά και αργότερα ακαδημαϊκά με το αντικείμενο;

 

Σε μια εποχή που το γυναικείο κίνημα δίνει ξανά δυναμικό «παρών» διεθνώς, από τις ΗΠΑ και τη Χιλή μέχρι την Πολωνία και την Τουρκία, εμπλουτισμένο με νέες προβληματικές, μια εποχή που ταυτόχρονα έχει πυροδοτήσει την έξαρση του συντηρητισμού και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, το συνοπτικό, εύληπτο και συμπεριληπτικό εγχειρίδιο της Ντέμπορα Κάμερον ανατρέχει στο παρελθόν και το μέλλον ενός κινήματος που αφορά, εν τέλει, τη μισή ανθρωπότητα και που, παρά την εξέλιξή του, έχει, λέει, πολύ δρόμο ακόμα να διανύσει.

 

Τα παράπονα ότι ο φεμινισμός «το παράκανε» και ότι οι γυναίκες έχουν πια το «πάνω χέρι» μού θυμίζουν το ρητό «όταν είσαι προνομιούχος, η ισότητα μοιάζει με καταπίεση». Τα ντοκουμέντα και οι αριθμοί, βλέπετε, καταρρίπτουν τον ισχυρισμό ότι ο αγώνας για την ισότητα έχει κερδηθεί ήδη.

 

— Πιστεύετε ότι ακούγεται ακόμα ριζοσπαστικό το ότι οι γυναίκες είναι ανθρώπινα όντα, όπως το έθετε η Μέρι Σίαρ δεκαετίες πριν; Πώς θα ορίζατε τον σημερινό φεμινισμό, τι διεκδικεί μια γυναίκα του 21ου αιώνα;

Κοιτάξτε, μπορεί να μην ακούγεται τόσο ριζοσπαστικό πια. Αν ρωτούσατε σήμερα έναν άνδρα «είναι και οι γυναίκες ανθρώπινα όντα;», φαντάζομαι ότι όλοι, εκτός ίσως από κάποιους που ξοδεύουν τις ώρες τους σε ρατσιστικά, μισογύνικα ιντερνετικά φόρουμ, όπως το Incel, θα απαντούσαν «ναι, φυσικά, μα είναι δυνατόν να κάνετε ακόμα αυτή την ερώτηση;», όμως νομίζω ότι στην πραγματικότητα συνεχίζει να είναι μια ριζοσπαστική δήλωση που εφιστά την προσοχή στους τρόπους με τους οποίους η «ανθρωπινότητα» των γυναικών εξακολουθεί να μην αναγνωρίζεται πλήρως.

 

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με το σύνθημα «τα δικαιώματα των γυναικών είναι ανθρώπινα δικαιώματα», το οποίο έκανε διάσημο η Χίλαρι Κλίντον στο 4ο Παγκόσμιο Συνέδριο του ΟΗΕ για τις γυναίκες το 1995 στο Πεκίνο. Ο λόγος που χρειαζόταν ‒και εξακολουθεί να χρειάζεται‒ να ειπωθεί είναι ότι πολλά εθνικά κράτη συνεχίζουν να αρνούνται στις γυναίκες τα θεμελιώδη δικαιώματα που δίνει στους άντρες (π.χ. ισότητα ενώπιον του νόμου), παρουσιάζοντάς το μάλιστα αυτό όχι ως παραβίαση ή κατάχρηση εξουσίας αλλά ως ζήτημα «κουλτούρας» ή θρησκευτικής πίστης – και, ως γνωστόν, οι περισσότερες θρησκείες αντιμετωπίζουν παραδοσιακά τις γυναίκες είτε ως ετερόφωτα όντα, δηλαδή ως συντρόφους και βοηθούς των ανδρών, είτε ως υποδεέστερες εν γένει υπάρξεις.

 

Ούτε οι κοσμικές δημοκρατίες της Δύσης μπορούν, όμως, να περηφανεύονται αυτάρεσκα για τις προόδους τους ως προς αυτό. Μία από τις μεγαλύτερες και πιο κερδοφόρες βιομηχανίες του παγκόσμιου καπιταλισμού, αυτή του σεξ, βασίζεται στη μεταχείριση των γυναικών ως αντικειμένων, ως εμπορευμάτων, και αυτή η θέαση των γυναικών διαπερνά όλη τη δυτική λαϊκή κουλτούρα, με περισσότερο ή λιγότερο προφανείς τρόπους. Για παράδειγμα, οι γυναικείοι χαρακτήρες στις περισσότερες mainstream ταινίες μιλούν πολύ λιγότερο από τους ανδρικούς και συχνά υπάρχουν μόνο ως «γλάστρες», είτε για να εμψυχώνουν τον κεντρικό πρωταγωνιστή είτε ως έπαθλό του. Δεν έχουν εσωτερική ζωή, ούτε δικές τους ιστορίες να αφηγηθούν. Αυτό που βλέπουμε συχνά, ακόμα και σήμερα, τόσο στη φαντασία όσο και στην πραγματικότητα, είναι ότι οι γυναίκες αποκτούν υπόσταση μόνο αναφορικά με κάποιον άνδρα και όχι ως ολοκληρωμένοι άνθρωποι.


— Γράφετε –και είναι αλήθεια‒ ότι ο φεμινισμός είναι κάτι «περίπλοκο, ποικιλόμορφο και πολύπλευρο», ένας «όρος-ομπρέλα», καθώς υπάρχουν πολλές διαφορετικές πτυχές. Εξακολουθούν αυτοί οι «πολλοί φεμινισμοί» να διατηρούν ένα κοινό συνεκτικό στοιχείο;

Ανέκαθεν ο φεμινισμός ήταν περισσότερο διασπασμένος παρά ενοποιημένος, καθώς στους κόλπους του αναπτύχθηκαν πολλές εσωτερικές διαφωνίες και διαφοροποιήσεις. Δεν νομίζω ότι αυτό θα αλλάξει ποτέ, γιατί ένα κίνημα που προσπαθεί να διατυπώσει τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις κοινωνικοπολιτικές φιλοδοξίες της μισής ανθρωπότητας δεν πρόκειται ποτέ να συμφωνήσει για τα πάντα.

 

Πέραν των διαφορετικών προσεγγίσεων, σταδιακά αναπτύχθηκαν εντός του νέες θεματικές που σχετίζονται με την κοινωνική θέση, τη φυλή, τη σεξουαλικότητα κ.λπ. Σε κάποιες από αυτές οι φεμινίστριες εν γένει ομονοούν, σε άλλες πάλι ενδέχεται να υπάρχουν έως και ακραίες αντιθέσεις. Το μόνο προφανές σημείο σύγκλισης είναι η πεποίθηση ότι οι γυναίκες υφίστανται διακρίσεις λόγω του φύλου τους και ότι είναι όχι μόνο πιθανό αλλά και επιθυμητό να το αλλάξουμε αυτό.


— Μερικοί άνθρωποι, κυρίως άνδρες, λένε ότι οι γυναίκες έχουν πετύχει ήδη την ισότητα, τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, ότι πολλές βρίσκονται πια σε θέσεις εξουσίας, ότι οι φεμινίστριες το παράκαναν με την πολιτική ορθότητα, ότι η εμμονή με τη συναίνεση ευνουχίζει τους άνδρες και ούτω καθεξής. Τι θα απαντούσατε;

Καταρχάς, να πω ότι δεν γνωρίζω καμία φεμινιστική οργάνωση που να τρέχει καμπάνιες για τον ευνουχισμό των ανδρών! Επίσης, παρότι επαναλαμβάνεται συχνά, το γενικό επιχείρημα «οι γυναίκες είστε ήδη ίσες» δεν αντέχει στην κριτική. Είναι αλήθεια ότι πλέον στα περισσότερα μέρη του κόσμου οι γυναίκες έχουν ίσα δικαιώματα στα χαρτιά, όμως στην πράξη διατηρούνται σημαντικές ανισότητες. Οι γυναίκες ελέγχουν λιγότερους οικονομικούς πόρους από τους άνδρες ‒ αποτελούν την πλειονότητα των φτωχών παγκοσμίως και ταυτόχρονα αντιπροσωπεύουν μια μικρή μειονότητα των υπερ-πλούσιων. Κερδίζουν κατά μέσο όρο λιγότερα από τους άνδρες, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζουν να κάνουν πολύ περισσότερη μη αμειβόμενη εργασία στο σπίτι (οικιακά και φροντίδα παιδιών).


Ναι, υπάρχουν πολιτικοί ηγέτες γένους θηλυκού, είναι όμως ελάχιστες, ενώ οι γυναίκες γενικά υποεκπροσωπούνται σε νομοθετικά σώματα διεθνώς. Υπόκεινται, επιπλέον, σε πολλές μορφές έμφυλης βίας (βιασμός, σεξουαλική επίθεση και παρενόχληση), είναι επίσης τα κατεξοχήν θύματα της ενδοοικογενειακής βίας, με τα δικαστήρια πολλές φορές να δείχνουν υπερβολική επιείκεια ακόμα και σε δράστες δολοφονιών.

 

Σε ορισμένα μέρη και κοινότητες, πάλι, είναι αποδεκτός ο καταναγκαστικός γάμος έως και ανήλικων παιδιών, η κλειτοριδεκτομή, μέχρι και η βρεφοκτονία, αν το νεογέννητο είναι κορίτσι που «περισσεύει». Αλλά ακόμη και σε Πολιτείες των ΗΠΑ ή σε κράτη-μέλη της Ε.Ε. τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών μπορεί να απειληθούν ‒ δείτε τι συνέβη πρόσφατα στην Πολωνία, όπου ευτυχώς το κίνημα στάθηκε δυνατό. Τα παράπονα, τώρα, ότι ο φεμινισμός «το παράκανε» και ότι οι γυναίκες έχουν πια το «πάνω χέρι» μού θυμίζουν το ρητό «όταν είσαι προνομιούχος, η ισότητα μοιάζει με καταπίεση». Τα ντοκουμέντα και οι αριθμοί, βλέπετε, καταρρίπτουν τον ισχυρισμό ότι ο αγώνας για την ισότητα έχει κερδηθεί ήδη.

 

Διαμαρτυρία στη Χιλή από μια ομάδα γυναικών που εκπροσωπούν τα θύματα των γυναικοκτονιών στη χώρα. Φωτ.: EPA
Διαμαρτυρία στη Χιλή από μια ομάδα γυναικών που εκπροσωπούν τα θύματα των γυναικοκτονιών στη χώρα. Φωτ.: EPA


— Ακούμε συχνά για «τοξική αρρενωπότητα», και όχι χωρίς λόγο. Αλλά είναι μόνο η αρρενωπότητα που μπορεί να γίνει τοξική;

Αρχικά, δεν μου αρέσει ο όρος αυτός. Έχει γίνει μια φράση του συρμού που μπορεί να σημαίνει σχεδόν οτιδήποτε για το υποκείμενο που την εκφέρει, ένας εύκολος αφορισμός που δεν εμβαθύνει. Πιστεύω, γενικά, ότι όλοι οι άκαμπτοι κανόνες και τα στερεότυπα για το φύλο είναι περιοριστικοί και επιβλαβείς. Αποσκοπούν στην επιβολή τόσο της έμφυλης διαφοράς όσο και της έμφυλης ιεραρχίας, κάτι επιβλαβές («τοξικό») τόσο για τα άτομα, ειδικά όσα δυσκολεύονται να συμμορφωθούν με το καθορισμένο πρότυπο, όσο και για την κοινωνία συνολικά.

 

Σε πολιτικό επίπεδο, ωστόσο, είναι λογικό να ανησυχούμε περισσότερο για τους κανόνες της αρρενωπότητας, επειδή είναι οι κανόνες της κυρίαρχης έμφυλης τάξης και συνεπώς έχουν περισσότερες πιθανότητες να προκαλέσουν βλάβη σε μεγαλύτερη κλίμακα. Η προσδοκία ότι το σωστό αρσενικό θα αντιμετωπίσει τον θυμό, την ντροπή ή την απογοήτευση μέσω της σωματικής επιθετικότητας, για παράδειγμα, σκοτώνει πολλούς ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, κάθε χρόνο. Η προσδοκία ότι το σωστό θηλυκό θα αντιδράσει παθητικά και συμφιλιωτικά, ευτυχώς, δεν έχει τον ίδιο απολογισμό θυμάτων (αν και πιστεύω ότι βλάπτει την ψυχική υγεία πολλών γυναικών).


Η ζημιά που μπορεί να κάνει η σκληροπυρηνική αρρενωπότητα προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στις τρέχουσες πολιτικοκοινωνικές συνθήκες και πιθανόν εξαιτίας αυτού γίνεται τόσος λόγος περί τοξικής αρρενωπότητας. Την τελευταία τετραετία όλος ο κόσμος βρισκόταν σε ομηρία από μια «υπόθεση εργασίας», έναν άνθρωπο που, εκτός από το ρεκόρ του ως σεξουαλικού αρπακτικού, εμφανίζει ακραίο ναρκισσισμό, είναι φαντασμένος, κυνικός και προκλητικός, ενώ παρουσιάζεται ως μονίμως αδικημένος, έχει πλήρη έλλειψη ενσυναίσθησης και ικανότητας να δεχτεί είτε κριτική είτε συμβουλές, συγκινείται μόνο με κολακείες και φιλοφρονήσεις.

 

Αναφέρομαι, φυσικά, στον Ντόναλντ Τραμπ, αν και δεν είναι ο μόνος ηγέτης αυτού του «υπερμάτσο» τύπου, βλέπε Μπολσονάρο, Πούτιν, Ντουάρτε και άλλους. Κοιτάξτε, δεν αμφισβητώ ότι οι γυναίκες είναι επίσης ικανές να κάνουν τρομερά πράγματα, εντούτοις είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια γυναίκα στην ηγεσία μιας δημοκρατικής χώρας που να συμπεριφέρεται όπως ο Τραμπ. Καταρχάς, δεν θα εκλεγεί καν – θα αργήσουμε, φοβάμαι, να δούμε μια γυναίκα να αναλαμβάνει το ανώτατο πολιτειακό αξίωμα στις ΗΠΑ.

 

— Πολλές φεμινίστριες του 4ου κύματος προτιμούν να μιλάνε για θηλυκότητες παρά για γυναίκες, ώστε να συμπεριλάβουν τρανς, non binary άτομα κ.λπ. Ενώ αυτό είναι καταρχάς ορθό, υπάρχει η ένσταση ότι εάν ο όρος θηλυκότητα καθιερωθεί, οι κατά το βιολογικό φύλο γυναίκες μπορεί να ξαναγίνουν «αόρατες». Τι πιστεύετε;

Η θηλυκότητα και το βιολογικό φύλο υποδηλώνουν διαφορετικά πράγματα. Δεν υπάρχει κάποια φυσική, αιτιώδης σχέση μεταξύ του να είσαι γυναίκα και να είσαι «θηλυκή», καθώς το τι σημαίνει αυτό το ορίζει η εκάστοτε κοινωνία. Σε αυτήν τη βάση, τα περισσότερα ρεύματα του σύγχρονου φεμινισμού ορθά υπερασπίζονται το δικαίωμα κάθε ατόμου να εκφραστεί όπως θέλει – οι πολιτισμικά οριζόμενες ως «θηλυκές» ή «ανδρικές» ιδιότητες ή συμπεριφορές πρέπει να είναι καθολικά προσβάσιμες.

 

Εκτιμώ, ωστόσο, ότι ο φεμινισμός πρέπει επίσης να συνεχίσει να μιλά για τις εμπειρίες και τις μορφές αδικίας που σχετίζονται με την ενσωματωμένη θηλυκότητα, π.χ. το να εξαναγκαστεί κάποια γυναίκα να τεκνοποιήσει ή, αντίθετα, να στειρωθεί υποχρεωτικά ή ακόμα και να της αφαιρέσουν τη ζωή μόλις γεννηθεί επειδή η οικογένειά της τη θεωρεί βάρος. Αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν σε κορίτσια και γυναίκες λόγω του τρόπου που επιτελούν τη θηλυκότητα. Είναι έμφυλες μορφές καταπίεσης και αν ο φεμινισμός αδιαφορήσει γι' αυτές, παραιτείται από την ευθύνη του απέναντι στα εκατομμύρια των γυναικών που αφορά και επηρεάζει.


— Η μαζική κινητοποίηση των γυναικών της Πολωνίας απέτρεψε πρόσφατα κυβερνητικό νομοσχέδιο που θα απαγόρευε σχεδόν τις αμβλώσεις. Επίθεση δέχονται γυναικεία κεκτημένα ακόμα και σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, για να μην αναφερθούμε στον θρησκευτικό φονταμενταλισμό. Θα αναγκαστούν, άραγε, οι γυναίκες τού σήμερα να διεκδικήσουν εκ νέου βασικά δικαιώματα;

Σε κάποιες περιπτώσεις, πιθανόν ναι, μολονότι αυτό εξαρτάται από τις ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις. Η τελευταία δεκαετία έδειξε ότι, δυστυχώς, ούτε στον φεμινισμό η πρόοδος είναι γραμμική και μη αναστρέψιμη. Πολλά δικαιώματα που κέρδισαν οι γυναίκες στο παρελθόν τώρα απειλούνται όχι μόνο από τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, τον οποίο εκφράζουν ακραίες ισλαμικές σέκτες, όπως οι Ταλιμπάν και ο ISIS, αλλά και από τον νεόκοπο αυταρχικό λαϊκισμό, τον υπερεθνικισμό ή τον νεοφασισμό που αναδύθηκαν σε πολλά διαφορετικά μέρη του κόσμου, από τη Βρετανία του Brexit και τις ΗΠΑ του Τραμπ μέχρι τη Βραζιλία, τις Φιλιππίνες, την Ινδία, την Ουγγαρία και τη Ρωσία.

 

Στην Ευρώπη τείνουμε να εστιάζουμε κυρίως στον ρατσισμό των νέων λαϊκιστικών κινημάτων, στην εχθρότητα απέναντι στους μουσουλμάνους, στους Εβραίους και στους μετανάστες, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτά, όπως και τα φασιστικά κινήματα του Μεσοπολέμου, κυριαρχούνται από «υπερμάτσο» αρσενικούς. Το νεόκοπο κίνημα για τα δικαιώματα των ανδρών, ένα διαδικτυακό μισογύνικο ντελίριο που έχει εμπνεύσει μια σειρά από οιονεί τρομοκρατικές μαζικές δολοφονίες από τους «incels», είναι μια πύλη που οδηγεί πολλούς άνδρες στον λευκό εθνικισμό και τον νεοναζισμό. Αυτό, φυσικά, δεν εκπλήσσει όποιον έχει διαβάσει λίγη Ιστορία: φασισμός και μισογυνισμός πάνε αντάμα.

 

Ακόμη και σε Πολιτείες των ΗΠΑ ή σε κράτη-μέλη της Ε.Ε. τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών μπορεί να απειληθούν ‒ δείτε τι συνέβη πρόσφατα στην Πολωνία, όπου ευτυχώς το κίνημα στάθηκε δυνατό. 
Φωτ.: EPA
Ακόμη και σε Πολιτείες των ΗΠΑ ή σε κράτη-μέλη της Ε.Ε. τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών μπορεί να απειληθούν ‒ δείτε τι συνέβη πρόσφατα στην Πολωνία, όπου ευτυχώς το κίνημα στάθηκε δυνατό. Φωτ.: EPA


— Οι φεμινίστριες θεωρητικοί εμφανίζονται διχασμένες αναφορικά με το πορνό και τη σεξεργασία. Η δική σας θέση;

Στο βιβλίο μου εκθέτω τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών, αφήνοντας το αναγνωστικό κοινό να κρίνει. Αν όμως με ρωτούσατε προσωπικά, θα έλεγα ότι βρίσκω τη βιομηχανία του σεξ (συμπεριλαμβανομένης της εμπορικής πορνογραφίας) μάλλον ασυμβίβαστη με τη «ριζοσπαστική αντίληψη ότι οι γυναίκες είναι άνθρωποι». Ακόμα κι αν εξαλείφαμε κάπως τις χειρότερες κακοποιήσεις (όπως το trafficking γυναικών από φτωχότερες σε πλουσιότερες χώρες), πρόκειται για μια βιομηχανία που επωφελείται από την εκμετάλλευση εκείνων που εργάζονται σε αυτήν, εκθέτοντάς τους παράλληλα σε κινδύνους που δεν θα ανεχόμαστε σε καμία άλλη μισθωτή εργασία.

 

Επηρεάζει, επίσης, τη στάση απέναντι στις γυναίκες γενικότερα, «διδάσκοντας» στους άντρες που καταναλώνουν τα προϊόντα της ότι οι γυναίκες είναι απλώς χρηστικά αντικείμενα, των οποίων οι επιθυμίες και τα συναισθήματα μπορούν να αγνοηθούν. Ένας μεγάλος αριθμός ανδρών σήμερα διαμορφώνει μέσα από τη διαδικτυακή πορνογραφία τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, την αίσθηση του τι είναι «φυσιολογικό» και τις πεποιθήσεις του για το τι απολαμβάνουν στον έρωτα οι γυναίκες. Για τις τελευταίες, αυτό δεν συνιστά πρόοδο αλλά πισωγύρισμα.

 

— Εσείς πώς γίνατε φεμινίστρια; Πώς αυτή η εμπλοκή έχει επηρεάσει την προσωπική σας ζωή μέχρι τώρα; Τι θα κρατούσατε απ' όλη αυτή την εμπειρία και τι θα λέγατε σε ένα νέο κορίτσι, μια νέα γυναίκα με ανάλογες ευαισθησίες;

Δεν θυμάμαι καμία στιγμή στη ζωή μου που να μην πίστευα ότι οι γυναίκες είναι ίσες με τους άνδρες. Πάντα αντιδρούσα στα διάφορα σεξιστικά σχόλια και αστεία, που ήταν πολύ συνηθισμένα όταν μεγάλωνα ‒ «οι γυναίκες είστε τρομερά κακοί οδηγοί», «οι γυναίκες πρέπει να μένουν στην κουζίνα», «δεν θα σταυρώσεις ποτέ άντρα με τέτοια μυαλά» κ.λπ.

 

Αλλά εκείνο που με έκανε συνειδητή φεμινίστρια ήταν αυτό που μου συνέβη όταν πέθανε απροσδόκητα η μητέρα μου. Ήμουν 18 ετών, είχα μόλις τελειώσει το σχολείο και σκεφτόμουν το πανεπιστήμιο, αλλά δεδομένης της κατάστασης θα έπρεπε να παραμερίσω τα σχέδιά μου και να πάρω τη θέση της – να ψωνίζω, να μαγειρεύω, να καθαρίζω, να προσέχω τον πατέρα και τα μικρότερα αδέλφια μου, τα πάντα δηλαδή. Συνέβαλα ταυτόχρονα στο οικογενειακό εισόδημα, κάνοντας μια παραδοσιακά «γυναικεία» δουλειά σε ένα δημόσιο πλυντήριο και στο τοπικό νοσοκομείο.


Τότε άρχισα να συνειδητοποιώ ότι υπήρχε κάτι συστημικά άδικο στον τρόπο μεταχείρισης των γυναικών και ότι αυτό δεν αφορούσε μόνο τα σεξιστικά αστειάκια. Ήξερα ότι κανείς δεν θα περίμενε από τον αδερφό μου να αναλάβει κάτι από αυτά, ακόμα και εάν ήταν μεγαλύτερός μου, καθώς, σε αντίθεση μ' εμένα, προείχαν οι σπουδές του, ο δε πατέρας μου δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή ότι ίσως θα μπορούσε να μαγειρέψει κάτι ή να κάνει ένα σκούπισμα, επιστρέφοντας από τη δουλειά, κάποιες μέρες τουλάχιστον. Όχι, αυτές ήταν υποχρεώσεις που αναλάμβαναν αυτονόητα οι γυναίκες, άσχετα από το αν κι αυτές ήταν εργαζόμενες.

 

Ένας επιπλέον λόγος που δεν μπορούσα να αυτονομηθώ ήταν ότι η δουλειά στο δημόσιο πλυντήριο, μια «γυναικεία δουλειά» και άρα υποαμειβόμενη, δεν αρκούσε για να με συντηρήσει. Οπότε, επιχειρώντας να κατανοήσω την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν, πήγα στη δημόσια βιβλιοθήκη, αναζήτησα ό,τι βιβλίο μπορούσα να βρω για φεμινισμό και γυναικεία θέματα και έμαθα ότι οι εμπειρίες μου είχαν ονόματα, όπως «διακρίσεις λόγω φύλου», «έμφυλο μισθολογικό χάσμα» και «διπλή μετατόπιση».

 

Κάπως έτσι ήρθα σε επαφή με τον φεμινισμό. Αργότερα συμμετείχα σε διάφορες ακτιβιστικές ομάδες, έλαβα μέρος σε μια σειρά από καμπάνιες και δράσεις, επεξεργάστηκα επίσης τις φεμινιστικές ιδέες πιο ακαδημαϊκά ‒ ναι, τα κατάφερα τελικά να σπουδάσω στο πανεπιστήμιο! Καθώς προανέφερα, όμως, όλο αυτό ξεκίνησε μέσα από την προσωπική μου εμπειρία και τη συνειδητοποίηση ότι, όπως έλεγαν και οι φεμινίστριες του 2ου κύματος, «το προσωπικό είναι πολιτικό».


Φυσικά, ο κόσμος άλλαξε αρκετά από τότε που ήμουν έφηβη και ορισμένες από τις ανησυχίες που έχουν σήμερα οι νέες γυναίκες διαφέρουν από εκείνες της γενιάς μου. Εξακολουθούν, ωστόσο, να ορθώνονται μπροστά τους, με τη μία ή την άλλη μορφή, πολλά εμπόδια σαν αυτά που αντιμετώπισα εγώ πριν από μισό αιώνα. Αν θα έλεγα κάτι στις νεότερες, θα ήταν «μη σταματάτε να παλεύετε, έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας».

 

Η Deborah Cameron διατηρεί το μπλογκ language: a feminist guide