Το νέο βιβλίο του Νίκου Πλατή μικροΜέγα Κολοκοτρωνέικο, βασισμένο στις λέξεις, στις φράσεις και στις μνήμες που ανασύρει ο γέρος του Μοριά στα απομνημονεύματά του, είναι τρομερά ενδιαφέρον. «Κάπως εκρηκτικό ενίοτε», όπως το χαρακτηρίζει ο συγγραφέας του, είναι πραγματικά γεμάτο αποκαλυπτικές λεπτομέρειες και δεκάδες αυτοτελείς μικροϊστορίες από την ιστορία αλλά και την προϊστορία της Επανάστασης του '21 στον πυρήνα της (την Πελοπόννησο) αλλά και στα πέριξ, που στηρίζονται σε αξιόπιστες πηγές. Και είναι ένα βιβλίο που δεν το διαβάζει κανείς σελίδα σελίδα, με τη σειρά της αρίθμησης, αλλά κυκλικά – ο αναγνώστης μπορεί να ξεκινήσει το διάβασμα απ' όποια σελίδα θελήσει, πηγαίνοντας μπρος-πίσω με τον τρόπο που επιλέξει. Είναι ένα βιβλίο για τον Κολοκοτρώνη, που φωτίζει όμως πολλές πτυχές της Επανάστασης με έναν τρόπο διαφορετικό από αυτόν που έχεις συνηθίσει. «Είναι ένα λεξικογραφημένο ιστορικό δοκίμιο» λέει ο Νίκος Πλατής. «Ένα βιβλίο 256 σελίδων, με συναρπαστικές μικροϊστορίες και σπάνιες εικόνες καθημερινότητας από την Επανάσταση. Πέρασα εξόχως καλά γράφοντάς το και συνθέτοντάς το. Είμαι χαρούμενος που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες κι ευχαριστώ από καρδιάς τις Εκδόσεις των Συναδέλφων που μου έκαναν όλα τα χατίρια – μέχρι και 32 σελίδες έγχρωμες, παρακαλώ. Είναι ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο για τον Κολοκοτρώνη».

 

— Γιατί έγραψες ένα τέτοιο βιβλίο;

Γιατί, επιτέλους, κάποιος έπρεπε να το γράψει.


— Με ποια αφορμή;

Ξεκίνησα να το γράφω με αφορμή τα απομνημονεύματά του, τα οποία προσπάθησα πολλάκις να διαβάσω, αλλά δεν καταλάβαινα τι έλεγαν. Οπότε μπήκα στη διαδικασία της αποκωδικοποίησης, δηλαδή ποιος είναι ποιος, τι έγινε τότε, ποιο χωριό ήταν αυτό, πότε έγιναν όλα αυτά, και σιγά-σιγά, αποκωδικοποιώντας τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, τελικά βρέθηκα, άθελά μου, να χτίζω το Κολοκοτρωνέικο, το καινούργιο μου βιβλίο.


— Ποιες ήταν οι πηγές σου;

Οι πηγές μου είναι πολλές, αξιόπιστες και σημαντικές. Ωστόσο, αν πρέπει να επικεντρώσω, θα σταθώ στις ιστορικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα της Επανάστασης του '21. Έχουμε τον Φωτάκο και τα εξαιρετικά του απομνημονεύματα, έχουμε τον Νικόλαο Κασομούλη, αλλά έχουμε και τον Μαξίμ Ρεμπό, έναν μηχανικό των κανονιών που μας άφησε φοβερές μαρτυρίες, σπαρταριστά ρεπορτάζ από την καθημερινότητα των πρώτων χρόνων της Επανάστασης. Όλα αυτά διασταυρώνονται με τα λόγια, τη σκέψη, τις φράσεις και τις μνήμες του Κολοκοτρώνη και βγάζουν ένα συμπέρασμα.

 

Η συλλογική ταυτότητα ενός έθνους χρειάζεται πρότυπα. Τα πρότυπα αυτά δημιουργούνται μέσα από διαδικασίες επιλεκτικής μνήμης, ωραιοποίησης των γεγονότων και ηρωοποίησης κάποιων προσώπων – στην πραγματικότητα, ελάχιστα σπουδαίων.


— Τελικά, τι άνθρωπος ήταν ο Κολοκοτρώνης;

Αυτός που γεννήθηκε κάτω από ένα δέντρο. Ήταν στο επάγγελμα ληστοκλέφτης αρχικά, όπως και ο πατέρας του, κατόπιν ζούσε επαγγελλόμενος τον κάπο, ένα είδος αρχισεκιουριτά της εποχής, επικεφαλής ενός ιδιωτικού στρατού που τον πλήρωναν οι προύχοντες προκειμένου να προστατέψουν την περιουσία τους, το βιος τους, τα πράγματά τους. Μετά δούλεψε ως μισθοφόρος. Ήταν ένας άνθρωπος των όπλων σε όλη του την προεπαναστατική ζωή. Ήταν 51 χρονών όταν πέρασε στην Επανάσταση. Σίγουρα, βέβαια, ήταν ένας σπουδαίος στρατηγός του κλεφτοπολέμου και κατάφερε να χρησιμοποιήσει όλη την εμπειρία του που είχε αποκτήσει ως κλέφτης προς όφελος της Επανάστασης, γιατί ήξερε όλα τα κατατόπια, ήξερε το κάθε πέρασμα, ήξερε την κάθε κρυψώνα. Σε αντίθεση με τον Καραϊσκάκη, ο οποίος ήταν επικεφαλής των παλικαριών του, ο Κολοκοτρώνης δεν το έκανε ποτέ αυτό το πράγμα, ανέβαινε στα πιο ψηλά σημεία κι αγνάντευε τι θα γίνει, προσπαθούσε να καταλάβει από πού θα περάσει ο εχθρός για να τον κλείσει, να κάνει την ανάλογη κίνηση.

 

Επίσημο γεύμα στο σπίτι Έλληνα άρχοντα στο Χρυσό. Έγχρωμη χαλκογραφία του Edward Dodwell (1821). Αριστερά ο επίσκοπος των Σαλώνων, στα τέσσερα ο υπηρέτης του.
Επίσημο γεύμα στο σπίτι Έλληνα άρχοντα στο Χρυσό. Έγχρωμη χαλκογραφία του Edward Dodwell (1821). Αριστερά ο επίσκοπος των Σαλώνων, στα τέσσερα ο υπηρέτης του.


— Και πώς έγινε ο απόλυτος ήρωας της Επανάστασης;

Αυτό δεν είναι κάτι που προκάλεσε ο ίδιος, είναι κάτι που επιδίωξε και εμπέδωσε η πολιτιστική μας μνήμη. Θα μπορούσε να είναι αυτός ή κάποιος άλλος, και σε τελευταία ανάλυση είναι το σύμβολο μιας επανάστασης η οποία στην πραγματικότητα υπήρχε και χάθηκε με την επέλαση του Ιμπραήμ. Δεν ήταν μια κερδισμένη επανάσταση. Ο τρόπος παρουσίασης των εθνικών συμβάντων διευκολύνει τη μετατροπή ενός ήσσονος αξίας γεγονότος σε σύμβολο και περνάει σε δεύτερη μοίρα το πραγματικά σημαντικότερο συμβάν: έτσι, οι περισσότεροι σημερινοί Έλληνες προτιμούν να συνδέουν τα Δερβενάκια και όχι τη ναυμαχία του Ναβαρίνου με την επιτυχία της Επανάστασης του '21. Η αντίδραση στην ιστορική αλήθεια είναι ψυχολογικά κατανοητή, ποιος θέλει να θυμάται ότι μια επανάσταση, η Επανάσταση του '21, πέτυχε μόνο και μόνο γιατί το θέλησαν οι ξένες δυνάμεις, επειδή τα κανόνια τους βύθισαν τα πλοία του εχθρού; Έτσι, δεν υπάρχει στο εθνικό μας εορτολόγιο η 20ή Οκτωβρίου 1927, η χρονολογία που οι ξένες δυνάμεις βούλιαξαν τα πλοία του Ιμπραήμ κατανικώντας τον και σώζοντας την μέχρι εκείνη τη στιγμή εντελώς χαμένη επανάσταση, ενώ υπάρχει στο εθνικό μας εορτολόγιο η 25η Μαρτίου 1821, που τάχα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός σήκωσε το λάβαρο της επανάστασης στην Αγία Λάβρα. Στην ουσία, η Ελλάδα κέρδισε την επανάσταση, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, δι' αντιπροσώπων. Όταν μπήκε ο Ιμπραήμ, η επανάσταση τελείωσε, πνίγηκε στο αίμα και ήταν τελειωμένη υπόθεση.


— Πες μου για το βιβλίο. Πώς ξεκίνησες να το γράφεις;

Είχα την Διήγησιν συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, από πολύ παλιά. Την είχα αγοράσει να τη διαβάσω από τη δεκαετία του '70. Κάθε φορά, όμως, που προσπαθούσα να τη διαβάσω, στη δεύτερη-τρίτη σελίδα κώλωνα. Δεν καταλάβαινα τι έγραφε και θεωρούσα ότι έφταιγε η ανεπάρκειά μου, αυτά που έπρεπε να ξέρω αλλά δεν ήξερα. Στο μεταξύ, μεγάλωσα, εξελίχθηκα στην κατανόηση της άλλης ιστορίας, αλλά πάλι τον Κολοκοτρώνη δεν τον καταλάβαινα. Δεν ξεχωρίζεις στα απομνημονεύματά του την επαναστατική του ζωή από την προηγούμενη. Αναφέρεται σε περιστατικά, σε ονόματα, σε πράγματα που εάν δεν ξέρεις τι ακριβώς έγινε τότε και σ' εκείνο το συγκεκριμένο γεωγραφικό τμήμα, δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Έχει, λοιπόν, μια σκηνή όπου τον καταδιώκουν οι Τούρκοι και με την ψυχή στο στόμα καταφέρνει κάποια στιγμή να γλιτώσει. Ο ανυποψίαστος αναγνώστης φαντάζεται έναν άνθρωπο ο οποίος πολεμάει τους Τούρκους σε όλη του τη ζωή. Όμως δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα. Ας πούμε, το γεγονός στο οποίο αναφέρεται είναι ένα περιστατικό που συνέβη στα 1806, όταν το Πατριαρχείο και η Υψηλή Πύλη αποφάσισαν την εξολόθρευση των ληστοκλεφτών. Τον λόγο που το έκαναν χρειάστηκαν κάποια χρόνια αναζητήσεων για να τον μάθω: γιατί ο Κολοκοτρώνης κι ένας φίλος του, ο καπετάν Γιώργας, απήγαγαν ένα πολύ σημαίνον πρόσωπο της εποχής, έναν πρωτοσύγκελο, τον πρωτοσύγκελο Ανδριανόπουλο, τον οποίο καταεξευτέλισαν. Αυτός ήταν μια σημαντική προσωπικότητα της εποχής, ήταν αυτός που μάζευε από τις εκκλησίες το copyright που πλήρωναν στο πατριαρχείο. Κάθε εκκλησία πλήρωνε πνευματικά δικαιώματα στο πατριαρχείο. Αυτόν, λοιπόν, τον είχαν έναν μήνα τσίτσιδο σε ένα πηγάδι και του έκαναν πολλά και διάφορα. Όταν δόθηκαν τα λύτρα και γύρισε στο πατριαρχείο, κίνησε γη και ουρανό για να εκδικηθεί. Έτσι ξεπαστρεύτηκε η κλεφτουριά, από την μήνιν του πρωτοσύγκελου Ανδριανόπουλου. Ξαναγυρίζω σε αυτό που λέει ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος χρησιμοποιεί μια λέξη που προκαλεί τη συμπάθεια στον αναγνώστη που δεν ξέρει τι ακριβώς έχει κάνει. Μιλάει για κατατρεγμό, δεν κάνει καμία κουβέντα, καμία αναφορά γιατί ήταν κατατρεγμένος. Έτσι, όσοι τον διαβάζουν μένουν με την εντύπωση ότι ήταν κατατρεγμένος επειδή πολεμούσε τους Τούρκους. Δεν κάνει κιχ για το πάπλωμα, την προσωπική του ευθύνη για το ξεπάστρεμα της κλεφτουριάς, παρουσιάζει το θέμα λες κι αυτός ήταν το θύμα της όλης υπόθεσης, ένας κατατρεγμένος, ας πούμε: «Όλα τα στρατεύματα, τα Καπετανάτα, τα κλέφτικα της Ρούμελης είχαν καταφύγει εις την Επτάνησον από τον ίδιον κατατρεγμόν τον εδικόν μου».

 

— Είναι το Κολοκοτρωνέικο ένα βιβλίο απομυθοποιητικό για τον Κολοκοτρώνη;

Ίσως. Αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος του βιβλίου μου. Το Κολοκοτρωνέικο δεν είναι επ' ουδενί μια αποκαθήλωση του Κολοκοτρώνη. Είναι ένα βιβλίο αναφοράς, όπου δίνεται η ευκαιρία στον αναγνώστη να μάθει πράγματα και θάματα, όσα πρέπει να ξέρει όποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα και ουσιαστικότερα από αυτά τα προκάτ που λένε τα σχολικά εγχειρίδια. Για παράδειγμα, μαθαίνει ότι στην Πελοπόννησο είχαμε δύο τουρκοκρατίες, η πρώτη τουρκοκρατία τελειώνει με την ίδρυση του βενετζάνικου βασιλείου του Μορέως, δηλαδή στη θέση των Τούρκων έρχονται ως κατακτητές οι Βενετσιάνοι, οι οποίοι όμως αποδείχθηκαν τόσο ελεεινότεροι των προηγουμένων, ώστε τελικά οι ίδιοι οι Πελοποννήσιοι νοστάλγησαν τους Τούρκους, ήρθαν σε συνεννόηση μαζί τους και τους βοήθησαν να τους κατακτήσουν τη δεύτερη φορά, οπότε πάμε στη δεύτερη τουρκοκρατία. Αυτά εν έτει 1715.


Το Κολοκοτρωνέικο αποτελείται από δεκάδες, εκατοντάδες μικροϊστορίες. Έχει καταπληκτική εικονογράφηση – προσπάθησα να βρω εικόνες που δίνουν την ευκαιρία στον αναγνώστη να αισθανθεί κάτι από την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζούσαν τότε, εικόνες οι οποίες είναι φτιαγμένες από περιηγητές, από επαγγελματίες ζωγράφους ρεπόρτερ που ειδικεύονταν στην τοπιογραφία και στα ρεπορτάζ καθημερινότητας. Έχουμε την ευκαιρία να δούμε τι ρούχα φορούσαν οι προγεννήτορές μας, να δούμε πηγαδάκια κουτσομπολιού, μια καθημερινότητα των προ-προ-προπαππούδων μας και των προ-προ-προγιαγιάδων μας.

 

— Στην αρχή του βιβλίου υπάρχουν δύο διαφορετικές εικόνες του Κολοκοτρώνη χωρίς την περικεφαλαία, από ζωγράφους της εποχής. Δεν φορούσε περικεφαλαία όσο ζούσε. Γιατί και πότε του τη φόρεσαν; Και γιατί όλα τα γλυπτά τον δείχνουν με περικεφαλαία;

Είναι μεγάλη ιστορία. Αυτό έγινε μετά τον θάνατό του, στα 1884, όταν οι Ναυπλιώτες αποφάσισαν να τιμήσουν τον ήρωα και να φτιάξουν ένα γλυπτό. Το παρήγγειλαν σε έναν επιφανή Έλληνα γλύπτη, τον Λάζαρο Σώχο, ο οποίος ζούσε στο Παρίσι, και μετά τα σχετικά παζάρια πήρε ένα τεράστιο ποσό και ξεκίνησε η δουλειά. Όταν είδαν ότι πάει να κάνει μια τυπική αρβανιτόφατσα με το ξυρισμένο κρανίο και το αλογοουράκι, ξίνισαν και του είπαν «κοίταξε να δεις, εμείς δεν θέλουμε έναν τέτοιον Κολοκοτρώνη» και τον υποχρέωσαν να βάλει περικεφαλαία. Ο δε γλύπτης έκανε ό,τι του ζήτησαν, αλλά άφησε ένα αποκαλυπτικό σημείωμα μέσα στην περικεφαλαία, που βρέθηκε και διαβάστηκε πολύ αργότερα, στις μέρες μας, όταν το γλυπτό πήγε για συντήρηση το 2002. Ωστόσο, αυτή η εικόνα ήρθε κι έδεσε με το εν γένει λαϊκό αφήγημα, το ιστορικό αφήγημα του '21, και είναι αυτή που έχει ο καθένας μας για τον Κολοκοτρώνη.


— Τι σου έκανε πιο μεγάλη εντύπωση όσο έψαχνες πράγματα γι' αυτόν;

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το ότι ενώ μιλάει για την Επανάσταση, δεν τη μοιράζεται με τους συντρόφους του. Μοιάζει να τη θεωρεί εντελώς δική του υπόθεση. Δεν εκφράζει την παραμικρή συμπάθεια για τους συμπολεμιστές του, δεν μοιράζεται συναισθήματα με κανέναν, είναι μόνος του. Ένας μοναχικός λύκος. Ενώ, απ' όσο ξέρουμε, στην αστική, αλλά και στη βουκολική κουλτούρα υπάρχουν οι σύντροφοι, οι συναγωνιστές, υπάρχουν οι άνθρωποι που πολεμάμε μαζί τους και μοιραζόμαστε τις χαρές και τις λύπες μας, τις επιτυχίες μας, τις αποτυχίες μας κ.λπ., ο Κολοκοτρώνης δεν είχε τέτοια συναισθήματα. Όλοι έχουμε φίλους – πόσο μάλλον όταν επαναστατούμε, τους έχουμε ανάγκη κιόλας. Δεν έχει πει καλή κουβέντα για κάποιον σύντροφό του, είναι αυτός και οι απέναντι. Εντελώς στεγνός.

 

Χορός των Δερβίσηδων στον Πύργο των Αέρηδων: Ζωγραφικό ρεπορτάζ του Edward Dodwell στην Αθήνα, εν… σωτηρίω έτει 1821.
Χορός των Δερβίσηδων στον Πύργο των Αέρηδων: Ζωγραφικό ρεπορτάζ του Edward Dodwell στην Αθήνα, εν… σωτηρίω έτει 1821.


— Περί των εμφυλίων τι έχεις να πεις;

Άρχισαν πολύ πολύ νωρίτερα, πριν από την Επανάσταση. Ένα άλλο σημείο που αναδεικνύει το Κολοκοτρωνέικο είναι ο πραγματικός εμφύλιος που γινόταν προεπαναστατικά μεταξύ των Ελλήνων μισθοφόρων. Όλοι αυτοί οι οπλαρχηγοί, αρματολοί, κάποι και άλλοι, όταν δεν είχαν δουλειά, όταν δεν λήστευαν στα βουνά και δεν μάζευαν τους φόρους για λογαριασμό του σουλτάνου, δούλευαν στον στρατό των Βενετσιάνων, των Άγγλων, των Γάλλων, των Ρώσων, ως μισθοφόροι. Και ποιους πολεμούσαν; Μεταξύ τους πολεμούσαν! Ούτε αυτό είναι κάτι που έχει φωτιστεί, που έχει επισημανθεί. Ξέρουμε ότι ο Κολοκοτρώνης ανήκε στον μισθοφορικό στρατό των δυνάμεων κατοχής στα Επτάνησα, αλλά ποιους πολεμούσε; Έλληνες πολεμούσε κατά κύριο λόγο. Όταν ήταν με τους Άγγλους, πολεμούσε ενάντια στους Έλληνες και στους Αλβανούς που ήταν οι μισθοφόροι των Γάλλων. Αυτό δεν είναι ένα είδος εμφυλίου;

 

— Και η Επανάσταση από ποιους έγινε;

Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, η Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι και τον 17ο αιώνα, που άρχισε να παρακμάζει, ήταν μία ιδιαίτερα ανεκτική αυτοκρατορία. Καθένας μπορούσε να πιστεύει σε όποιον θεό ήθελε, και επιπλέον δεν υπήρχε η έννοια του δουλοπάροικου. Την ίδια εποχή η Ευρώπη ζούσε τον μεσαίωνα, κι ο αγρότης πήγαινε μαζί με το αγρόκτημα. Αγόραζε κάποιος το αγρόκτημα και μαζί με αυτό έπαιρνε και το χωριό και τους κατοίκους. Φοβερό πράγμα! Ήταν μια ανεκτική κοινωνία οι Οθωμανοί. Επειδή όμως η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια αυτοκρατορία πολεμιστών, ζούσε από τις λείες, όταν αυτές σταμάτησαν, γιατί δεν μπορούσαν πια να νικούν, μετά τη Βιέννη π.χ., άρχισαν να αδειάζουν τα ταμεία. Έχοντας συνηθίσει σε έναν τρόπο ζωής τρυφηλό, ως εκ τούτου απίστευτα δαπανηρό, χρειάζονταν ρευστό. Έτσι, έκαναν αυτό που είχαν κάνει και οι Βυζαντινοί παλιότερα, όταν είχαν αρχίσει να παρακμάζουν: προπώλησαν τους φόρους, τους οποίους αγόρασαν οι τοπικοί πρόκριτοι, που έδιναν προκαταβολικά στην Υψηλή Πύλη, στον σουλτάνο, τα χρήματα που ήθελε, κι εκείνοι έπαιρναν το δικαίωμα να τα εισπράξουν μόνοι τους. Και τα εισέπρατταν με το παραπάνω, και βέβαια όχι με τον σταυρό στο χέρι. Άρχισαν, λοιπόν, να δυναμώνουν οι τοπικοί άρχοντες και σιγά σιγά αγόραζαν κι άλλη γη, κι άλλη γη, και με τον τρόπο τους και με το αδίστακτο της όρεξής τους έφεραν και στον ελλαδικό χώρο τον μεσαίωνα. Ξαφνικά μπορούσε ένας Ρωμιός γαιοκτήμονας να έχει στην ιδιοκτησία του και 100 χωριά, και 200 χωριά, μεγάλα σαν σημερινές κωμοπόλεις. Τότε έγινε αβάσταχτη η ζωή και στην πραγματικότητα αυτή είναι η «βαριά τουρκιά» που περιγράφουν οι ιστορίες των σχολικών εγχειριδίων. Στα επόμενα χρόνια, μέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα, συντελείται η κυριαρχία των καραβοκύρηδων και των εμπόρων της διασποράς και δημιουργείται μια ακμάζουσα άρχουσα τάξη Ρωμιών, Γραικών, που διεκδίκησε τα πάντα. Στην πραγματικότητα, δεν ξεσηκώθηκαν οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι αλλά οι προύχοντες, οι κατέχοντες πλούτο. Κοντολογίς, η Επανάσταση του '21 ήταν μια επανάσταση των προνομιούχων περιοχών (Σάμος, Πελοπόννησος, Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά κ.λπ.) και των προνομιούχων ραγιάδων (Μοραΐτες προεστοί, καραβοκύρηδες, Φαναριώτες, αρματολοί, μεγαλέμποροι και λοιπά μέλη της Εταιρείας), ο πολύς, ο χύμα λαός σύρθηκε σε αυτή την επανάσταση, εξαναγκάστηκε να πάρει τα άρματα, εκβιαστικά – ο ένας από τους τρεις επιφανέστερους κοτζαμπάσηδες του Μοριά, λ.χ., ο Κανέλλος Δεληγιάννης, γράφει στα απομνημονεύματά του πως για να εξαναγκάσει τους Λαγκαδινούς να πάρουν μέρος στην Επανάσταση τους έφερε προ τετελεσμένων γεγονότων, «βάζοντάς τους στα αίματα». Με εντολή του οι παλληκαράδες του σκότωσαν όλους τους Τούρκους των Λαγκαδιών –μέχρι και τα μωρά στις κούνιες τους, περί τα 300 άτομα συνολικά– και κατέκαψαν και το τζαμί τους, έτσι, κι ενώ τα οθωμανικά στρατεύματα κατευθύνονταν προς τα Λαγκάδια, οι τάλανες με το έτσι θέλω ενοχοποιημένοι Πελοποννήσιοι χωρικοί έσπευδαν, πατείς με πατώ σε, να πάρουν τα άρματα, να πολεμήσουν για την Πατρίδα, την οποία ούτε καν ακουστά δεν είχαν ως τότε. Ο δε Μωραΐτης μεγαλοκοτζάμπασης Παναγιώτης Παπατσώνης στα δικά του απομνημονεύματα γράφει πως η Γερουσία τού έδωσε την παρακάτω οδηγία, προκειμένου να εξαναγκάσει τους «αναισθήτους» χωρικούς σε εξέγερση: «Έχεις παρά της Κεντρικής Διοικήσεως το Πληρεξούσιον να περιέλθης όλα τα μέρη της Επαρχίας σου και να εκκινήσης όλους τους κατοίκους όσους άξιους πολέμου από 18 έως 60 ετών ηλικίας. Μεταχειρίσου δια τούτο όλην την δραστηριότητα της ψυχής σου την ενέργειαν και εάν απαντήσεις απήθειαν έχεις την άδειαν να καύσης οσπίτια, να δημεύσης υπάρχοντα, να δείρης, να τυραννήσεις και να τιμωρήσεις με κάθε αυστηρότητα τους αναισθήτους Έλληνες και μέχρι αυτής της ζωής των αν τύχει ανάγκη».

 

Καθιστό πορτρέτο του Μάρκου Βότζαρη (Μπότσαρη). Το ζωγράφισε ο Jean-Léon Gérôme.
Καθιστό πορτρέτο του Μάρκου Βότζαρη (Μπότσαρη). Το ζωγράφισε ο Jean-Léon Gérôme.


— Και γιατί είναι πρότυπο ο Κολοκοτρώνης;

Γιατί όχι; Ήταν ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές της Επανάστασης. Ήταν εξόχως δημοφιλής. Ήταν ένας σπουδαίος πολεμιστής. Η συλλογική ταυτότητα ενός έθνους χρειάζεται πρότυπα. Τα πρότυπα αυτά δημιουργούνται μέσα από διαδικασίες επιλεκτικής μνήμης, ωραιοποίησης των γεγονότων και ηρωοποίησης κάποιων προσώπων – στην πραγματικότητα, ελάχιστα σπουδαίων. Τα πρότυπα αυτά έχουν ως προορισμό τους να γεμίσουν τις σελίδες των σχολικών εγχειριδίων Ιστορίας. Υπάρχει κάπου στα μέρη όπου έζησε ο Κολοκοτρώνης μια βιβλιοθήκη γι' αυτόν, όπου υπάρχουν εκατοντάδες, χιλιάδες ίσως, βιβλία που είναι γραμμένα γι' αυτόν και όλα έχω τη βάσιμη υπόνοια ότι γράφουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Η Ιστορία είναι ένα εργαλείο προπαγάνδας.

 

— Πώς η θρησκεία οικειοποιήθηκε την Επανάσταση;

Θα επικαλεστώ μια γελοιογραφία, την οποία δημοσιεύω στο βιβλίο, του Γιάννη Δερμεντζόγλου, που λέει ότι το '21 είναι η επανάσταση κατά την οποία απελευθερώθηκαν οι Έλληνες από τους Τούρκους και στη συνέχεια το μισό της απελευθερωμένης γης ανήκε στην Εκκλησία με φιρμάνια κάποιου σουλτάνου. Αυτό έγινε. Έχει τον τρόπο της η Εκκλησία, το Βυζάντιο δεν πέθανε, υπάρχει κάτω από τα ράσα.

 

— Πώς ζούσαν οι Έλληνες της εποχής;

Μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση μια εικόνα δίκην ρεπορτάζ του Edward Dodwell στους Αέρηδες στην Αθήνα του 1821 που δείχνει Τούρκους και Έλληνες στο τσακίρ κέφι να χορεύουν μαζί με τους σούφηδες. Αυτό είναι μια καθημερινότητα, δηλαδή ενώ γινόταν η επανάσταση –ή, ίσως, λίγο πιο πριν– κάποιοι Αθηναίοι διασκέδαζαν. Ο σουφισμός είναι το πουλέν του ισλάμ, πολλοί προσηλυτίστηκαν μέσω των σούφηδων, που ήταν ανοιχτή κοινωνία, που είχε αγάπη, κέφι, ζωή. Ανάμεσά τους ίσως και ορισμένοι Αθηναίοι. Φυσικά, δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως όλοι οι Έλληνες το 1821 χόρευαν με τους σούφηδες στους Αέρηδες. Κάποιοι, πάντως, χόρευαν. Αυτό μαρτυρεί το σχετικό ζωγραφικό ρεπορτάζ.


Είναι κάτι πολύ σχετικό το πώς ζούσαν τότε οι Έλληνες, ανάλογα με το γεωγραφικό σημείο όπου βρίσκονταν και η ποιότητα της καθημερινότητάς τους. Υπήρχαν μέρη όπου ζούσαν εντελώς προνομιακά, στα Ψαρά ας πούμε, στις Σπέτσες, στην Ύδρα, υπήρχε πλήρης ανεξαρτησία. Εκεί έκαναν ό,τι ήθελαν, δεν είχαν κανέναν Τούρκο πάνω από το κεφάλι τους, έδιναν έναν φόρο, ο οποίος ήταν και θεμιτός, και αυτοδιοικούνταν, δεν είχαν θέμα. Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης ζούσαν άθλια, στα Αμπελάκια ευημερούσαν, οι Έλληνες της διασποράς και των παραδουνάβιων περιοχών ήταν άρχουσα τάξη. Δεν ήταν ένα πράγμα όλοι οι Έλληνες επί οθωμανικής κυριαρχίας, είχε να κάνει με το ποιος ήσουν, σε ποιο συγκεκριμένο γεωγραφικό σημείο, σε ποια ακριβώς εποχή ζούσες.

 

— Απ' όλα τα διαβάσματα που έκανες για να γράψεις το Κολοκοτρωνέικο, στάθηκες σε κάποιο πρόσωπο, σε έναν αγωνιστή που εκτίμησες ιδιαίτερα;

Ναι, στάθηκα. Στον Φωτάκο. Ήταν ένας από τους ελάχιστους αγνούς ιδεαλιστές αγωνιστές της Επανάστασης του '21. Ο λόγος για τον Φώτιο Χρυσανθακόπουλο, τον Φωτάκο, γραμματικό (αγιουτάντε) του Κολοκοτρώνη και συγγραφέα του περίφημου δίτομου Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως (ένα από τα δυο πιο αξιόπιστα χρονικά του '21, το αξιολογότερο). Όταν τελείωσε ο απελευθερωτικός αγώνας, εγκαταστάθηκε στην Τρίπολη, αλλά χήρεψε χωρίς να έχει αποκτήσει παιδιά. Δεν ξαναπαντρεύτηκε. Ξόδεψε την περιουσία της εύπορης γυναίκας του βοηθώντας οικογένειες αγωνιστών που υπέφεραν από τη φτώχεια. Πέθανε στον κήπο του σπιτιού του, ενώ διάβαζε την εφημερίδα του. Για την προσφορά του στον Αγώνα δεν ζήτησε –και δεν πήρε– κάποιο τιμητικό πόστο ή σύνταξη, δεν σύχναζε στο παλάτι, δεν συνήθιζε να πηγαίνει σε χοροεσπερίδες...

 

To «μικροΜέγα Κολοκοτρωνέικο» του Νίκου Πλατή κυκλοφορεί στις αρχές Δεκεμβρίου από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO