Ήταν η πρώτη άνοιξη στο Ιλουγκάσταντιρ. Το φως είχε έρθει σαν κυνηγημένο αγρίμι, τρεμάμενο, με μάτια ορθάνοιχτα. Η θάλασσα ήταν άδεια, άγραφο χαρτί – ο Νάταν έσπρωχνε τη βάρκα πάνω στο ασημένιο της δέρμα, έμπηγε τα κουπιά στο κορμί της» έγραφε στο πρώτο της βιβλίο η τριαντάχρονη τότε Χάνα Κέντ για τον ερχομό της νέας εποχής, στη μακρινή Ισλανδία με έναν τρόπο που μόνο οι μάγισσες της γραφής μπορούν να το κάνουν.

 

Αυτές είναι που της κίνησαν την περιέργεια, νεαρές που θεωρήθηκαν εκτός παιδιάς, φόνισσες ή αλλόκοτες ποιήτριες όπως η Άγκνες στα Έθιμα Ταφής ή γυναίκες μόνες, μάγισσες και ανυπεράσπιστες παραδουλεύτρες που πασχίζουν κόντρα στις προκαταλήψεις της εποχής στο δεύτερο βιβλίο της Οι Καλοί –και τα δυο κυκλοφορούν από τον Ίκαρο– οι οποίες φαντάζονται έναν άλλο συμβολικό κόσμο γεμάτο μαγεία, τελώνια και ξωτικά.

 

Για όλες αυτές μιλάμε ένα καθόλου ανοιξιάτικο πρωινό –μάλλον πιο κοντά στον καιρό της Ισλανδίας– με τη γλυκιά και σεμνή Χάνα Κεντ με τα καταγάλανα μάτια και το θαλασσί σακάκι, η οποία κάθεται δίπλα μου στο μπαρ του «Electra Metropolis» και κοιτάζοντας την Ακρόπολη αναρωτιέται πώς μπορούν να ζουν οι γυναίκες δίπλα μας: «Όλες αυτές οι γλυκιές γιαγιάδες που με σταματούν στο δρόμο εδώ στο κέντρο της Αθήνας», αλλά και πίσω στον χρόνο, δυναμικές πόρνες σαν την Ασπασία ή οι θελκτικές μάγισσες σαν τη Μήδεια.

 

«Τώρα που το λες σκέφτομαι πως μάλλον δεν είναι τυχαίο που διάβαζα τη Μήδεια όταν ξεκίνησα να γράφω τα Έθιμα Ταφής, την οποία όλοι έβλεπαν ως βάρβαρη και ξένη. Έτσι ήθελαν να χαρακτηρίζουν, σε διαφορετικές εποχές, τις γυναίκες που παρεκκλίνουν από κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές και που φάνταζαν στα μάτια τους δαιμονικές επειδή έσπαγαν το καλούπι.

 

Κανείς δεν μπορεί να γράψει λογοτεχνία, αν δεν σκέφτεται τον θάνατο. Αυτός είναι που στοιχειοθετεί τα πάντα, δίνει νόημα στα ερωτήματα. Γι' αυτό μάλλον μου αρέσει και η λογοτεχνία του 19ου αιώνα: εκτός από τη δύναμη των περιγραφών απαντά στο τι σημαίνει να ζεις, να αγαπάς και να πεθαίνεις.

 

Πάνω τους έδειχναν να προβάλουν προσωπικές ανασφάλειες και προκαταλήψεις βάζοντας τους ταμπέλες όπως "μάγισσα", "βάρβαρη" ή "ξένη". Είναι γνωστό άλλωστε το δίπολο "αγία" ή "πόρνη" που υπάρχει ακόμα και τη σύγχρονη εποχή.

 

Ίσως γι' αυτό και όταν πήγαμε εκδρομή με την αδελφή μου σε ένα μακρινό κάστρο στη Σκωτία, όπου κάποτε συνήθιζαν να καίνε τις μάγισσες –ειδικά με μπλε μάτια και ανοιχτό χρώμα στα μαλλιά– η αδελφή μου αστειεύτηκε λέγοντας πως έπρεπε σίγουρα να με έχουν κάψει. Δεν ξέρω μήπως είμαι και νεκραναστημένη» μου λέει γελώντας, εξοικειωμένη με το μαύρο χιούμορ, αυτό το χαμογελαστό κορίτσι από την Αυστραλία που κανείς δεν θα μάντευε πως γράφει βιβλία για τον 19ο αιώνα και τα ανήλιαγα τοπία της Ισλανδίας ή της Ιρλανδίας, σε εποχές γεμάτες φτώχεια, εξαθλίωση, κοινωνικές προκαταλήψεις και ρατσισμό.

 

Ή ότι μιλάει για γυναίκες στις οποίες η «μοίρα έχει μπήξει το μαχαίρι της ως τη λαβή», όπως γράφει χαρακτηριστικά, και για παγωμένα τοπία όπου κυριαρχεί η ανάσα του θανάτου.

 

Σε αυτό μάλιστα είναι κατηγορηματική: «Κανείς δεν μπορεί να γράψει λογοτεχνία, αν δεν σκέφτεται τον θάνατο. Αυτός είναι που στοιχειοθετεί τα πάντα, δίνει νόημα στα ερωτήματα. Γι' αυτό μάλλον μου αρέσει και η λογοτεχνία του 19ου αιώνα: εκτός από τη δύναμη των περιγραφών απαντά στο τι σημαίνει να ζεις, να αγαπάς και να πεθαίνεις».

 

Εκείνη πάντως παίρνει αυτά που θέλει από τους συγγραφείς που προτιμά: την ατμόσφαιρα των αδελφών Μπροντέ που διάβαζε μικρή, την «πραγματοονειρική» δύναμη του Τόμας Χάρντι που λατρεύει, τη λεπτομέρεια και την αβρή ακρίβεια του Καρόλου Ντίκενς.

 

Έχει και σύγχρονους όμως αγαπημένους όπως τον Σεμπάστιαν Μπάρι και την Μάργκαρετ Άτγουντ, με την οποία έτσι και αλλιώς έχουν πολλά κοινά και μοιράζονται τη μεγάλη αγάπη για τη γλώσσα και τους μύθους.

 

«Δεν γίνεται τίποτα χωρίς χαρακτήρες και χωρίς γλώσσα. Αυτοί οι δυο παράγοντες διαμορφώνουν την πλοκή. Η Άγκνες δεν είναι τυχαίο ότι περιγράφεται ως "αράχνη" ή ότι οι Ισλανδοί έχουν συγκεκριμένες λέξεις για το χιόνι και τον πόνο».

 

Η ίδια μάλιστα τράβηξε πολλά για να μάθει αυτή την απόκοσμη, στα αυτιά μας, γλώσσα φτάνοντας σε μια μικρή κωμόπολη της Ισλανδίας «που δεν υπήρχε καν στον χάρτη», στο πλαίσιο ανταλλαγής φοιτητών και μένοντας σε διάφορα σπίτια με οικογένειες.

 

Όσο για το γνωστό κλισέ ότι οι συγγραφείς νιώθουν πως ζουν μαζί με τους πρωταγωνιστές από τα βιβλία τους συμφωνεί απολύτως ότι είναι αλήθεια: «Είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι όταν ξυπνάω το πρωί και το τελευταίο όταν πηγαίνω για ύπνο. Με ακολουθούν κυριολεκτικά παντού». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Όσο για το γνωστό κλισέ ότι οι συγγραφείς νιώθουν πως ζουν μαζί με τους πρωταγωνιστές από τα βιβλία τους συμφωνεί απολύτως ότι είναι αλήθεια: «Είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι όταν ξυπνάω το πρωί και το τελευταίο όταν πηγαίνω για ύπνο. Με ακολουθούν κυριολεκτικά παντού». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

«Στην αρχή αναγκαζόμουν να συνεννοούμαι με το ενός έτους μωρό της οικογένειας με το οποίο είχαμε το ίδιο επίπεδο γλωσσικής επάρκειας» μου λέει αστειευόμενη. Με τον καιρό όμως εξοικειώθηκε με το αφιλόξενο περιβάλλον και τους εσωστρεφείς Ισλανδούς: «Έφτασα μάλιστα να συμμετέχω και σε θεατρική παράσταση, χωρίς να μιλάω φυσικά.

 

»Υπήρχε, ωστόσο, πάντα ο κίνδυνος, επειδή δεν καταλάβαινα τι μου ζητούσαν, να πυροβολήσω αντί για να αφήσω το όπλο που κρατούσα στη μια και μοναδική σκηνή όπου συμμετείχα», λέει γελώντας και ομολογώντας πως πάντοτε την έθελγε το παράδοξο παιχνίδι της βίας και των όπλων.

 

Ωστόσο οι απίστευτα περιγραφικές σκηνές της εκτέλεσης και των θανάτων που δεσπόζουν στα βιβλία της δεν μπορούν να γραφτούν απλώς λόγω εξοικείωσης με το περιβάλλον και τη γλώσσα, ούτε επειδή έχει προηγηθεί εξονυχιστική έρευνα. Το ταλέντο της Κεντ είναι τόσο εκκωφαντικό που σχεδόν δεν αναπνέεις διαβάζοντας αυτές τις σκηνές: το αίμα παγώνει περισσότερο από το χιόνι.

 

«Η αλήθεια είναι πως με βασάνιζαν πολύ εκείνες οι τελευταίες σελίδες, όταν έπρεπε να μιλήσω μέσω μιας γυναίκας που βαδίζει προς τον θάνατο και να μεταφέρω τις εσωτερικές σκέψεις και τα λόγια της στο χαρτί. Μου ήταν σχεδόν αδύνατο. Μέχρι που ονειρεύτηκα τον δικό μου θάνατο: με είδα να βαδίζω προς την εκτέλεση και τις κηλίδες από το αίμα μου να ποτίζουν το άσπρο χιόνι.

 

»Ήταν τόσο συντριπτικό το αίσθημα που μόλις ξύπνησα έγραψα ο,τι είδα και είχα, σχεδόν έτοιμες τις σελίδες. Το ίδιο συνέβη και με τη Νανς στους Καλούς: είδα στον ύπνο μου ότι καθόμουν στη θέση της, μύριζα αυτά που έκαιγε, έβλεπα το βλέμμα της. Έμοιαζε με ένα αστρικό ταξίδι στον χρόνο και τον κόσμο».

 

Μια αίσθηση σχεδόν μεταφυσική που με κάνει να τη ρωτήσω αν νομίζει τελικά πως οι συγγραφείς, όπως και οι μεγάλοι ζωγράφοι ή οι σπουδαίοι μουσικοί, είναι οι μόνοι που μπορούν να επικοινωνήσουν με τον Θεό: «Σίγουρα είναι ένα μυστήριο η γραφή. Έχει κάτι ιερό, όπως και τα όνειρα».

 

Όσο για το γνωστό κλισέ ότι οι συγγραφείς νιώθουν πως ζουν μαζί με τους πρωταγωνιστές από τα βιβλία τους, συμφωνεί απολύτως ότι είναι αλήθεια: «Είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι όταν ξυπνάω το πρωί και το τελευταίο όταν πηγαίνω για ύπνο. Με ακολουθούν κυριολεκτικά παντού», λέει γελώντας.

 

«Θυμάμαι πως το ίδιο είχε πει και η αγαπημένη μου Μάργκαρετ Άτγουντ όταν παραδέχτηκε πως μεθυσμένη σε ένα πάρτι βρέθηκε να μιλάει για μια από τις ηρωίδες των βιβλίων της σαν να είναι αληθινή της φίλη. Είχε ξεχάσει πως δεν υπήρχε στην πραγματικότητα!».

 

Όταν, όμως, της ζητάω επιτακτικά να μου συστήσει τον φανταστικό ήρωα της που κάθεται δίπλα της στο μπαρ, παραδέχεται πως ακόμα δεν έχει πάρει σάρκα και οστά: «Είναι ακόμα φασματικός ο νέος μου ήρωας ή ηρωίδα. Δεν έχει αποκτήσει συγκεκριμένη ιδιότητα».

 

Από την εμφάνιση της Χάνα Κεντ στα Public

 

Χαίρεται πάντως που τα προηγούμενα της βιβλία βρίσκουν τέτοια αναγνώριση και που τόσος κόσμος την υποδέχτηκε με θέρμη στην ελληνική της παρουσίαση στα Public στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη:

 

«Νιώθω τόσο ωραία όταν βρίσκομαι ανάμεσα σε βιβλία και ήταν όμορφες οι δυο αυτές βραδιές. Αλλά και η ξενάγηση στην Εθνική Βιβλιοθήκη ήταν μοναδική εμπειρία».

 

Επίσης λατρεύει την Τζένιφερ Λόρενς η οποία θα ενσαρκώσει την Άγκνες, την πρωταγωνίστρια από τα Έθιμα Ταφής με σκηνοθέτη τον Λούκα Γκουαντανίνο, γνωστού και για το Call me by your Name.

 

Συμφωνεί μαζί μου ότι η Ευνοούμενη του Γιώργου Λάνθιμου είναι μια ταινία για εκείνη και πως αδημονεί να τη δει ξέροντας τα πάντα για τους τρεις γυναικείους χαρακτήρες και το σενάριο.

 

Αλλά μάλλον διαφωνεί αναφορικά με το κοινό χιούμορ και τα σκοτάδια που μοιάζουν και οι δυο να έχουν: «Όλοι έχουμε σκοτάδια αλλά εγώ προσπαθώ να τα βλέπω μόνο στη γραφή. Ίσως τελικά να είμαι βαρετή ως άνθρωπος. Και αυτό γιατί είμαι πραγματικά ευτυχισμένη».

 

Αμφιβάλλει, βέβαια, κανείς πόσο βαρετή μπορεί να είναι μια τριανταπεντάχρονη πασίγνωστη ήδη συγγραφέας που έχει γυρίσει τον κόσμο, έχει αναζητήσει διαφορετικούς πολιτισμούς, έχει δει τι σημαίνει θάνατος και βία, έχει αφουγκραστεί τις ανάσες ανθρώπων από άλλες εποχές που ξέρουν τι σημαίνει κακουχία, θάνατος και βία.

 

«Τι ξέρει η Στέινα από τέτοια πράγματα; Έχει δει παιδί να πεθαίνει; Δεν είναι σαν εμένα. Ξέρει μόνο το δέντρο της ζωής. Δεν έχει δει τις στρεβλές του ρίζες να τυλίγονται σφιχτά γύρω από πέτρες και φέρετρα» γράφει με ενδεικτική σαφήνεια στα Έθιμα Ταφής.

 

«Κανείς, όμως ποτέ, δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται», μου εξομολογείται η ίδια στο τέλος. «Ακόμα και αν νομίζεις ότι ξέρεις κάποιον από τις πράξεις του, ποτέ δεν μπορείς να προβλέψεις τι κρύβεται πραγματικά στην ψυχή του. Και αυτό είναι νομίζω πως κάνει η λογοτεχνία: φέρνει στο φως όλες αυτές τις μη ανιχνεύσιμες πτυχές που ούτε καν ο ίδιος ο άνθρωπος δεν φαντάζεται ότι διαθέτει ή που έχει βαθιά κρυμμένες καλύτερα και από τα μυστικά του».