Το 2005, περί τα τέλη του Μαρτίου, το περιοδικό «Newsweek» κυκλοφόρησε με τον διαβόητο Jack Welch στο εξώφυλλο και τον τίτλο «Πώς να νικάς». Ένιωθες ότι δεν χρειαζόταν καν να διαβάσεις το τεράστιο εκείνο άρθρο, επειδή γνώριζες εκ των προτέρων το περιεχόμενό του. Η απειλητική όψη της αναισχυντίας διαγραφόταν ήδη στη φωτογραφία του εξωφύλλου. Κι όμως, υπήρχε και κάτι το κουτούτσικο σ' εκείνη την εικόνα. Κάτι που προερχόταν από την απομακρυσμένη περιφέρεια του ευρύτερου φάσματος της αγνότητας. Και που έμοιαζε με περηφάνια διασωθέντος από φυσική καταστροφή ή ναυάγιο, ο οποίος κατάφερε να γλιτώσει χάρη στα γρήγορα αντανακλαστικά του και την επιβιωτική του ευφυΐα. Αυτό το ασαφές και δυσδιάκριτο ύστατο ψήγμα αγνότητας είναι εκείνο που προοδευτικά διαλύεται και εξαφανίζεται σ' αυτήν εδώ την ιστορία.


Ο Jack Welch, που είναι 81 ετών σήμερα, υπήρξε γενικός διευθυντής και πρόεδρος του εκτελεστικού συμβουλίου της εταιρείας General Electric (GE) από το 1981 μέχρι το 2001. Αναγνωρίζεται πλέον ως υπερήρωας της πρόσφατης corporate μυθολογίας. Στη διάρκεια της θητείας του η χρηματιστηριακή αξία της GE αυξήθηκε κατά 4.000%, η κεφαλαιοποίησή της κατά 400 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ το «συνταξιοδοτικό πακέτο» που έλαβε ο ίδιος κατά την αποχώρησή του έφτασε τα 417 εκατομμύρια δολάρια και, όπως επιβεβαιώνει ο οίκος Forbes, είναι το υψηλότερο που δόθηκε ποτέ.

 

Ένα σημαντικό θέμα είναι ότι δεν σερβίρει καθόλου ορεκτικά – η έκθεση πηγαίνει τον θεατή κατευθείαν στα ψητά, με πρώτο και καλύτερο το ζήτημα της λειτουργίας τους γενικότερα, αλλά και ειδικότερα της επενέργειας των brands στον ίδιο τον καταναλωτή.


Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, αμέσως μετά τη συνταξιοδότησή του, ο Welch άρχισε να γράφει. Με την ιδιότητα του γκουρού της επιτυχίας και της νίκης. Μέχρι σήμερα, πάνω από 250.000 άτομα έχουν παρακολουθήσει διαλέξεις του, ενώ όλα του τα βιβλία έχουν γίνει best sellers, με πρώτο και καλύτερο αυτό στο οποίο συνοψίζει τη «φιλοσοφία» του για τη διοίκηση και έχει τίτλο «Winning» – «Νικώντας». Αυτό το βιβλίο του ήταν η αφορμή του αφιερώματος του «Newsweek» και εκεί βρίσκει κάποιος υπέροχες προτροπές συγκαλυμμένου σαδομαζοχιστικού υπόβαθρου, όπως είναι, για παράδειγμα, το: «Φάε αυτό που σκότωσες» ή (σε κάπως πιο ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά) «Οι διακρίσεις μεταξύ ηγεμονισμού και εταιρικής διοίκησης δεν είναι παρά άχρηστη και ανούσια χοιροτροφή που την μπουκώνουν οι καθηγητές των πανεπιστημίων στους φοιτητές τους». Περιέχει όμως και πιο μεστούς-φρικώδεις επιγραμματικούς στοχασμούς, όπως: «Στο κάτω-κάτω της γραφής, οι εταιρείες που νικούν είναι ο μοναδικός στυλοβάτης των κοινωνιών σαν τη δική μας. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να κάνουν τίποτα». Εν κατακλείδι, αυτό το βιβλίο (αλλά και τα επόμενα δικά του) θα μπορούσε να το θεωρεί κάποιος αποκορύφωση θησαυρισμού κακίας – ο οποίος θησαυρισμός ακολουθούσε από κοντά το πνεύμα του απροκάλυπτου συντηρητισμού που έφερε η εποχή του Προέδρου Ρίγκαν, για να εγκατασταθεί μονίμως έκτοτε και να γίνεται όλο και πιο σκληρός.


Μια βασική πρακτική που ακολούθησε ο Welch κατά την εξυγίανση της GE ήταν το δίπτυχο «αξιολόγηση των υπαλλήλων και ξετίναγμά τους». Εξαιτίας της απέκτησε το παρατσούκλι «Τζακ των Νετρονίων», επειδή την εποχή εκείνη οι βόμβες νετρονίων ήταν η αιχμή της τεχνολογίας όπλων εξολόθρευσης πληθυσμών και ο Welch δεν είχε τον παραμικρό ενδοιασμό να προβαίνει σε μαζικές απολύσεις υπαλλήλων. «Η δυσωδία της ήττας είναι αφόρητη» έλεγε μετά. «Οι εταιρείες που χάνουν δεν κάνουν τίποτα. Προκαλούν ανασφάλεια στους εργαζομένους τους. Αυτό είναι όλο. Μόνο οι εταιρείες που νικούν τούς εξασφαλίζουν ένα μέλλον». Και όλα αυτά τα επιχειρήματα έβρισκαν αποδέκτες. Στην GE οι υπάλληλοι έβλεπαν αυτούς που κάθονταν δίπλα τους να χάνουν τη δουλειά τους, αλλά οι ίδιοι ένιωθαν ότι κάτι καλό συνέβαινε και ότι δεν επρόκειτο για λάθος τακτική, αφού με τον τρόπο αυτό εκείνοι διασώζονταν. Κι έτσι, αντί να κλαίνε για την καταστροφή του κοινωνικού δεσμού στα corporate περιβάλλοντα, χαίρονταν για την προοπτική σταθερότητας της εταιρείας και κατ' επέκταση της δικής τους επαγγελματικής απασχόλησης. Η λεγεώνα των εχθρών της κοινωνικότητας μόνο μεγάλωνε. Η απαλλαγή από το βάρος της ηθικής ευθύνης και της κοινωνικής συνείδησης που ανέκαθεν ήταν ένα αυθαίρετα κεκτημένο προνόμιο των λίγων, των επικεφαλής, τώρα πια «εκδημοκρατιζόταν». Αυτό ίσως να είναι η μεγαλύτερη επιρροή που είχε ο Welch όχι μόνο στην εταιρεία όπου δούλεψε αλλά και στην αναδιάπλαση της παγκόσμιας corporate ηθικής, με βασικό άξονα την άρση των αναστολών αντικοινωνικής συμπεριφοράς.


Το 1930, ο Αμερικανός ψυχίατρος George E. Partridge, ο οποίος ήδη από το 1910 μελετούσε το φιλοσοφικό και επιστημονικό ζήτημα του ατομικισμού, εισήγαγε τον όρο «sociopath» για να περιγράψει το φάσμα των συμπτωμάτων περιφρόνησης των κοινωνικών δεσμών, αδιαφορίας και αναλγησίας για τον πόνο του άλλου. Παρά το ότι έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε, στην ελληνική γλώσσα δεν έχει στεριώσει μια μονολεκτική απόδοσή του. Αντίθετα, ο όρος αποδίδεται συχνά με τη λέξη «ψυχοπαθής» και συχνότερα περιφραστικά ως «κοινωνικά ψυχοπαθής» ή «ψυχοπαθής με αντικοινωνικές τάσεις». Για τις περιπτώσεις που έχει γίνει η σχετική ψυχιατρική διάγνωση μιλάμε για «αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας».Και είναι κρίμα να μην μπορούμε να αναφερθούμε μονολεκτικά σε μια ψυχική ασθένεια που έχει την ιδιαιτερότητα να είναι μεταδοτική. Γιατί η μόλυνση μεταδίδεται ως εξής: ένας Welch είναι μεν αξιολύπητος για τον τρόπο με τον οποίο γίνεται απάνθρωπος, αλλά και οι γύρω του γίνονται εξαιτίας του αξιολύπητοι, από τη στιγμή που δεν αντέχουν να τον συμπονέσουν έστω και έτσι όπως είναι.

 

 


Το αντίστοιχο στην καθημερινότητα (γιατί δεν είναι απαραίτητη μια επαφή με έναν Welch για να συμβεί η μόλυνση) θα ήταν π.χ. να βρίσκει κάποιος αναίσθητο ένα άγνωστο πρεζάκι στο πλατύσκαλο της πολυκατοικίας του και αντί να καλέσει ασθενοφόρο, να τον καταλαμβάνει μια ακατάσχετη επιθυμία να το απομακρύνει από εκεί με κλοτσιές. Έτσι είναι η απανθρωπιά! Εισβάλλει στο ψυχικό όργανο με κάθε ευκαιρία και από οποιαδήποτε οπή του. «Αλλά πώς φτάσαμε να μιλάμε για απανθρωπιά;» θα αναρωτιόταν ο Jack Welch! Αφού (πάντα σε ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά) «το 2005, μόνο από τον έρανο μεταξύ των εργαζομένων στην GE, συγκεντρώθηκαν 2,6 εκατομμύρια δολάρια για την ενίσχυση των θυμάτων του τσουνάμι στη ΝΑ Ασία. Είναι λίγο αυτό; Αντιθέτως! Ιδού που μόνο οι νικητές στηρίζουν. Θα μπορούσε ποτέ να συγκεντρωθεί τέτοιο ποσό από τίποτα losers υπαλλήλους της εφορίας ή ό,τι άλλο παραπλήσιο;». Και με αυτό το επιχείρημά του, διαισθητικά, ο Welch είχε υποβοηθήσει μια νέα ανθοφορία της έννοιας sociopath, που είναι το να αποζητάς μια χρηματική αποτίμηση των πάντων. Καμιά αξία επί της γης να μην παραμένει ανεκτίμητη και όλα να υποτάσσονται στους νόμους (και τα παιχνίδια) της αγοράς.

 

Το να ασχοληθεί κάποιος σήμερα με τον Welch και γενικότερα με την «παλαιοντολογία» της αντικοινωνικής διαταραχής προσωπικότητας προσφέρει κάποιες εξηγήσεις στο φαινόμενο Ντόναλντ Τραμπ όσον αφορά τόσο την ίδια την προσωπικότητά του όσο και το γεγονός ότι τόσος πολύς κόσμος τον ψήφισε. Ο Tραμπ δεν είναι μια ουρανοκατέβατη περιπτωσάρα που προέκυψε λόγω κάποιου ξεσπάσματος θυμού, ή κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, είναι η φρέσκια ακρούλα μιας γενεαλογίας που αναπτύσσεται επί χρόνια και της οποίας μέγας θεωρητικός είναι και ο Welch. Αν αυτοί οι δύο ήταν μοντέλα αυτοκινητοβιομηχανίας, ο Welch θα ήταν το ευπώλητο Sedan που χωρά άνετα όλη την οικογένεια, ενώ ο κατά μία δεκαετία τουλάχιστον νεότερός του Tραμπ θα ήταν το επιθετικό ημιφορτηγό με τις μεγάλες ρόδες και τις αστραφτερές ζάντες που όλοι ονειρεύονται για να καγκουροτιθασεύσουν τις ασφάλτους.

 
Η εξέλιξη προς το χειρότερο είναι η μετάβαση από τον Welch, που πιστεύει τουλάχιστον στις ιδέες του, στον Tραμπ, που πιστεύει μόνο στον εαυτό του. Κάτι που καθρεφτίζει μια εκτίναξη προς τα εμπρός στην πίστα της «αντικοινωνικής διαταραχής προσωπικότητας». Και δεν πρόκειται για εικασία. Σύμφωνα με δημοσίευμα της αγγλικής εφημερίδας «Independent», ο Ντόναλντ Τραμπ πράγματι παρουσιάζει περισσότερα κλινικά συμπτώματα της διαταραχής απ' ό,τι και ο Αδόλφος Χίτλερ ακόμα. Αντίστοιχα και οι ψηφοφόροι του (με όλο το θάρρος και το λάθος που μπορεί να περιέχει μια τέτοια γενίκευση) πλέουν μέσα στον αηδιαστικό χυλό που συνιστά το μοντέλο εξορθολογισμένης περιφρόνησης και αδιαφορίας για την αξία του άλλου, καθώς και για όλα τα υπόλοιπα φιλοσοφικά προτάγματα του ανθρωπισμού. Και με μόνο αντάλλαγμα την αξίωση (και τη φαντασίωση) ενός ασυγκράτητου καταναλωτισμού.

 

 


Φτάνοντας, λοιπόν, στο ζήτημα του ασυγκράτητου καταναλωτισμού, αξίζει να ενδιαφερθεί κάποιος για την γκαλερί The Breeder, όπου εκτίθεται, μέχρι τις 26/11, η εξαιρετική ποπ πανδαισία του Γάλλου καλλιτέχνη Cyril Duval (γεν. 1979), ο οποίος προτιμά για την καριέρα του το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο-εμπορική ονομασία (brand name) ITEM IDEM. Ένα σημαντικό θέμα είναι ότι δεν σερβίρει καθόλου ορεκτικά – η έκθεση πηγαίνει τον θεατή κατευθείαν στα ψητά, με πρώτο και καλύτερο το ζήτημα της λειτουργίας τους γενικότερα, αλλά και ειδικότερα της επενέργειας των brands στον ίδιο τον καταναλωτή. Η παρουσίαση των έργων ακολουθεί, σύμφωνα με τον καλλιτέχνη, μια μέθοδο απομνημόνευσης που χρησιμοποιούνταν στις σχολές ρητορικής της αρχαίας Ρώμης και ονομαζόταν Μέθοδος Λόκι. Αυτή η μέθοδος (που γίνεται και τίτλος της έκθεσης) βασίζεται σε «οπτικοποιήσεις» των προς απομνημόνευση με την ενεργοποίηση αναμνήσεων χώρων καθώς επίσης και πληροφοριών που είναι οικείες, επειδή σχετίζονται με το προσωπικό περιβάλλον εκείνου που εφαρμόζει τη μέθοδο.


Αυτή είναι μάλλον και η σημασία της χρήσης (στις περισσότερες από τις γλυπτικές συνθέσεις του ITEM IDEM που παρουσιάζονται) προϊόντων διαφόρων ειδών που προέρχονται από τα ράφια των σούπερ μάρκετ, και των οποίων τα brands φαίνονται σίγουρα οικεία και πιθανόν να είναι και αγαπητά. Τα έργα αυτά στηρίζουν την ιδέα ότι τα brands προτείνονται στον καταναλωτή ως στοιχεία ταυτότητας όχι απλώς του προϊόντος αλλά και του ίδιου του εαυτού. Έτσι, επιλέγοντάς τα, οριοθετεί τον χώρο του ίδιου του τού Είναι (επειδή ίσως δεν είναι σε θέση να καταφέρει κάτι τέτοιο με κάποιον άλλο τρόπο).


Αυτά όλα εκτίθενται στον ισόγειο χώρο της γκαλερί και μεταξύ τους παρεμβάλλεται ένα άλλο «γλυπτό» (φετινό και με τίτλο «Make America a hat again»), ίσως το πιο τρομακτικό απ' όλα, το οποίο θα μπορούσε κάποιος να πει ότι παραθέτει μια προσωποποίηση της «αντικοινωνικής διαταραχής προσωπικότητας». Και ας επιτραπεί εδώ ένας παράτολμος δρασκελισμός για να επιτευχθεί ο παραλληλισμός, αλλά η προσωποποίηση αυτή γίνεται με έναν τρόπο εξιδανικευτικό, ανάλογο με εκείνον που ακολούθησε π.χ. τον 18ο αι. ο Αντόνιο Κανόβα στο παγκοσμίως διάσημο γλυπτό του «Έρως και Ψυχή» (που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου). Ο κίνδυνος για τον θεατή είναι να προσπεράσει αδιάφορα αυτό το γλυπτό, επειδή μπορεί να του θυμίζει κούκλα σε φουαγέ multiplex που στήθηκε εκεί με αφορμή τη διαφημιστική καμπάνια κάποιου θρίλερ – από αυτές που οι έφηβοι συνήθως δείχνουν στους φίλους τους με τεντωμένο λαδωμένο δάχτυλο από το λιωμένο τυρί των νάτσος, καγχάζοντας. Και θα ήταν πραγματικά κρίμα να το προσπεράσει γρήγορα κάποιος, γιατί το πρόσωπο μοιάζει να είναι ένας εφιαλτικός ελάχιστος κοινός παρονομαστής μορφών σαν εκείνες του Jack Welch ή του Ντόναλντ Τραμπ αλλά και όποιας άλλης φάτσας λιγότερο επώνυμου ή εντελώς ανώνυμου sociopath έχει τύχει να συναντήσουμε στη ζωή μας.

 

Ο κίνδυνος για τον θεατή είναι να προσπεράσει αδιάφορα αυτό το γλυπτό, επειδή μπορεί να του θυμίζει κούκλα σε φουαγέ multiplex που στήθηκε εκεί με αφορμή τη διαφημιστική καμπάνια κάποιου θρίλερ – από αυτές που οι έφηβοι συνήθως δείχνουν στους φίλους τους με τεντωμένο λαδωμένο δάχτυλο από το λιωμένο τυρί των νάτσος, καγχάζοντας. Και θα ήταν πραγματικά κρίμα να το προσπεράσει γρήγορα κάποιος, γιατί το πρόσωπο μοιάζει να είναι ένας εφιαλτικός ελάχιστος κοινός παρονομαστής μορφών σαν εκείνες του Jack Welch ή του Ντόναλντ Τραμπ αλλά και όποιας άλλης φάτσας λιγότερο επώνυμου ή εντελώς ανώνυμου sociopath έχει τύχει να συναντήσουμε στη ζωή μας.
Ο κίνδυνος για τον θεατή είναι να προσπεράσει αδιάφορα αυτό το γλυπτό, επειδή μπορεί να του θυμίζει κούκλα σε φουαγέ multiplex που στήθηκε εκεί με αφορμή τη διαφημιστική καμπάνια κάποιου θρίλερ – από αυτές που οι έφηβοι συνήθως δείχνουν στους φίλους τους με τεντωμένο λαδωμένο δάχτυλο από το λιωμένο τυρί των νάτσος, καγχάζοντας. Και θα ήταν πραγματικά κρίμα να το προσπεράσει γρήγορα κάποιος, γιατί το πρόσωπο μοιάζει να είναι ένας εφιαλτικός ελάχιστος κοινός παρονομαστής μορφών σαν εκείνες του Jack Welch ή του Ντόναλντ Τραμπ αλλά και όποιας άλλης φάτσας λιγότερο επώνυμου ή εντελώς ανώνυμου sociopath έχει τύχει να συναντήσουμε στη ζωή μας.


Κατεβαίνοντας στον υπόγειο εκθεσιακό χώρο της γκαλερί, ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με μια υπερμεγέθη γλυπτική σύνθεση «σκουπιδοποίησης» καταναλωτικών ειδών (κατ' επέκταση και του εαυτού, όπως αυτός ορίζεται απ' ό,τι καταναλώνει ή ονειρεύεται να καταναλώσει), καθώς και με δύο βίντεο πυρπόλησης χάρτινων αντιγράφων από αξεσουάρ επώνυμων οίκων μόδας, διαφόρων γκάτζετ και αναγνωρίσιμων συσκευασιών. Όλα αυτά μοιάζουν να στέκονται εκεί ως εικόνες αυτοβομβαρδισμού. Ο ITEM IDEM παίζει με τα ready made υλικά, όπως ένας ζογκλέρ παίζει με τις κορύνες του.


Και μόνο από τα έργα που έφτιαξε εδώ στην Αθήνα για τη συγκεκριμένη έκθεση φαίνεται ότι οικειοποιείται και ενσωματώνει σε μια δική του σύνθεση, χωρίς να καταβάλει κόπο, ταχύτατα και ανενδοίαστα, εικόνες και αντικείμενα που μέχρι εκείνη τη στιγμή τού είναι παντελώς άγνωστα ή που συνεχίζει να αγνοεί τη βαρύτητα και το ρίσκο των συμπαραδηλώσεών τους (π.χ. τα είδη branding του ακροδεξιού μας κόμματος – γραβάτες, κούπες, κολονάτα ποτήρια σαμπάνιας κ.λπ.). Η όρεξή του να προβοκάρει παραμένει ανικανοποίητη. Αυτή εξωθεί συνεχώς τον θεατή προς μια κάποια πιο άβολη θέση, πιο ευάλωτη και διχασμένη μεταξύ τού να θολώσει ο νους του και να πανικοβληθεί, ή να γελάσει. Όμως ο ITEM IDEM επιδιώκει να τον κεντρίσει σε βαθμό που να τον παρασύρει οπουδήποτε εκτός του φάσματος της απάθειάς του. Να τον φέρει στο σημείο να σχολιάσει και ως εκ τούτου να τοποθετηθεί έναντι του έργου. Διαφαίνεται επίσης η επιδίωξή του να φορτίσει καθένα από τα έργα του με την αόριστη εκείνη δύναμη που μόνο διαισθητικά συλλαμβάνει κάποιος και η οποία απαιτείται για να εξελιχθεί κάτι σε viral.

 

Βάσει των παραπάνω στοιχείων, θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί το γενεαλογικό δέντρο του καλλιτεχνικού έργου του ITEM IDEM κάπως έτσι: είναι δισέγγονο του Marcel Duchamp και ανίψι, εκ μητρός, του κινήματος Fluxus. Είναι επίσης ανίψι, εκ πατρός, των πιονιέρων της γλυπτικής του μοντερνισμού. Βαφτιστήρι του Άντι Γουόρχολ και, φτάνοντας στο σήμερα, οιδιπόδειος φονεύς της πατρικής φιγούρας του Haim Steinbach. Εναλλακτικά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί (και αυτό να στέκεται ατάραχα ως εξίσου σωστό) ότι o ITEM IDEM λειτουργεί καλλιτεχνικά σαν τον Μπομπ τον Σφουγγαράκη όταν φτιάχνει νόστιμο καβουροπάτι ή όταν ξεμυαλίζει τα πλήθη στον Βυθό του Μπικίνι, κυνηγώντας τσούχτρες. Ακολουθώντας κυρίως την παρόρμηση και τη λοξότερη απ' όλες τις πιθανές επιλογές, ώστε να διαγράφει πάντα την πορεία που εξασφαλίζει το περισσότερο κακαριστό γέλιο. Κι όταν κάποιος δημιουργεί σαν να «ζει στη θάλασσα, σε ανανά», το να αφήσει περιθώρια στον θεατή να ανακαλύπτει κάθε φορά ένα και μοναδικό κυρίαρχο νόημα που θα μπορούσε να αποδοθεί με μια απλή, στρωτή αφήγηση θα ισοδυναμούσε με καλλιτεχνική μικροπρέπεια.


Αντιθέτως, αυτό που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον στα έργα του ΙΤΕΜ IDEM είναι ότι διαθέτουν τη δύναμη να επιβάλουν κάτι που εξαρχής είναι ολοφάνερο, ότι δηλαδή πρόκειται για καραμπόλες πολλών μικρών ποπ αφηγημάτων. Ακριβώς σαν το Είναι που αυτοπροσδιορίζεται από τα αγαπημένα του brands.

 

 

 

Info:

Item Idem / Method of Loci

THE BREEDER
Ιάσονος 45, Μεταξουργείο, 210 3317527

Τρ.-Παρ. 12:00-20:00, Σάβ. 12:00-18:00

Έως τις 26/11