Νέες αποκαλύψεις για τις σφαγές

 

Μία γενοκτονία δια αντιπροσώπου

 

στη Σάμπρα και στη Σατίλα

 

 *

 

Στο βιβλίο Preventing Palestine: A Political History from Camp David to Oslo
του αμερικανού πανεπιστημιακού ερευνητή (University College London) Seth Anziska

 

 

"Μετά τον Λίβανο, δεν μπορούμε πλέον να αγνοούμε το τέρας, ακόμα κι όταν είναι σε αδράνεια ή μισοκοιμισμένο, ή όταν εφορμά από το τρελό περιθώριο ... Κατοικεί, κοιμάται σχεδόν παντού ... ακόμη και στις μελωδίες της ψυχής μας".    Amos Oz

 

 

 

Ο Seth Anziska "ανατράφηκε μέσα σε ένα πνεύμα ζωηρής προσήλωσης στο σιωνισμό". Σε ηλικία 18 ετών, τον έστειλαν σε μια yeshiva (θρησκευτική σχολή) στο Gush Etzion. Εκεί υπήρχε ένα κιμπούτς που είχε δημιουργηθεί πριν από τον ισραηλινό πόλεμο ανεξαρτησίας. Το 1948, πέρασε κάτω από τον έλεγχο της Ιορδανίας και παρέμεινε στο Χασεμιτικό Βασίλειο μέχρι την κατάκτηση από το Ισραήλ της Δυτικής 'Οχθης στον πόλεμο των 'Εξι Ημερών του 1967.

Η άφιξη του Anziska το 2001 συνέπεσε με την κορύφωση της δεύτερης Ιντιφάντα. Η εικόνα που είχε καλλιεργήσει εξ αποστάσεως από τη Νέα Υόρκη ενός βιβλικού Ισραήλ διαλύθηκε όταν άρχισε να κάνει διαδρομές με λεωφορείο στη Δυτική 'Οχθη.

"Με την καταδυναστευτική εμμονή για τη γη του Ισραήλ", γράφει ο Anziska, "κανείς δεν φαινόταν να δίνει σημασία στους μη Εβραίους κατοίκους που ζούσαν εκεί. Πως μπορούσαμε να μην τους βλέπουμε; Γιατί δεν μπορούσαν οι Παλαιστίνιοι να κυκλοφορούν ελεύθερα στον ίδιο χώρο όπου εγώ, αμερικανός πολίτης, μπορούσα να πηγαινοέρχομαι όπως ήθελα; Μου φαινόταν πως η μόνη διαφορά βασιζόταν στη θρησκεία ή στην εθνότητα, ένα σύστημα για τους Εβραίους κι ένα άλλο για τους 'Αραβες."

'Εκτοτε, με το πέρασμα του χρόνου, ο Anziska συνάντησε κι άλλους Αμερικανούς Εβραίους που ένιωθαν τον ίδιο "παραλογισμό, και την αυτο-εξαπάτηση ακόμη, που βρίσκονται στην καρδιά ορισμένων άβολων αληθειών όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων".

Για τον Anziska, οι αποκαλύψεις αυτές οδήγησαν σε μια μακρόχρονη έρευνα γύρω από τη Συμφωνία του Κάμπ Ντεϊβιντ του 1978, τις ατελείωτες διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν και τη νέα Συμφωνία του 'Οσλο του 1993. Ο συνδυασμός πρωτότυπης έρευνας και προσωπικού θάρρους συνέθεσε ένα από τα πιο συναρπαστικά έργα πολιτικής και διπλωματικής ιστορίας που διάβασα ποτέ. [...]

Charles Kaiser

The Guardian, 18.09.2018



 

Μία παλαιστινιακή οικογένεια καθώς βγαίνει από το Νεκροταφείο των Μαρτύρων, κοντά στο στρατόπεδο της Σατίλα (1982). Φωτογραφία του τεράστιου πολεμικού φωτογράφου Don McCullin για την Sunday Times.
Μία παλαιστινιακή οικογένεια καθώς βγαίνει από το Νεκροταφείο των Μαρτύρων, κοντά στο στρατόπεδο της Σατίλα (1982). Φωτογραφία του τεράστιου πολεμικού φωτογράφου Don McCullin για την Sunday Times.

 

Θύματα των Φαλαγγιτών στα στενά των καταυλισμών (1982). Φωτ.  Robin Moyer/World Press Photo
Θύματα των Φαλαγγιτών στα στενά των καταυλισμών (1982). Φωτ. Robin Moyer/World Press Photo

 

 

 

Ο ηγέτης των Φαλαγγιτών  Bashir Gemayel απευθύνεται σε μαχητές του στην αρχή του πολέμου του Λιβάνου (Νοέμβρ. 1975) . Φωτ. Alain Dejean/Sygma via Getty Images
Ο ηγέτης των Φαλαγγιτών Bashir Gemayel απευθύνεται σε μαχητές του στην αρχή του πολέμου του Λιβάνου (Νοέμβρ. 1975) . Φωτ. Alain Dejean/Sygma via Getty Images

 

Φωτ. Felestin, εφημερίδα της Λωρίδας της Γάζας.
Φωτ. Felestin, εφημερίδα της Λωρίδας της Γάζας.

 

 

 

Φωτ. Al Bilad
Φωτ. Al Bilad

 

 

 

Θρήνος. Φωτ. Al Araby
Θρήνος. Φωτ. Al Araby

 

Η παλαιστινιακή Γκουέρνικα, έργο του ιρακινού καλλιτέχνη  Dia Al-Azzawi.
Η παλαιστινιακή Γκουέρνικα, έργο του ιρακινού καλλιτέχνη Dia Al-Azzawi.

 

 

Νέες αποκαλύψεις για τις σφαγές 

στη Σάμπρα και στη Σατίλα,

από τον Seth Anziska

 

Sylvain Cypel

Orient XXI, 26.10.2018

 

 

Το φθινόπωρο του 2012, τριάντα χρόνια μετά από τις σφαγές στη Σάμπρα και στη Σατίλα, ο Αμερικανός ερευνητής Seth Anziska δημοσίευσε ένα άρθρο στην εφημερίδα New York Times για το πώς οι ισραηλινοί ηγέτες είχαν, σύμφωνα και με τον ίδιον τον Υφυπουργό Lawrence Eagleburger, "παραπλανήσει εσκεμμένα" τους αμερικανούς ομολόγους τους σχετικά με τις συνεχιζόμενες σφαγές στα παλαιστινιακά στρατόπεδα τις οποίες γνώριζαν. Το άρθρο κατέδειξε επίσης την διόλου γενναία στάση της διοίκησης Reagan, και κάτα κύριο λόγο του πρεσβευτή της στη Μέση Ανατολή, Morris Draper.

 

Για να το αποδείξει, ο Anziska είχε βασιστεί σε μεγάλο βαθμό πάνω στις αμερικανικές διπλωματικές πηγές. Σήμερα, επανέρχεται στην κατηγορία αυτή, εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο. Στο βιβλίο του με τίτλο Preventing Palestine : A Political History From Camp David to Oslo, μια έρευνα πάνω στην αμερικανική διπλωματία στη Μέση Ανατολή κατά την περίοδο μεταξύ της πρώτης συμφωνίας του Καμπ Ντέιβιντ (1977) και της συμφωνίας του Όσλο (1993), αφιερώνει περίπου είκοσι σελίδες για τις σφαγές στη Σάμπρα και στη Σάτιλα. Αυτή τη φορά, είχε πρόσβαση σε νέες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των διαβαθμισμένων εγγράφων που αφορούσαν τα έργα της περίφημης επιτροπής Kahane, η οποία εξέτασε στο Ισραήλ τις ευθύνες των ηγετών σε αυτά τα εγκλήματα.

 

Ο Anziska μας θυμίζει πως λίγο πριν από τις σφαγές αυτές, το Ισραήλ είχε κερδίσει μία de facto μισή νίκη, με την απομάκρυνση (κατόπιν διαπραγμάτευσης) των παλαιστινίων μαχητών της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) από το Λίβανο προς την Τυνησία και άλλες Αραβικές χώρες. Μετά την αποχώρηση των δυνάμεων αυτών, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ronald Reagan είχε εκφωνήσει την 1η Σεπτεμβρίου του 1982 τη μόνη σημαντική ομιλία του στο πλαίσιο των δύο διακυβερνήσεών του αφιερωμένη στην ισραηλο-παλαιστινιακή διένεξη. Παρουσίαζε το "σχέδιό" του για το μέλλον. Χωρίς να αποδέχεται ένα παλαιστινιακό κράτος, υποστήριζε μια εκκένωση των εδαφών που κατείχε το Ισραήλ στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα. Στόχος του ήταν να "συμφιλιώσει τα νόμιμα ζητήματα ασφαλείας του Ισραήλ με τα νόμιμα δικαιώματα των Παλαιστινίων". Ως εκ τούτου, πρότεινε την έναρξη διαπραγματεύσεων εντός μιας περιόδου μετάβασης κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες θα απαιτούσαν από το Ισραήλ το "άμεσο πάγωμα κάθε εποικισμού". Στο τέλος, ο αμερικανός Πρόεδρος επισήμαινε πως "οι Παλαιστίνιοι πρέπει να διαδραματίσουν έναν πρωτεύοντα ρόλο στον καθορισμό του δικού τους μέλλοντος".


Ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Menachem Begin αντέδρασε οργισμένος. Σε μια επιστολή του προς τον Reagan, αφού αναφερόταν πρώτα στα βιβλικά δικαιώματα των Εβραίων πάνω στα παλαιστινιακά εδάφη, υποστήριξε πως ο δρόμος που άνοιγε ο αμερικανός πρόεδρος οδηγούσε αναπόφευκτα στη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους. Κι αυτό για το Ισραήλ ήταν απαράδεκτο: "Μέσα σε λίγη ώρα, θα έχετε μια σοβιετική βάση στην καρδιά της Μέσης Ανατολής." Η σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ θα περάσει στη συνέχεια από μια φάση έντασης.

Όσο για τον Begin, σε μια συνάντησή του με τον Bashir Gemayel, τον ηγέτη των χριστιανών Φαλαγγιτών, που μόλις είχε εκλεγεί πρόεδρος του Λιβάνου από ένα κοινοβούλιο υπάκουο στο Ισραήλ, του τόνισε χωρίς περιστροφές ότι "από τη στιγμή που το Ισραήλ τον βοήθησε να κερδίσει την προεδρία και έδιωξε από τη χώρα του τους μαχητές της ΟΑΠ, είχε έρθει η ώρα να συνάψουν μαζί μια συμφωνία ειρήνης". Ο Τζεμαγιέλ αιφνιδιάστηκε από τον "απότομο τόνο" και την περιφρόνηση που επέδειξε ο συνομιλητής του, αλλά δεν του είχε μείνει πολύς χρόνος για να σκεφτεί την πρότασή του. Στις 14 Σεπτεμβρίου, σκοτώθηκε από μια βόμβα που είχε τοποθετηθεί στο στρατηγείο του.

 

Την άλλη μέρα το πρωϊ, παραβιάζοντας την εκεχειρία και αγνοώντας την αμερικανική απαίτηση, ο ισραηλινός στρατός εισέβαλε στη Βηρυτό. Ένα "μέτρο προφύλαξης", εξηγεί ο Begin στους Αμερικανούς. Στις 16, οι χριστιανοί Φαλαγγίτες εισβάλουν στους δύο παλαιστινιακούς καταυλισμούς. Οι Ισραηλινοί τους αφήνουν να περάσουν μέσα από τις γραμμές τους. Κι ακόμα χειρότερα: τους προσφέρουν υλικοτεχνική στήριξη (ιδίως φωτίζοντας τη νύχτα τους καταυλισμούς).

Από το άρθρο που γράφτηκε πριν από έξι χρόνια, προέκυπτε ότι οι Ισραηλινοί είχαν επιβάλει σθεναρά τις απόψεις τους στους Αμερικανούς που στάθηκαν ανίκανοι να τους αναγκάσουν να σταματήσουν τις συνεχιζόμενες σφαγές. Στις 17, ο Draper και ο αμερικανός πρεσβευτής στο Τελ Αβίβ Sam Lewis συναντήθηκαν με τον Υπουργό Άμυνας Ariel Sharon, τον αρχηγό του Επιτελείου Rafael Eitan και τον επικεφαλής των στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών Yehoshua Saguy. Ο Draper απαιτεί από το Ισραήλ να αποχωρήσουν οι Φαλαγγίτες  από τους καταυλισμούς. Ο Saguy αρνείται. Καθώς ο Draper επιμένει, ο ισραηλινός στρατηγός του απαντά ειρωνικά: "Και ποιος θα τους εμποδίσει να παραμείνουν; "

 

'Επειτα οι Ισραηλινοί καταρτίζουν μια λίστα με τους καταυλισμούς όπου πρέπει να γίνει μια "εκκαθάριση τρομοκρατών", ισχυριζόμενοι ψευδώς ότι οι παλαιστίνιοι μαχητές βρίσκονται ακόμα εκεί. Ο Draper ανησυχεί: "Οι εχθροί μας θα πουν ότι ο ισραηλινός στρατός παραμένει στη Βηρυτό για να επιτρέψει στους Λιβανέζους να σκοτώσουν Παλαιστινίους στα στρατόπεδα". Ο Sharon: "Τότε θα τους σκοτώσουμε εμείς. Δεν θα μείνει κανένας. [...] Αν δεν θέλετε να τους σκοτώσουν οι Λιβανέζοι, θα τους σκοτώσουμε εμείς." Ήταν σα να να τους έλεγε: και τι θα τολμούσατε να κάνετε εναντίον μας; Οι Ισραηλινοί λαμβάνουν τη συγκατάθεση των Αμερικανών για την παραμονή των Φαλαγγιτών στους καταυλισμούς για άλλες 48 ώρες. Ο απολογισμός είναι γνωστός: 800 με 2.000 άνθρωποι δολοφονήθηκαν ή αγνοούνται. Γυναίκες βιάστηκαν, παιδιά και ηλικιωμένοι άνδρες πυροβολήθηκαν, άνδρες οδηγήθηκαν σε προορισμούς χωρίς επιστροφή.

 

Στο παρόν βιβλίο του, ο Anziska ενδιαφέρεται περισσότερο για τις βαθιές ρίζες της σφαγής που διέπραξαν οι Χριστιανοί Φαλαγγίτες, σύμμαχοι του ισραηλινού στρατού. "Νέα στοιχεία που βρέθηκαν στην έκθεση της επιτροπής Kahan, και προέρχονται από αδημοσίευτα ως τώρα παραρτήματα", γράφει ο Anziska, "περιγράφουν μια ακόμη πιο ενοχοποιητική εικόνα του Sharon και τη μεγάλη αδημονία των Ισραηλινών αξιωματούχων να δουν τους Φαλαγγίτες παραστρατιωτικούς να εισβάλουν" στους καταυλισμούς. Αυτό διαφαίνεται από τις μακροχρόνιες συζητήσεις που είχε το Ισραήλ με τους Μαρωνίτες για να "καθαρίσει η πόλη από τους τρομοκράτες", ως βασικό στοιχείο μιας πολιτικής ατζέντας που θα έπρεπε να αφορά όλο τον Λίβανο. Το πιο σημαντικό είναι ότι αυτά τα σχέδια δεν περιορίζονταν μόνο στην εκδίωξη των μαχητών της ΟΑΠ. Από διάφορα έγγραφα προκύπτει ξεκάθαρα ότι το σχέδιο αυτό αφορούσε τους Παλαιστινίους πρόσφυγες εν γένει". Αυτό είναι το μόνο δυνατό συμπέρασμα στο οποίο οδηγεί η ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρει ο Anziska: το κοινό συμφέρον των Φαλαγγιτών και των Ισραηλινών μέσα από την ισραηλινή εισβολή, δεν ήταν μόνο η αποδυνάμωση της ΟΑΠ, αλλά και η εφαρμογή "ενός σχεδίου για την αντιμετώπιση των Παλαιστινίων εν γένει", όπως δηλώνει ο στρατηγός Saguy σε μια συνομιλία του με τον Bashir Gemayel που πραγματοποιήθηκε στο ιδιωτικό αγρόκτημα του Ariel Sharon στις 31 Ιουλίου.

 

Πώς θα έπρεπε να "αντιμετωπιστούν οι Παλαιστίνιοι"; Τα έγγραφα που αναφέρει ο ερευνητής δείχνουν ότι οι Ισραηλινοί είχαν πλήρη επίγνωση των προθέσεων των Φαλαγγιτών που ήθελαν δια του τρόμου να εκδιώξουν τους Παλαιστινίους από το Λίβανο. Για να στεφθεί με επιτυχία αυτό το "σχέδιο", ο Gemayel ισχυριζόταν απέναντι στον διευθυντή της Μοσάντ Nahum Admoni, στις 14 Ιουνίου του 1982, μια εβδομάδα μετά την έναρξη της ισραηλινής εισβολής, ότι "είναι πιθανό να χρειαστούμε σ' αυτήν τη συγκυρία πολλά Deir Yassin [το παλαιστινιακό χωριό που δέχτηκε το 1948 την άγρια επίθεση σιωνιστικών ένοπλων οργανώσεων -σ.σ.]". Η πρόταση αυτή ειπώθηκε τρεις μήνες πριν από τις σφαγές. Ο Bashir, λέει ο Admoni, είχε εμμονή με "την δημογραφική πρόκληση. [...] Και όταν μιλούσε για δημογραφική αλλαγή, ήταν πάντα με όρους σφαγών κι εκκαθαρίσεων".

 

Το θέμα ξανατέθηκε και πάλι ξεκάθαρα ήδη από τις αρχές Ιουλίου. Σε μια συνάντηση στο στρατηγείο των Μαρωνιτών παραστρατιωτικών στη Βηρυτό, ο Gemayel ρωτά τους Ισραηλινούς "αν θα είχαν αντίρρηση να έφερνε αυτός [ο Gemayel] μπουλντόζες στους  καταυλισμούς των Παλαιστινίων του Νότου για να τους διώξει". Ο Sharon, ο οποίος είναι παρών, απαντά: "Αυτό δεν είναι δουλειά μας." "Οι ανοικτές συζητήσεις για την εκδίωξη των Παλαιστινίων με τη βία και τον εκτοπισμό συνεχίστηκαν μέχρι λίγο πριν τη σφαγή", σημειώνει ο Anizka. Δύο ημέρες πριν τη δολοφονία του, ο Gemayel είπε στον Sharon ότι "πρέπει να δημιουργηθούν οι συνθήκες για να αναγκαστούν οι Παλαιστίνιοι να εγκαταλείψουν τον Λίβανο".

Σύμφωνα με τη μαρτυρία ενώπιον της επιτροπής Kahan του Ισραηλινού συνταγματάρχη Elkana Harnof, ανώτερου αξιωματικού των μυστικών υπηρεσιών, οι Φαλαγγίτες του είχαν δηλώσει ότι "η Σάμπρα θα γινόταν ζωολογικός κήπος και η Σατίλα πάρκινγκ». Με λίγα λόγια, ο Sharon και οι δικοί του, γράφει ο Anziska, δεν θα μπορούσαν να μην είχαν καταλάβει ότι η είσοδος των δυνάμεων του Gemayel στα στρατόπεδα προσφύγων θα οδηγούσε σε "μια αδιάκριτη βία που θα ανάγκαζε τους άμαχους Παλαιστινίους να εγκαταλείψουν τα στρατόπεδα, ενώ οι κατοικίες τους θα κατεδαφίζονταν". 'Ενα μέλος της ερευνητικής ομάδας της επιτροπής Kahane κατέγραψε τη μαρτυρία του πατέρα ενός Φαλαγγίτη, ο οποίος έμαθε από τον γιο του ότι πριν από την επιχείρηση ο αρχηγό τους, ο Elie Hobeika, έκανε ένα μπρίφινγκ στους χριστιανούς παραστρατιωτικούς. Τότε, "οι άνδρες κατάλαβαν πως η αποστολή τους ήταν να εξολοθρεύσουν τους νέους Παλαιστινίους, ώστε να αναγκαστεί [ο πληθυσμός] να εγκαταλείψει μαζικά τα στρατόπεδα." Με αυτόν τον τρόπο, όπως τους είπε ο αρχηγός τους, θα πραγματοποιούσαν την τελική πράξη του πολέμου στη Δυτική Βηρυτό που οραματιζόταν ο Bashir." Τα στοιχεία που περιέχονται σε αυτό το βιβλίο αποδεικνύουν, χωρίς την παραμικρή αμφισβήτηση, ότι ο ισραηλινός μηχανισμός ασφαλείας στο σύνολό του είχε πλήρη επίγνωση των προθέσεων του πιστού λιβανέζου συμμάχου του, των Χριστιανών Φαλαγγιτών. Αλλά για τον Anziska, οι σφαγές στη Σάμπρα και στη Σατίλα εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαισίο: στο πλαίσιο της πολιτικής που ακολουθεί το Ισραήλ στο παλαιστινιακό εθνικό ζήτημα στο σύνολό του.

Sylvain Cypel

Orient XXI, 26.10.2018

 

 

'Οψη των καταυλισμών τον Απρίλη του 2003.
'Οψη των καταυλισμών τον Απρίλη του 2003.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σκηνές από την ισραηλινή ταινία Βαλς με τον Μπασίρ (2008), σε σενάριο και σκηνοθεσία Άρι Φόλμαν.  Φωτ. Quora.  Το 1982, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης "Ειρήνη στη Γαλιλαία", ο νεαρός 19χρονος Ari Folman υπηρετούσε στο στρατό. Είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2006, συναντά ένα φίλο της εποχής εκείνης, τον Boaz, που του μίλησε για ένα περίεργο όνειρο που βλέπει κάθε βράδυ εδώ και δύο χρόνια, όπου εμφανίζονται σκυλιά που είχε σκοτώσει στον πόλεμο.

 


Ο Ari προσπαθεί τότε να θυμηθεί εκείνη την περίοδο της ζωής του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ωστόσο, καταφέρνει να ανασύρει από τη μήμη του μια σκηνή που δεν μπορεί να ερμηνεύσει: αυτός και δύο νέοι στρατιώτες βγαίνουν γυμνοί από τη θάλασσα υπό το φως των φωτοβολίδων στον κόλπο της Βηρυτού. Σκέφτεται ότι πρόκειται για σκηνές από τη σφαγή στη Σάμπρα και στη Σατίλα, όπου ο ισραηλινός στρατός κάλυψε τους παραστρατιωτικούς χριστιανούς Φαλαγγίτες του Bachir Gemayel, χωρίς όμως να είναι σίγουρος, χωρίς καν να γνωρίζει αν ήταν πραγματικά κοντά στον καταυλισμό εκείνο το βράδυ της 17ης Σεπτεμβρίου του 1982. Ο Ari Folman αποφασίζει να συναντήσει συντρόφους εκείνης της περιόδου και να τους θέσει ερωτήσεις για τον πόλεμο. Αλλά πρέπει να αποδεχτεί το προφανές: πρώτον, οι φίλοι του δεν καταφέρνουν να θυμηθούν τα πάντα, και δεύτερον, είναι πιθανό πως τα παλιά γεγονότα για τα οποία συζητούν μεταξύ τους αυτοί οι βετεράνοι είτε δεν έγιναν ποτέ είτε αποτελούν ψευδείς αναμνήσεις που δημιούργησε το υποσυνείδητό τους, προκειμένου να συσκοτίσουν τις αναμνήσεις από τις πολύ οδυνηρές σκηνές του πολέμου.

 


 

Σιγά σιγά, ο Ari συλλαμβάνει με διαδοχικές εκλάμψεις σκηνές του πολέμου και της συμμετοχής του σ' αυτό: την επίθεση στο αυτοκίνητο ενός πολίτη, το θάνατο ενός παιδιού που εκτόξευσε μία ρουκέτα πάνω σε ένα τανκ, τα ισραηλινά τανκ που βομβάρδισε η ισραηλινή αεροπορεία, την άδεια που πήρε μετά από έξι εβδομάδες πολέμου ... Αλλά κυρίως, ανακαλύπτει εκ νέου ότι συμμετείχε έμμεσα στη σφαγή, ρίχνοντας φωτοβολίδες από την οροφή ενός κτιρίου για να διευκολύνει το έργο των παραστρατιωτικών.

 

Η ταινία τελειώνει με πολύ ρεαλιστικές εικόνες δανεισμένες από ένα ρεπορτάζ-ντοκιμαντέρ ενός συνεργείου του βρετανικού καναλιού BBC, που μπήκε την επόμενη μέρα της σφαγής μέσα στον καταυλισμό, δείχνοντας παλαιστίνιες γυναίκες σε απόγνωση ανάμεσα στα συντρίμμια και στα πτώματα.
Σκηνές από την ισραηλινή ταινία Βαλς με τον Μπασίρ (2008), σε σενάριο και σκηνοθεσία Άρι Φόλμαν. Φωτ. Quora. Το 1982, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης "Ειρήνη στη Γαλιλαία", ο νεαρός 19χρονος Ari Folman υπηρετούσε στο στρατό. Είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2006, συναντά ένα φίλο της εποχής εκείνης, τον Boaz, που του μίλησε για ένα περίεργο όνειρο που βλέπει κάθε βράδυ εδώ και δύο χρόνια, όπου εμφανίζονται σκυλιά που είχε σκοτώσει στον πόλεμο. Ο Ari προσπαθεί τότε να θυμηθεί εκείνη την περίοδο της ζωής του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ωστόσο, καταφέρνει να ανασύρει από τη μήμη του μια σκηνή που δεν μπορεί να ερμηνεύσει: αυτός και δύο νέοι στρατιώτες βγαίνουν γυμνοί από τη θάλασσα υπό το φως των φωτοβολίδων στον κόλπο της Βηρυτού. Σκέφτεται ότι πρόκειται για σκηνές από τη σφαγή στη Σάμπρα και στη Σατίλα, όπου ο ισραηλινός στρατός κάλυψε τους παραστρατιωτικούς χριστιανούς Φαλαγγίτες του Bachir Gemayel, χωρίς όμως να είναι σίγουρος, χωρίς καν να γνωρίζει αν ήταν πραγματικά κοντά στον καταυλισμό εκείνο το βράδυ της 17ης Σεπτεμβρίου του 1982. Ο Ari Folman αποφασίζει να συναντήσει συντρόφους εκείνης της περιόδου και να τους θέσει ερωτήσεις για τον πόλεμο. Αλλά πρέπει να αποδεχτεί το προφανές: πρώτον, οι φίλοι του δεν καταφέρνουν να θυμηθούν τα πάντα, και δεύτερον, είναι πιθανό πως τα παλιά γεγονότα για τα οποία συζητούν μεταξύ τους αυτοί οι βετεράνοι είτε δεν έγιναν ποτέ είτε αποτελούν ψευδείς αναμνήσεις που δημιούργησε το υποσυνείδητό τους, προκειμένου να συσκοτίσουν τις αναμνήσεις από τις πολύ οδυνηρές σκηνές του πολέμου. Σιγά σιγά, ο Ari συλλαμβάνει με διαδοχικές εκλάμψεις σκηνές του πολέμου και της συμμετοχής του σ' αυτό: την επίθεση στο αυτοκίνητο ενός πολίτη, το θάνατο ενός παιδιού που εκτόξευσε μία ρουκέτα πάνω σε ένα τανκ, τα ισραηλινά τανκ που βομβάρδισε η ισραηλινή αεροπορεία, την άδεια που πήρε μετά από έξι εβδομάδες πολέμου ... Αλλά κυρίως, ανακαλύπτει εκ νέου ότι συμμετείχε έμμεσα στη σφαγή, ρίχνοντας φωτοβολίδες από την οροφή ενός κτιρίου για να διευκολύνει το έργο των παραστρατιωτικών. Η ταινία τελειώνει με πολύ ρεαλιστικές εικόνες δανεισμένες από ένα ρεπορτάζ-ντοκιμαντέρ ενός συνεργείου του βρετανικού καναλιού BBC, που μπήκε την επόμενη μέρα της σφαγής μέσα στον καταυλισμό, δείχνοντας παλαιστίνιες γυναίκες σε απόγνωση ανάμεσα στα συντρίμμια και στα πτώματα.