ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

 

Στις αρχές του Μάη toy 2011, ένα βράδυ, παραμονές εκλογών, παιζόταν ακόμα η παράσταση «Μεσοπόλεμος» από τον θίασο Κανιγκούντα, στην κατοικία-μουσείο του ζεύγους Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού, στην πλατεία Συντάγματος, απέναντι απ' τη φωτισμένη Βουλή. Το έργο στηριζόταν ολόκληρο πάνω σε κείμενα γνωστών και αγνώστων λογοτεχνών του Μεσοπολέμου. Η ηθοποιός Σύρμω Κεκέ, σε μια από τις κορυφαίες στιγμές της παράστασης, φορώντας ένα άσπρο νυφικό, διπλωμένη στα δύο και παλλόμενη, κραύγαζε συγκλονίζοντας τους θεατές με αυτούς τους στίχους:

 

Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και
Aqua Marina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης,
δώστε μου να πεθάνω όλους τους θανάτους.

 

Τα ασυνήθη γυναικεία ονόματα δεν ήταν και τόσο πρωτόφαντα. Εδώ κι ένα χρόνο κυκλοφορούσαν ξανά στο διαδίκτυο, σε blogs, περιοδικά, εφημερίδες και προθήκες βιβλιοπωλείων. Όπως και το όνομα της δημιουργού των στίχων που δονούσαν το σαλόνι των Κατακουζηνών: Μάτση Χατζηλαζάρου ­–ένα από εκείνα τα γυναικεία ονόματα που μεταμορφώνονται σε γητειές μέσα στο χρόνο.

 

Η κυκλοφορία πριν από ένα περίπου χρόνο της βιογραφίας-λεύκωμα του Χρήστου Δανιήλ, με τίτλο «...Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina»,­ για την πολυτάραχη ζωή και το έργο της Μάτσης Χατζηλαζάρου, ανακίνησε το ενδιαφέρον για την πρώτη ελληνίδα ποιήτρια που εφάρμοσε στη γραφή της τις αρχές του υπερρεαλισμού.

 

O Γ.Π. Σαββίδης είχε πει γι' αυτήν πως είναι «η πολυτιμότερη ερωτική ποιήτρια που διαθέτει η γλώσσα μας». Τολμηρή, αισθησιακή και σπάνιας γυναικείας ευαισθησίας ποίηση, όπου συμμετέχουν όλες οι αισθήσεις και παραμένει αξεδιάλυτη από τη ζωή. Είχε πει: «Η ποίησή μας είναι η ζωή» και «τα ποιήματα που αγαπώ, θέλω να τα ζήσω μαζί σου.»

 

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1914 από μεγαλοαστική οικογένεια και νονός της ήταν ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος. Το όνομά της ήταν έμπνευση της ίδιας παιδί, όταν δεν μπορούσε να προφέρει το βαφτιστικό Μαρία-Λουκία. Η οικογένειά της, σταδιακά, θα καταστραφεί ολοσχερώς οικονομικά και η Μάτση θα χάσει και τους δύο γονείς της μέσα διάστημα έξι μηνών. Θ' ακολουθήσουν τρεις αποτυχημένοι γάμοι σε νεαρή ηλικία –ο τρίτος με τον Ανδρέα Εμπειρίκο.

 

Το 1945 θα ταξιδέψει με υποτροφία του γαλλικού κράτους στο Παρίσι, με το θρυλικό Ματαρόα, το πλοίο που μετέφερε μακριά από τον εμφύλιο όλη την αφρόκρεμα της τέχνης και της διανόησης της Ελλάδας. Θα γίνει γνωστή στους λογοτεχνικούς κύκλους εκεί. Θα γνωρίσει και θα ζήσει για χρόνια μαζί με τον ανιψιό του Πικάσο και ζωγράφο Javier Vilató και θα σχετιστεί με τον Κορνήλιο Καστοριάδη. Θα επιστρέψει αργότερα στην Ελλάδα το 1958, θα ξαναφύγει μετά πάλι για το Παρίσι και θα επιστρέψει οριστικά στην Αθήνα το 1973, όπου θα ζήσει πνευματικά απομονωμένη, μέχρι και τον θάνατό της, στις 16 Ιουνίου του 1987.

 

Το 1944 κυκλοφόρησε την πρώτη της συλλογή, το «Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης», στις εκδόσεις  Ίκαρος με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου. «Και να ο έρωτας στην πυρωμένη αποθέωσή του» θα γράψει εμφατικά σε κριτική του ο Αιμίλιος Χουρμούζιος. Ήταν κάτι το ολότελα πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της εποχής:

 

Εχάσαμε τα φρένα μας, γιατί ζητάμε το τραγούδι μας.
Δεν το λένε μονάχα
ούτε ελευθερία,
ούτε έρωτα,
ούτε πέος,
ούτε βλάστηση, γονιμοποίηση
ούτε σχήμα,
ούτε πάθος,
ούτε και πόνο.

 

Έγραψε ακόμα τις συλλογές «Δυο διαφορετικά ποιήματα», «Κρυφοχώρι», «Τα λόγια έχουν κρόσσια», «Εκεί-πέρα εδώ», «7 x 3» και «Το δίχως άλλο-αντίστροφη αφιέρωση». Τα χρόνια που ζούσε στο Παρίσι έγραψε και στα γαλλικά  τα «Cinq fois» (με έξι χαλκογραφίες του Vilató) και "La Frange des mots".

 

Ήταν μια γυναίκα πρωτοπόρος απ' όλες τις απόψεις. Όχι μόνο η πρώτη που εφάρμοσε τις νεωτερικές τάσεις της γενιάς του '30 αλλά και η πρώτη που με τόση αμεσότητα ξεδίπλωσε τη γυναίκεια ερωτική φύση, χωρίς, ωστόσο, ίχνος χυδαιότητας. Πρέσβευε μια άλλη θηλυκότητα, απαλλαγμένη από τις σεμνοτυφίες και τους ψευδορομαντισμούς του Μεσοπολέμου. Η ιδιαιτερότητα αυτή για μια γυναίκα και μάλιστα στα χρόνια μετά τον πόλεμο δεν μπορεί παρά να στοίχιζε κάτι παραπάνω.

 

 

 

Στη μοναδική δημοσιευμένη συνέντευξή της, που έδωσε στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο για την «Ελευθεροτυπία» το 1986 λέει:

«Όταν εγώ έγραψα το «Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης», οι μεγαλύτεροί μου με θεωρούσαν τελείως ανήθικη. (Σ.Τ: Ανήθικη ως προς τι;) Ήταν τα χρόνια του πολέμου. Το να ομολογείς τον έρωτά σου για έναν άντρα, με τον δικό μου άγνωστο τρόπο, θεωρείτο πολύ ανήθικο».

 

Πώς να μην θεωρηθεί ανήθικη μια γυναίκα για τα ήθη της εποχής, όταν, εν έτει 1944, έχει την τόλμη να γράφει:

 

Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που' ναι ριγμένες

επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα.

 

Αν ένα ποίημα αποτελεί την κορύφωση της ποίησής της, αυτό είναι η «Αντίστροφη αφιέρωση», από την τελευταία της συλλογή «Το δίχως άλλο. Αντίστροφη αφιέρωση – dédicace à rebours, Κείμενα, 1985», γραμμένο παράλληλα και στα γαλλικά. Αν και δεν το δήλωσε ποτέ καταφανώς, το ποίημα αποτελεί ευθεία αναφορά στη σχέση της με τον Ανδρέα Εμπειρίκο.

 

Η Μάτση θα γνωρίσει τον Εμπειρίκο με αφορμή την ψυχανάλυση, θα ζήσουν ένα θυελλώδη έρωτα που θα καταλήξει σε γάμο και αυτός θα την εισάγει στον υπερρεαλισμό και στην ποίηση. Και θα χωρίσουν τέσσερα χρόνια αργότερα όταν εκείνη θα τον εγκαταλείψει για τον ποιητή Ανδρέα Καμπά. Μετά και τον δεύτερο γάμο του Εμπειρίκου το 1947 με τη Βιβίκα Ζήση, η Μάτση δε θα συναντηθεί ποτέ ξανά μαζί του, ούτε όταν θα επιστρέψει στην Αθήνα. Ο Εμπειρίκος πεθαίνει το 1975 και δέκα χρόνια μετά η Μάτση θα γράψει την «Αφιέρωση».

 

Τι μπορεί να έκανε την 71χρονη τότε Μάτση να γράψει αυτό το ποίημα, μετά από τόσα χρόνια; Όπως ανέφερε η ίδια στην συνέντευξη στην «Ελευθεροτυπία»: «Είχα μια κουβέντα μια μέρα με την Μαργκερίτ Γιουρσενάρ και της είπα: «Ίσως είμαστε πολύ εγωιστές, και όχι όσο πρέπει γενναιόδωροι όταν έχουμε ένα παράπονο με κάποιον». Το αναμόχλευσα αυτό μέσα μου και σκέφτηκα ότι έδειξα τρομερή έλλειψη γενναιοδωρίας μ' ένα πρόσωπο. Η «Αντίστροφη αφιέρωση βγήκε σαν ένα ευχαριστήριο...»

 

Και «αντίστροφη», άραγε, γιατί; Επιστρέφει σε ένα μακρινό παρελθόν για να αποτίσει φόρο τιμής; Ανταπαντά σε παλιότερη αφιέρωση που της έχει γίνει; Υπακούει σε κάποια αόρατη ανάστροφη πορεία; Μπορεί και όλα αυτά μαζί.

 

Οι εκατέρωθεν ποιητικές αφιερώσεις έχουν στήσει ένα περίεργο παιχνίδι από νωρίς. Η πρώτη της συλλογή «Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης» είναι αφιερωμένη «στον Αντρέα». Σε ποιον Αντρέα; Η Μάτση έχει ήδη χωρίσει από τον Εμπειρίκο, όταν δημοσιεύει τα ποιήματά της και έχει σχέσεις με τον Καμπά. Ίσως και γι' αυτό επιλέγει το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου. Εσκεμμένα θολώνει τα νερά και δεν αποσαφηνίζει τον αποδέκτη. Οι απόψεις διίστανται. Άλλοι έλεγαν τον Εμπειρίκο, άλλοι και τους δύο. Αλλά και το ίδιο το ψευδώνυμο Ανδρέου, σαν δηλωτικό ερωτικής κτήσης, είναι αρκετά συγκεχυμένο.

 

Ένα χρόνο μετά από αυτή τη συλλογή ο Εμπειρίκος εκδίδει την «Ενδοχώρα», που περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα τον καιρό της σχέσης τους και την αφιερώνει στη Μάτση, παρ' όλο που τον είχε ήδη εγκαταλείψει. Και αργότερα, το 1960, στα «Γραπτά ή προσωπική μυθολογία», αν και όλο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη δεύτερη γυναίκα του, δύο από τα κείμενα, τα «Γήπεδον» και «Τόπος τοπείου» θα είναι αφιερωμένα στη Μάτση.

 

Όλη αυτή η περικοκλάδα των αφιερώσεων ίσως εξηγείται μόνο αν σκεφτούμε πως είναι άλλο πράγμα η βίωση του ερώτα, άλλο η απουσία, άλλο ο απολογισμός του, άλλο το απόσταγμα της γραφής και άλλο η αναθεώρηση της γραφής. Γι αυτό και οι καλλιτεχνικές και άλλες αφιερώσεις είναι υποχρεωτικά αντίστροφες και ερμηνεύονται –αν ερμηνεύονται– πάντα a posteriori.

 

 

 

Η «Αντίστροφη αφιέρωση» είναι μακροσκελές ποίημα και σπάνια παρατίθεται ολόκληρο αλλά έτσι σπάνια γίνεται αντιληπτός και ο θαυμαστός ρυθμός του. Ξεκινά σαν χαμηλόφωνη πρόζα και μετά ξεσπά το «τραγούδι» που ανεβαίνει σε κρεσέντο, μέχρι τη στιγμή της κορύφωσης και το καταλάγιασμα:

 

 

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΑΦΙΕΡΩΣΗ

 

Για κείνον με την αντρίκια φωνή-ματιά και με χέρια μεγάλες φτερούγες που δεν τις ξεχνάω    το απόγεμα είπες    τριάντα χρόνια σε περίμενα    κι ένιωσα πρώτη φορά «le vierge le vivace et le bel aujourd’hui»    μετά έντονος αέρας αγάπης άνοιξε διάπλατα ένα παράθυρο μέσα μου και μπήκανε μεγάλες σταγόνες αγαλλίασης καθώς ο νοτιάς έστριβε βουίζοντας απ’ τη γωνιά της καρδιάς μου    το σώμα είναι χώμα    διψασμένο από σένα έμαθε τις πλημμύρες του έρωτα    πολλά νομίζω θα μιλήσω τώρα πολλά που φύλαγα σε μια κρυψώνα    θα τ’ απλώσω εδώ όσο μπορώ καλύτερα και ό, τι θέλει ας γενεί    στοές θα σκάψω κάτω πάνω μέσα απ’ τα λόγια   τι συνεννόηση θα’ χουμε αλλιώτικα    ήρθανε βλέπεις κι έδεσαν στις δικές μας σημαδούρες ξένοι με διαφορετικές γλώσσες    πως τρυπώνω τα χέρια μου παραμάσχαλα αναμένοντάς σε τις νύχτες όταν κρυώνω    έτσι αυτή τη στιγμή έχωσα εδώ και θα χώνω αλλού λέξεις κλεμμένες ή δικές μου που σου αρέσανε για να σε χαϊδεύει η μουσούδα του γραφτού μου    πάλι ό, τι βρω δικό σου θα το φάω θα το τραγανίσω θα το καταπιώ ώσπου μιαν ώρα μες στο λιοπύρι θα μου βγει αχνός ίδρωτας πάνω απ’ το στόμα    θα’ θελα ν’ ακουμπήσω δίπλα σου κι άλλα της εκλογής μου    μέρη μέρη διάσπαρτα με ασφόδελους ή μεγάλες άγριες μαργαρίτες και πιο πέρα έναν τεράστιο κέδρο του Λίβανου    αλλού πάλι να’ χει αμμόλοφους με σπόνδυλους από δωρικές κολόνες αραδιασμένους χάμω    θα’ σου έρθει κείνο το κυβικό κλουβί που σου’ χω τάξει με μικρά κόκκινα γαρίφαλα μέσα να πετάνε πέρα δώθε τραγουδώντας φλογερά    και σαν λαχανιάζω από τον πολύ οίστρο θα’ θελα τότε οι κουβέντες μου να’ ναι για σένα ξόμπλια όμοια με πέρδικας φτερά    θα’ θελα μερικά από τ’ αστεία που μαζί ξαναφέρναμε (α εκείνες οι συμπαιγνίες) να χαμογελάνε ακόμα με λακκούβες στην άκρη των χειλιών    θα’ θελα να είχαμε πάει οι δυο μας στην πόλη άλλοθι όλων των σύννεφων    θα’ θελα όταν τα σανίδια κάτω στο πάτωμα τρίζουνε ξαφνικά τη νύχτα την ίδια ώρα που τα έπιπλα και η κασέλα αντιλαλούν    θα’ θελα να δημιουργείται το γνωστό έργο της συγκεκριμένης μουσικής που λέγεται «κοντσέρτο για έναν άνθρωπο μόνο»    θα’ θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο    θα’ θελα όποιοι και να’ ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις    να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες    να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα    μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε

 

θα' θελα    μα πόσο θα' θελα    ναι θα' θελα    αμέσως    τώρα τώρα

θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο τη σύνταξη για να σε τραγουδήσω όπως

έμαθα στο Παρίσι

 

εσένα σ' έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς

εσένα σ' έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ' ωρίμασε η θάλασσα

σ' ερωτεύω

σε ζηλεύω

σε γιασεμί

σε καλπασμό αλόγου μες στο δάσος το φθινόπωρο

με φοράω νέγρικο προσωπείο για να μας θέλεις εσύ

με κεντρίζεις μεταξένια    άσπρο μου κουκούλι

με κοιτάζεις    πολύ προσεκτικά

tu m' abysses

tu m' oasis

je te gougouch

je me tombeau bientôt

εσένα σ' έχω δέκα ανθρώπους του Giacometti

σ' έχω κόνδορα καθώς απλώνεσαι πάνω από τις Άνδεις

σ' έχω θάλασσα γύρω τριγύρω από τα νησιά του Πάσχα

εσύ σπλάχνο μου πως με γεννάς

σε μίσχος

σε φόρμιγξ

με φλοισβίζεις

σε ζαργάνα     α μ' αρέσει

δυο κροταλίες όρθιοι στρίβουν και ξαναστρίβουν γλιστρώντας ο ένας γύρω

απ' τον άλλο    όταν σταματήσουν    η περίπτυξή τους είναι το μονό-

γραμμά σου

tu m' es Mallarmé Rimbaud Apollinaire

je te Wellingtonia

je t'ocarina

εγώ σε Τσεπέλοβο Πάπιγκο Ελαφότοπο

εγώ σε Βίκο με τα γιοφύρια του κει που διαβαίνει ο χρόνος

σ' έχω πει και ψέματα για να τους ξεγελάσουμε

εγώ σ' έχω άρωμα έρωτα

σ' έχω μαύρο λιοντάρι

σε ονειροβάτησα μαζί μου ως το γκρεμό

εσέ ασύλληπτο θυμάμαι και τον ύπνο μου χάνω

εσύ μάχες και ένσαρκα άλογα του Uccello

εσύ δωρητής (δεξιά κάτω της εικόνας) εκείνου του μικρού κίτρινου αγριο-

λούλουδου

εσύ κένταυρου ζέση

εσύ συντεχνία ολάκερη που έργα ποιείς διαβαίνοντας εν τη ανωνυμία

je te ouf quelle chaleur

tu m' accèdes partout    presque

je te glycine

εσύ φεγγάρι που ένα σύννεφο αναβοσβήνει

εσύ δε βαριέσαι παράτα το το σύμπαν    έτσι που το' χουμε αλαζονήσει

και δαύτο πώς να συναντηθούμε ποτέ

εσύ σε τρυφερό λόγο με το λόγο    έτσι δεν είναι πες

εσύ σελίδα μου

εσύ μολύβι μου    ερμηνευτή μου

σε ανοίγω συρτάρια

πώς γιατί δεν ήρθες τόσες φορές

σε ξεμάκρυνα εγώ λέω τώρα

δίχως τέλος λυπάμαι

σε κρυάδα γνώρισες ποτέ την καρδιά μου

σε μιαν έκπαγλη χρονιά ανταμώσαμε

σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια

σε ακούω από δω από κει

σε σιωπώ μες στην απέραντη τρυφερότητα

σιγά σιγά να καταλαγιάσουμε

όλα δεν τα' χω πει

ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ

 

7.2.1985

 

 

Έτσι συναισθανόμαστε τον τρόπο που η Μάτση μιλούσε για τον έρωτα, όπως δεν είχε μιλήσει κανείς πριν, ξεκινώντας από τον σουρεαλισμό για να καταλύσει στο τέλος και αυτόν. «Ξεμαλλιάζει» την σύνταξη, εξαφανίζει τα ρήματα, μεταλλάσει τις πτώσεις, θωπεύει τις αντωνυμίες για να ανασυστήσει την έλλογη ερωτική «αταξία». Το μόνο που μένει μετά από όλα αυτά είναι το ΣΕ σαν ερωτικό αντικείμενο και το ισοδύναμο αποτέλεσμά του. Από το Εγώ στο Εσύ η διαδρομή και από το αρχικό γενικόλογο «θα' θελα» στο συγκεκριμένο «σε».

 

Ένα υπερπόντιο ταξίδι-καταγραφή της τοπιογραφίας του έρωτα, σε μια ειδυλλιακή προσομοίωση από αέναες μεταμορφώσεις κάνει η Μάτση, χαρτογραφώντας τα αδιόρατα όρια του πάθους: tu m' abysses - tu m' oasis. ­–­η όαση που παραστέκει στην άβυσσο. Ένα ευχαριστήριο, όπως είπε και η ίδια, που προσφέρεται σαν ανάθημα στον «δωρητή» της. Και μικρά μικρά τάματα-ψηφίδες συνθέτουν ό, τι ενσαρκώνει και ό, τι εμπνέει. Σαν να λέει είσαι τα μέρη που έζησα –πάτρια και αλλότρια– οι πίνακες που αγάπησα, οι μυρωδιές που οσφράνθηκα και τώρα επιστρέφω πίσω για να αναγνωρίσω σε όλα αυτά Εσένα. Τα πρόσωπα, ίδια και παραλλαγμένα: Με, Σε, εγώ, Εσύ, Me, te, je –διαρκώς αλληλοπλέκονται σε μια οργιαστική συνουσία των πτώσεων.

 

Ανασυσταίνει τον έρωτα σε ένα μόνιμα «παρόντα» χρόνο που είναι και «τώρα» και αλλοτινό «τώρα» αλλά όχι «χθες». Αυτή η αμεσότητα σίγουρα δε θυμίζει καθόλου παρελθόν. Κι ας λέει πως «σε ληστεύω από αλλουνού τα χέρια», από το θάνατο δηλαδή. Υπάρχουν σαφή σημεία που αναφέρονται στον αποδέκτη της αφιέρωσης αλλά μένουν στο παρασκήνιο, τόση είναι η σφοδρότητα που παραμερίζει κι αυτόν.

 

Λέξεις γήινες που εκπλήσσουν με τη ζωικότητα τους (μουσούδα, ξεμαλλιάσω, κουκούλι, σπλάχνο), ήταν συνηθισμένος τόπος  για την Μάτση. Εκεί που έμοιαζε ολότελα αιθέρια, παραδομένη στον λυρισμό, ξάφνου λέξεις που έσφυζαν από ζωή έδειχναν μια φλέβα που χτυπούσε.

 

Στο τέλος της ζωής και του έργου της, δύο χρόνια μόλις πριν το θάνατό της, η Μάτση βρίσκει έναν τρόπο να συγκλίνουν κάπου όλα της τα ποιήματα, οι έρωτες , τα τραγούδια, τα ταξίδια, οι πόθοι της. Σε μια άγρια αλλά κατασταλαγμένη εξομολόγηση, όπου δεν περισσεύει τίποτα και δεν υπολείπεται τίποτα. Κι ας λέει: «όλα δεν τα' χω πει».

 

Και μετά από αυτόν τον χειμαρρώδη λόγο, έρχεται στο τέλος η διαπίστωση: ΜΕ ΕΚΡΙΖΩΝΕΙΣ. Που μπορεί να είναι ταυτόχρονα ο θάνατος αλλά και η γέννηση: το οριστικό ξεθεμέλιωμα από το παλιό.

Για να θυμηθούμε τέλος κι έναν άλλο στίχο από την πρώτη της συλλογή:

 

Κι είναι η γητειά, απ' την κούνια μου ως τον τάφο οι στεναγμοί

μου εκείνοι που γεννάνε το θαύμα.

 

Ήταν γι' αυτό ακριβώς το κύκνειο άσμα που ο Γ.Π. Σαββίδης θα της δηλώσει σε επιστολή του πως παρέμενε η «πολυτιμότερη ερωτική ποιήτρια που διαθέτει η γλώσσα μας». Αν και η ίδια ένα χρόνο μετά θα αναρωτιέται: «Ποιος θα ενδιαφερθεί άλλωστε για μένα σε 10-20 χρόνια;». Λες και προμάντευε την λήθη που την κύκλωνε. Το κλειστοφοβικό κλίμα τον καιρό που ζούσε στην Ελλάδα, η απουσία ετών στο Παρίσι, οι συνεχείς μετοικήσεις και μια εκ του φυσικού ανένταχτη στάση της ίσως της στέρησαν για καιρό την αναγνώριση που της έπρεπε.

 

Αλλά σήμερα μοιάζει πιο ζωντανή από ποτέ και επιστρέφει όλο και πιο συχνά τελευταία. Γιατί όπως είχε πει γι' αυτήν και ο Μάνος Χατζιδάκις, που έτρεφε απεριόριστη εκτίμηση για την «Μάτση των ονείρων»: «τα αληθινά κορίτσια δεν χάνονται ποτέ. Δεν τ' αρπάζει ο καιρός. Ξανάρχονται με τη μορφή βιβλίων, προσευχών και τραγουδιών»...

 

 

 

Τα στοιχεία για τη ζωή της Μάτσης προέρχονται από το βιβλίο του Χρήστου Δανιήλ «...Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina, Μάτση Χατζηλαζάρου, Η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια», από τις εκδόσεις Τόπος.

Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της Μάτσης Χατζηλαζάρου «Ποιήματα 1944-1985» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.