Η ΣΥΡΙΑ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΜΕΡΙΚΗ

«Αυτό που γίνεται στη Συρία είναι η εξέγερση ενός λαού που καταπιεζόταν για πάνω από 40 χρόνια από την κυβέρνηση του Χαφέζ Αλ Άσαντ και τώρα από το γιο του Μπασάρ αλ Άσαντ, που βρίσκεται στην εξουσία. Όταν ξεκίνησε η εξέγερση ο λαός ζητούσε να αλλάξουν 2 νόμοι του Συντάγματος. Ο νόμος "εκτάκτου ανάγκης" που προέβλεπε αυθαίρετα συλλήψεις και φυλακίσεις και ο νόμος για τα ΜΜΕ, την ελευθερία και την έκφραση. Φαντάσου σε κάποιο γνωστό μου υποψιαστήκαν ότι πάτησε την εικόνα του προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ, τον μάζεψαν, του έβγαλαν όλα τα νύχια, όλα τα δόντια και μετά τον άφησαν ελεύθερο, μόνο και μόνο επειδή είχαν υποψία».

 

«Η απάντηση του καθεστώτος στην αντίδραση του κόσμου ήταν σφαίρες. Αφού είδαν πως ο κόσμος δε φοβήθηκε, υπαναχώρησαν και είπαν πως θα τα αλλάξουν όλα μέσα σε ένα χρόνο. Μετά από τις αιματοχυσίες, οι απαιτήσεις του κόσμου άλλαξαν από τους 2 νόμους σε αποχώρηση του Μπασάρ αλ Άσαντ και του καθεστώτος από την εξουσία. Αξίζει να σημειωθεί ότι άλλαξε το Σύνταγμα μέσα σε 15 λεπτά για να αναλάβει πρόεδρος ο Μπασάρ αλ Άσαντ –όταν πέθανε ο πατέρας του το 2000».

 

«Κάθε 7 χρόνια γίνονται εκλογές στη Συρία και λίγο πριν τις εκλογές λαμβάνουν γράμματα οι Σύροι για το εάν θέλουν τον Άσαντ πρόεδρο ή κάποιον άλλον. Αυτά τα γράμματα εννοείται πως δεν φτάνουν σε όλα τα σπίτια και σε όσα σπίτια πηγαίνουν, οι άνθρωποι φοβούνται ν' αντιδράσουν και να διαφωνήσουν. Με αυτό τον τρόπο γίνεται πρόεδρος ο Άσαντ με τεράστια πλειοψηφία 97% χωρίς να πάει ο κόσμος στις κάλπες... Επίσης, στη Συρία η μοναδική εταιρία τηλεπικοινωνιών και ίντερνετ ανήκει στο ξάδερφο του Άσαντ. Μία εβδομάδα μπορεί να μην έχει καθόλου ίντερνετ και τηλέφωνο και την άλλη να έχει για 1 ώρα. Το "ανοιγοκλείνουν" όποτε θέλουν».

 

«Στη Συρία υπάρχουν πάνω από 17 σώματα ασφαλείας. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να βγαίνουν στους δρόμους και να διαδηλώνουν υπέρ του Άσαντ στις επετείους. Δεν τολμούν αν δεν βγουν. Όλοι φοβούνται το καθεστώς. Υπάρχει κλίμα τρόμου».

 

«Έχω σκεφτεί πολλές φορές να πάω να πολεμήσω στο πλάι των αντικαθεστωτικών, αλλά δε με χρειάζονται. Δε χρειάζονται άτομα αλλά εξοπλισμό. Από την άλλη έχω σκεφτεί πως παίρνοντας το πτυχίο μου θα μπορούσα να προσφέρω μια πιο ουσιαστική βοήθεια. Αντιλαμβάνομαι, πάντως και όλα όσα έχουν κάνει οι αντικαθεστωτικοί. Αναφέρομαι στα βίντεο που δείχνουν ότι εκτελούν αιχμάλωτους στρατιώτες. Εμφύλιος πόλεμος είναι, πάντα γίνονται αγριότητες».

 

«Είμαι υπέρ της παρέμβασης της Αμερικής στη Συρία έτσι ώστε ν' αποδυναμωθεί το καθεστώς του Άσαντ. Και αν δε θέλει, να παρέμβει, ας δώσει όπλα στους αντικαθεστωτικούς. Καμία από τις δύο πλευρές δεν θα κάνει πίσω: είτε καθεστωτικοί είτε οι αντικαθεστωτικοί. Ή θα συνεχιστεί επ' άπειρο αυτή η κατάσταση μέχρι να εξαντληθούν και οι δύο πλευρές ή θα γίνει εξωτερική παρέμβαση. Τα τελευταία 2,5 χρόνια κάθε μέρα σκοτώνονται 100 άτομα, έχουν σκοτωθεί πάνω από 100.000 ενώ εκατομμύρια Σύροι φεύγουν και πηγαίνουν Ιορδανία ή Λίβανο. Πέρα από τα όπλα και τις βόμβες, χιλιάδες πεθαίνουν από την πείνα και τις αρρώστιες. Δεν ξέρουν τι θα τους ξημερώσει. Συνέχεια γίνονται επιδρομές και εκρήξεις που ρίχνουν τα καθεστωτικά μαχητικά. Απαιτείται παρέμβαση για ανθρωπιστικούς λόγους. Από την άλλη πηγαίνω λίγο πίσω στην ιστορία και σκέφτομαι ότι σε όποια χώρα εισέβαλε η Αμερική, ήρθε η καταστροφή».

 

«Μόλις είδα τις εικόνες με τα νεκρά παιδιά με τα χημικά, ένιωσα θλίψη η οποία δε μπορεί να δώσει πίσω το ελάχιστο σ' αυτούς τους ανθρώπους. Πιάνεται η ψυχή μου. Είναι σοκαριστικό και ντροπιαστικό να συμβαίνουν τέτοια πράγματα στον 21ο αιώνα και να μένουν όλοι άπραγοι».

 

«Στη Συρία τώρα μένουν ο πατέρας μου, η οικογένειά του και η οικογένεια της μητέρας μου. Έχουν φτιάξει καταυλισμούς σε σχολεία -φοβάσαι να μείνεις σπίτι σου, δε ξέρεις πότε θα έρθει βόμβα. Στα σχολεία είσαι λίγο πιο ασφαλείς, δύσκολα να τα χτυπήσουν. Πολύς κόσμος θέλει να φύγει τώρα από τη χώρα αλλά δεν έχει χρήματα. Οι περισσότεροι έχουν πολλά παιδιά και είναι δύσκολη η μετακίνησή τους».

 

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΤΟ ΞΥΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟ


«Έχω γεννηθεί το 1987. Ο πατέρας μου ήταν στην Ελλάδα από το 1991 και γύρισε πίσω το 1998. Τα 3 αδέρφια μου και εγώ και ζούσαμε στο σπίτι της γιαγιάς μας μαζί μ' έναν θείο και μια θεία μου, με τους οποίους δε τα πηγαίναμε καλά. Ο πατέρας μου εκείνη την περίοδο δεν είχε καλές σχέσεις με τη μητέρα μου με αποτέλεσμα η γιαγιά μου να μην μας αφήνει να τη βλέπουμε και ας έμενε σχετικά κοντά μας. Δύσκολα πράγματα. Οι θείοι μου και η γιαγιά μου μας χτύπαγαν συνέχεια και χωρίς κανένα λόγο».

 

«Όποιος από τα αδέρφια μού ή εγώ πήγαινε να δει τη μητέρα μας ή της μίλαγε στο δρόμο έτρωγε ξύλο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια μέρα είχε έρθει η μάνα μου να με δει στο σχολείο και να μου μιλήσει αλλά εγώ άρχισα να τρέχω και να τις πετάω πέτρες. Φοβόμουν το ξύλο από αυτούς. Το θυμάμαι και δακρύζω. Μετά αποφάσισα με τ' αδέρφια μου να δραπετεύσουμε. Το κάναμε. Μείναμε για ένα βράδυ σε ένα εγκαταλελειμμένο μαγαζί και το πρωί μας βρήκαν οι ιδιοκτήτες του χώρου, μας πήγαν σπίτι τους, μας έβαλαν πρωινό και μας άφησαν να κοιμηθούμε. Μετά βέβαια επιστρέψαμε στην οικογένεια του πατέρα μου όπου και συνεχίστηκε το ξύλο. Τελικά επειδή η μητέρα μας θα έφευγε για Ελλάδα μπήκαμε σε ένα ορφανοτροφείο το 1994 για 2 χρόνια για να είμαστε πιο ασφαλείς. Μετά από 2 χρόνια και αφού η γιαγιά μου είχε φάει κράξιμο από τους συγγενείς: "σου στέλνει λεφτά ο γιος που είναι στην Ελλάδα και εσύ έχεις τα παιδιά στο ορφανοτροφείο", ήρθε και μας ανάγκασε να φύγουμε. Η επιστροφή στο σπίτι της είχε πολύ ξύλο. Καλύτερα να μέναμε στο ορφανοτροφείο».

 

«Το 1998 ήρθε ο πατέρας μου και η μητέρα μου από την Ελλάδα να μας δει. Τότε η γιαγιά μου του είπε να μας πάρει μαζί του, σε διαφορετική περίπτωση θα μας πέταγε στο δρόμο. Ο πατέρας μου, μη μπορώντας να πείσει τη γιαγιά μου ότι θα μας έπαιρνε νόμιμα με οικογενειακή επανένωση, έμεινε Συρία και έχασε την άδεια διαμονής που είχε για την Ελλάδα. Τότε αποφασίσαμε να έρθουμε όλοι μαζί παράνομα. Για να μαζέψουμε όλο το ποσό που χρειαζόταν για να φύγουμε, νοικιάσαμε το σπίτι μας σε κάποιους για 2 χρόνια, με την προϋπόθεση να καταβάλλουν όλο το ποσό μπροστά. Έτσι πήγαμε και μείναμε στο σπίτι της γυναίκας του διακινητή, ενώ ο πατέρας μας με τους άλλους άντρες σε άλλο σπίτι, περιμένοντας να φτιάξει ο καιρός για να ξεκινήσουμε το ταξίδι. Αυτό έγινε μετά από καμιά βδομάδα».

 

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

«Πήγαμε σε μια παραλία, μπήκαμε σε μια βάρκα, από εκεί σ' ένα γιότ. 90 άτομα ήμασταν. Ανάμεσα μας και πολλά μωρά. Εγώ ήμουν 11 χρονών τότε, ήταν το 1998. Από τη Σύρια, Λίβανο και μετά Κρήτη. Ταξιδεύαμε για 5-6 μέρες. Εγώ δε μπορούσα να φάω ή να πιώ τίποτα από την πρώτη μέρα. Οτιδήποτε το ξερνούσα. Ήταν κι άλλοι στην ίδια κατάσταση. Το σκάφος χάλαγε συχνά και έμενε ακίνητο για πολύ ώρα μέχρι να φτιαχτεί. Έκανε κρύο και έβρεχε. Την τρίτη μέρα είδαμε από μακριά φώτα, ο καπετάνιος μας ανακοίνωσε πως φτάσαμε, αλλά μόλις πλησιάσαμε αρκετά είδαμε πως ήταν δύο πολύ μεγάλα πλοία από τα οποία ζητήσαμε βοήθεια, αλλά μας την αρνήθηκαν... Μερικές ώρες πριν φτάσουμε, ο καπετάνιος μας είπε πως από δω και πέρα θα πηγαίνουμε με μέγιστη ταχύτητα και ή θα φτάσουμε ή θα πνιγούμε. Φτάσαμε στην Κρήτη. Όταν πλησίαζε να δέσει χτύπησε το σκάφος ένα μεγάλο κύμα και άρχισε να μπάζει νερά ο κόσμος πηδούσε από το σκάφος και κολυμπούσε προς τη στεριά που ήταν κοντά. Εγώ πήδηξα τελευταία στιγμή. Βγαίνοντας στην παραλία, συνάντησα τα αδέρφια μου και τους γονείς μου. Χωριστήκαμε από τους υπόλοιπους συνταξιδιώτες. Ο καθένας πήρε το δρόμο του... Περπατούσαμε μέσα στα βουνά. Κοιμηθήκαμε την πρώτη νύχτα σε μια σπηλιά. Την επόμενη μετά από πολύ περπάτημα και δυσκολίες, φτάσαμε στο λιμάνι του Ηρακλείου και πήραμε πλοίο για Πειραιά».

 

Η ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ

«Τον πρώτο χρόνο στην Ελλάδα, πηγαίναμε με τον αδερφό μου και πουλούσαμε κάλτσες στη λαϊκή. Μετά πουλούσαμε ρούχα που παίρναμε από τους Κινέζους. Τα άλλα δύο αδέρφια μου πουλούσαν ρολόγια, αναπτήρες και παιχνίδια σε άλλο πάγκο. Μετά τη λαϊκή πηγαίναμε στην Ομόνοια, στη Σταδίου έξω από την Εθνική τράπεζα και καθόμασταν ως αργά το βράδυ. Μετά από κανένα χρόνο η μάνα μας αποφάσισε να μας στείλει σχολείο σε αντίθεση με τον πατέρα μου που του άρεσε να κάθεται και να μας παίρνει τα λεφτά. Έτσι ξεκινήσαμε το σχολείο οι τρεις. Ο τέταρτος συνέχισε στη λαϊκή και πολλές φορές μετά το σχολείο πήγαινα και τον βοηθούσα. Στην αρχή στο 5ο και μετά στο 33ο Αθηνών στην Κυψέλη. Ξεκίνησα από την πέμπτη δημοτικού. Στην αρχή στο σχολείο δεν καταλάβαινα τίποτα».

 

«Στο σχολείο ο διευθυντής με έπαιρνε 2 ώρες κάθε μέρα στο γραφείο του και μου μάθαινε ελληνικά ενώ τα αδέρφια μου ήταν σε γκρουπ με άλλους μετανάστες, κυρίως από την Αλβανία και άλλο δάσκαλο. Έτσι έμαθα ελληνικά, με τη βοήθεια βέβαια των συμμαθητών μου αλλά και των άλλων δασκάλων. Στο σχολείο ποτέ δεν δέχτηκα ρατσισμό επειδή είμαι ξένος. Μόνο αγάπη και βοήθεια».

 

«Γύμνασιο πήγα στο 72ο, λύκειο ξεκίνησα στο 39ο αλλά λόγω οικονομικών προβλημάτων συνέχισα σε νυχτερινό, 1ο εσπερινό λύκειο, απ' όπου και πέρασα στο Πανεπιστήμιο: Μηχανολόγων μηχανικών και Αεροναυπηγών Πάτρα. Στο λύκειο δούλευα το πρωί οικοδομή, το βράδυ σχολείο».

 

«ΕΜΕΝΑ ΣΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ»

«Όταν πέρασα Πάτρα ήρθα με το αυτοκίνητο του πατέρα μου πρώτη μέρα. Έχασα τις εγγραφές και δεν είχα που να μείνω ούτε λεφτά για ξενοδοχείο. Όμως δεν ήθελα να γυρίσω σπίτι με τους γονείς μου. Έχουμε πολλά προβλήματα και ενδοοικογενειακή βία. Οπότε αποφάσισα να μείνω στο αυτοκίνητο, να γραφτώ και να κάνω αίτηση για την Εστία. Κοιμόμουν στο πίσω κάθισμα και κάλυπτα τα τζάμια για να μη με βλέπουν. Καμιά φορά ξύπναγα τα ξημερώματα από το κρύο και έβαζα μπρος το αυτοκίνητο να ζεσταθώ. Τα σαββατοκύριακα πήγαινα στη Ζάκυνθο σε μια φίλη για να κοιμηθώ και να πλυθώ σαν άνθρωπος. Δεν είχα πολλούς φίλους τους απέφευγα και τους έλεγα ψέματα ότι μένω σε ξενοδοχείο. Τελικά το Δεκέμβρη του 1ου έτους έγινε δεκτή η αίτησή μου για την Εστία».

 

«Στη Σύρια ξαναπήγα το 2011 και είχα μούσια και φορούσα αθλητικά  και όλοι μου έλεγαν να πάω να ξυριστώ  γιατί αλλιώς θα με μαζέψουν».

 

PRAKSIS

«Στην PRAKSIS είμαι κοινωνικός διαμεσολαβητής (διερμηνέας) της Αραβικής γλώσσας στο Drop- In Centre (Κέντρο Ημέρας για ασυνόδευτους ανήλικους) στην Πάτρα. Ιατροφαρμακευτική στήριξη, νομική συμβουλευτική, ψυχοκοινωνική στήριξη, ενημέρωση για τα δικαιώματα τους, εξεύρεση και παραπομπή σε ξενώνες ανηλίκων, δημιουργική απασχόληση είναι μερικές από τις υπηρεσίες που παρέχονται το Κέντρο. Βοηθάμε όσο περισσότερο μπορούμε... Είναι άσχημο να βλέπεις ασυνόδευτους ανήλικους να ζουν στο δρόμο και να τρώνε από τα σκουπίδια και εσύ το μόνο που κάνεις είναι να δίνεις "ασπιρίνες" γιατί κακά τα ψέματα, τα προβλήματα αυτών των ανθρώπων είναι πολύ μεγαλύτερα και είναι αδύνατο να βρεις λύσεις. Πάντως και αυτές οι "ασπιρίνες" είναι τόσο σημαντικές στην κατάσταση που βρίσκονται».

 

ΠΑΡΟΝ, ΜΕΛΛΟΝ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ

«Η μαμά μου ζει στην Αθήνα με τον μικρό μου αδερφό. Ο άλλος αδερφός μου είναι Νορβηγία και ό άλλος Σουηδία. Θα ήθελα να μείνω Ελλάδα αλλά δεν ξέρω τι θα γίνει με την άδεια παραμονής μου. Τώρα είμαι φοιτητής και δικαιούμαι. Όμως όταν θα τελειώσω, θα πρέπει να έχω δουλειά και ένσημα για να έχω άδεια παραμονής. Και στην Ελλάδα δύσκολα βρίσκεις δουλειά πλέον. Μπορεί να φύγω αν δε βρω δουλειά. Όπου γη και πατρίδα».


«Τώρα μπαίνω στο 6ο έτος και θέλω 16 μαθήματα για πτυχίο συν τη διπλωματική. Ελπίζω μετά την εξεταστική του Σεπτεμβρίου να χρωστάω μονοψήφιο αριθμό μαθημάτων».

 

«Ό,τι έχω κάνει στη ζωή μου το οφείλω στη μητέρα μου. Αυτή επέμενε να πάω σχολείο».