Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τη δημοσιογράφο Ευτυχία Μεσίσκλη http://eftixia.wordpress.com/

Φωτογραφίες: Λάμπρος Αραπάκος

 

 «Είμαι 19 και είμαι στην Πάτρα εδώ και 6 περίπου μήνες… Τι κάνω όλη μέρα; Eπιβιώνω. Ό,τι μπορώ να βρω από τα σκουπίδια για να τη βγάλω. Δε μπορούμε να κάνουμε και πολλά. Είναι μια κόλαση εδώ. Κάθε μέρα τα ίδια».

 

«Δύσκολο το ταξίδι. Το έχω κάνει δύο φορές.  Έφυγα από το Αφγανιστάν και πήγα πρώτα στο Ιράν. Βρήκα προβλήματα εκεί και έτσι πήγα προς την Τουρκία… Όλα αυτά με τα πόδια. Δε χρησιμοποίησα κανένα μέσο μεταφοράς, περπάτησα μέχρι εκεί. Πώς είναι δυνατόν; Είναι. Ξεκινάς… και περπατάς. Και ο κόσμος είναι υποστηρικτικός. Κάποιοι σου δίνουν φαγητό και έτσι, συνεχίζεις».

 

«Την πρώτη φορά που ήρθα στην Ελλάδα ήμουν 14. Από την Τουρκία για την Ελλάδα, μπήκα σ’ ένα μικρό καράβι και φοβήθηκα πολύ διότι συγκρούστηκε με  κάτι βράχια και μπήκαν νερά από παντού. Νόμιζα ότι δε θα τη βγάλω καθαρή. Ευτυχώς ήρθε βοήθεια. Μας βρήκανε και μας οδήγησαν σε έναν καταυλισμό σε κάποιο ελληνικό νησί».

 

«Την πρώτη φορά, έκατσα λίγο στην Ελλάδα. Κατάφερα και πήγα στην Αγγλία για μερικά χρόνια. Με τη βοήθεια κοινωνικών λειτουργών, πήγα σχολείο στο Birmingham. Από εκεί απέκτησα αυτή την ουλή στο πρόσωπο μου… Από συμμαθητή. Με μαχαίρωσε και μπήκα νοσοκομείο με σοβαρούς τραυματισμούς. Έχω χάσει σημαντικό κομμάτι της μνήμης μου από τότε. Μετά μπήκα φυλακή για 2 χρόνια περίπου. Κάποιος με “έδωσε” για ληστεία. Τα γνωστά σκατά. Μεγάλωσα σε αυτή τη φυλακή. Απέρριπταν την υπόθεσή μου, δε με πίστευαν. Με έστειλαν πίσω στο Αφγανιστάν…».

 

«Πάλι πίσω λοιπόν. Ήθελα να βγάλω κάποια λεφτά με τα αγγλικά μου. Θα μπορούσα να γίνω μεταφραστής για τους Αμερικανούς στρατιώτες εκεί, αλλά οι δικοί μου -οι ομοεθνείς- δε με άφησαν. “Αν μεταφράσεις γι’ αυτούς, θα σε σκοτώσουμε”, μου είπαν και έτσι δεν είχα και πολλές επιλογές you know… Ξέρεις τώρα τι γίνεται… Μου ζήτησαν να κάτσω μαζί τους να πολεμήσω και θα με πλήρωναν. Στην απαγωγή ενός Αμερικανού για παράδειγμα, θα μπορούσα να μεταφράζω… “Όχι. Προτιμώ να πάω στην Ευρώπη. Δε τα θέλω αυτά τα πράγματα”, είπα. Έμαθα αγγλικά, αλλά όχι γι’ αυτό το σκοπό. Ήθελα να κάνω κάτι καλύτερο. Ξανάφυγα λοιπόν».  

 

«Οικογένεια δεν έχω πίσω στο Αφγανιστάν. Τίποτα. Από τότε που έφυγα, ο δρόμος είναι η καθημερινότητά μου. Η τελευταία μου μνήμη, είναι ότι η οικογένεια μου, οι δικοί μου άνθρωποι, ήταν όλοι νεκροί. Και δεν μπορούσα να τους βοηθήσω. Είχα πάει να πάρω κάποια φαγητά για το σπίτι και όταν γύρισα, αίμα παντού».

 

 «Εδώ; Εδώ δεν έχω κανέναν βασικά… Θα ήθελα όμως να κάτσω Ελλάδα, αν είχα μια δουλειά. Το προτιμώ από το να κάθομαι με το τίποτα. Θα έκανα ότι δουλειές μπορώ».

 

«Μας βοηθάνε κάποιοι εδώ στην Πάτρα, αλλά συνήθως καθημερινοί άνθρωποι. Άνθρωποι που σταματάνε με το αυτοκίνητό τους και μας δίνουν ότι τους περισσεύει. Γενικά όμως, δε μας πλησιάζουν και πολύ. Μας φοβούνται. Λογικό είναι, έτσι είναι η ζωή. Το συνηθίζεις από ένα σημείο και μετά…».

 

 

«“Η πόλεμος ή τίποτα” είναι η κατάσταση στο Αφγανιστάν. Όμως δεν έχω μίσος μέσα μου. Μπορεί να έχασα την οικογένειά μου, αλλά δεν έχω θυμό. Με βοήθησε ο καιρός μου στην Αγγλία ίσως. Έμαθα δύο πράγματα παραπάνω. Ξέρω μόνο ότι αν γύριζα πίσω και έμενα εκεί, δε θα μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο απ’ το να αυτοκτονήσω».

 

«Περίπου 300 άτομα βρίσκονται σ’ αυτό το παλιό εργοστάσιο. Και συνέχεια έρχονται και άλλοι… Δε κοιμάμαι καλά τα βράδια βέβαια. Κρύο, ποντίκια, σκορπιοί…. Είμαι ανήσυχος. Είναι από τα παλαιότερα εργοστάσια και οι συνθήκες δεν είναι οι καλύτερες. Όσο για τους καβγάδες και τις μάχες, φροντίζω να απέχω. Μένω μακριά… Πώς; Απλά δε δείχνω συναίσθημα. Ένα “γεια” ανταλλάσσω με όλους και τραβάω το δρόμο μου, πηγαίνω αλλού».

 

«Το κυνήγι που γίνεται εδώ καθημερινά, είναι απερίγραπτο… Τρέχουν όλοι να ξεφύγουν από την αστυνομία και κάποιοι, πολλές φορές, τραυματίζονται. Τις προάλλες, έπεσε ένας από την οροφή του κτιρίου με αυτό τον τρόπο… Και δεν τον είδαμε. Έμεινε εκεί, αναίσθητος, για ώρες. Τον βρήκαμε το βράδυ τελικά και καλέσαμε βοήθεια. Πρέπει να έσπασε το χέρι του, δε ξέρω… Υπάρχει φόβος γενικά. Εκεί που μένω πάντως, έχω και ένα σχοινί έξω από το παράθυρο για ώρα ανάγκης. Άμα χρειαστεί, να δραπετεύσω από εκεί όταν έρχονται… Πριν από λίγες μέρες δυστυχώς, προσπάθησε ένας να φύγει από εκεί και το σχοινί κόπηκε. Έσπασε το πόδι του. Κάθε μέρα ζω τέτοια περιστατικά».

 

«Δεν εμπιστεύομαι κανέναν εδώ. Ούτε τον εαυτό μου πια δεν εμπιστεύομαι. Ούτε ανθρώπους από το Αφγανιστάν. Δεν έχω “καλύτερο φίλο”, έχω  πολλές διαφορές με όλους.  Κυρίως, στις ιδέες… Προτιμώ τη μοναξιά μου».

 

 

«Όνειρα… Τι να θέλω; Mια φυσιολογική ζωή βέβαια. Μια φυσιολογική δουλειά. Να φύγω από όλα αυτά. Δε μου πάνε. Και να θέλω να διαβάσω κάτι εδώ, δε μπορώ. Έρχονται και τα καίνε όλα. Όλα τα πράγματά μας. Πολλές φορές βαριέμαι, δεν έχω τι να κάνω. Μόνο σκέφτομαι και περπατάω. Γελάω ίσως και λίγο… Όταν κάποιοι από εδώ, πουν κανένα καλό αστείο. Μου αρέσει και η μουσική βέβαια. Ο Eminem. Τον ξέρετε;».