Η απάντηση είναι, ότι όχι μόνο δεν είναι όλα τα κόμματα μέσα στο «παιχνίδι» των social media, αλλά το παιχνίδι φαίνεται να κερδίζει ο μεγάλος κερδισμένος των εκλογών της 6ης Μαΐου, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ. Βέβαια, κατ’ όπως δείχνουν τα φαινόμενα -μάλλον- κερδίζει ένα παιχνίδι που παίζει μόνος του. Ακόμα, κι αν όμως δεν παίζει το παιχνίδι των social media μόνος του, ο ΣΥΡΙΖΑ παίζει με τους σύγχρονους κανόνες, ενώ οι λοιποί προσπαθούν -ακόμα- να πάρουν brief από τους επικοινωνιολόγους τους. Και οι επικοινωνιολόγοι βέβαια με την σειρά τους, δεν έχουν ανανεώσει τη μεθοδολογία και τις τεχνικές τους, τουλάχιστον από το 2000 και μετά. Για να λέμε την αλήθεια, δεν χρειαζόταν κιόλας, διότι έβγαινε πότε ο ένας (ο ίδιος ένας), πότε ο άλλος (ο ίδιος άλλος), κι ο κορβανάς μοιραζόταν αρμονικά κατά περίπτωση, οπότε όλα έβαιναν καλώς και με τον ελάχιστο δυνατό κόπο.

 

Για να μπορέσω να στηρίξω αυτήν την υπόθεση, κατά πρώτο λόγο, θα παραθέσω μερικές προοπτικές για το πώς θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί η πολιτική επικοινωνία στην Ελλάδα, και κατά δεύτερο λόγο, θα περιγράψω τι κάνει επιτυχημένα ο ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τα social media στηρίζοντας τη συνολική του εικόνα στην ελληνική πολιτική σκηνή.

 

Προκλητικά θα πω, ότι ο σύγχρονος τρόπος πολιτικής επικοινωνίας και πολιτικού μάρκετινγκ έχει αλλάξει ριζικά, τη στιγμή που η πλειονότητα των κομμάτων και των εταιρειών πολιτικής επικοινωνίας δείχνουν να επιδίδονται σε καλοκαιρινή ραστώνη. Στηριζόμενοι αμφότεροι στα παραδοσιακά «κόλπα» διαχείρισης της πληροφορίας, της είδησης και της εικόνας, δεν έχουν αντιληφθεί αυτό που ο τομέας των social media έχει αναδείξει ήδη εδώ και μερικά χρόνια: ότι τα social media, σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς τρόπους επικοινωνίας (πχ. TV, εφημερίδες, ραδιόφωνο, έντυπα, αφίσες, διαπροσωπικές επαφές), έχουν εξελίξει την παραδοσιακή συζήτηση του ενός-προς-έναν και ενός-προς-πολλούς σε μια συζήτηση δημόσιου χώρου, ανοιχτή σε εποικοδομητική κριτική και ενεργό συμμετοχή, καθώς και με δυνατότητα άμεσης κοινοποίησής της σε άλλα ενδιαφερόμενα άτομα. Τα digital business freaks αναφέρονται σε αυτή τη δυνατότητα, λέγοντας ότι τα social media είναι η επικοινωνία (ή διαφήμιση) που χτίζεται στόμα-με-στόμα (Word of Mouth), αλλά έχοντας πάρει ψηφιακά στεροειδή.

 

Είναι κοινός τόπος σε θεωρητικό, αλλά και πρακτικό επίπεδο, ότι κάθε επικοινωνιακό μέσο δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία τεχνητή προέκταση ενός φυσικού νευρικού μας οργάνου μέσα σε ένα ορισμένο περιβάλλον. Αυτή η κάπως αυθαίρετη θεωρητική τοποθέτηση, γίνεται σαφής όταν αντιληφθούμε ότι η σημασία των προεκτάσεων αυτών βρίσκεται στο ότι κάθε μέσο επικοινωνίας -όπως και τα social media- αυξάνει την πληροφορία μας και έτσι ενισχύει την «εξουσία» μας πάνω στο χώρο και στο χρόνο. Εν ολίγοις, μας βοηθάει να είμαστε σε θέση να αποκωδικοποιούμε με μεγαλύτερη ευκολία και αποτελεσματικότητα τα φαινόμενα γύρω μας.

Βασική μεταβολή που έχουν επιφέρει τα social media είναι η εκτόξευση της επικοινωνιακής ταχύτητας, στοιχείο που καθιστά την επικοινωνία απλούστερη, δημοκρατικότερη και δυνητικότερη κοινωνική διαδικασία. Να θυμίσω ότι ζούμε στην εποχή, όταν το 2009 η πρώτη φωτογραφία του αεροπλάνου που έπεσε στον Hudson River της Νέα Υόρκης ανέβηκε στο Twitter, ένα μόλις λεπτό μετά το συμβάν. Μια άλλη μεταβολή στην επικοινωνία είναι ότι οι άνθρωποι που συμμετέχουν στα social media έχουν την τάση να εμπνέονται περισσότερο από αξίες, παρά από κίνητρα ικανοποίησης του ιδιοτελούς τους συμφέροντος. Όπως έχει γράψει ο γκουρού του μάρκετινγκ Φ. Κότλερ, ο σκοπός του Web 3.0 θα είναι να κάνει τον κόσμο ένα καλύτερο μέρος βασισμένο σε αξίες.

 

Από καθαρά τεχνική άποψη, θα ήθελα να υπογραμμίσω στους επικοινωνιολόγους των ελληνικών κομμάτων, ότι κάθε επικοινωνιακή συμμετοχή ή έκθεση σε ένα μήνυμα, προϋποθέτει μια είδους κατανάλωση ενέργειας (δυνατότητα για κάποιου είδους εξουσία). Ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, όταν βρίσκονται σε έντονη πολιτική και οικονομική κρίση, όπου οι πολίτες βρίσκονται σε εγρήγορση διότι εντείνεται το ένστικτο της κοινωνικής και βιολογικής επιβίωσης, όσο μεγαλώνει η πληροφόρηση των πολιτών τόσο περισσότερο θέτουν υπό τον έλεγχό τους την εξουσία. Αυτή η τοποθέτηση, σύμφωνα πάντα με τις βασικές θεωρίες της πολιτικής επικοινωνίας, μας θυμίζει ότι ένα σύστημα πλουσιότερο σε πληροφορία και φτωχότερο σε εξουσία είναι σε θέση να διευθύνει κάθε άλλο πλουσιότερο σε εξουσία και φτωχότερο σε πληροφορία. Εδώ ακριβώς είναι το σημείο κλειδί. Η πλειονότητα των ελληνικών κομμάτων, πλην ΣΥΡΙΖΑ και κάποιων άλλων, ναι μεν έχουν την εξουσία/ενέργεια να επηρεάζουν τα πράγματα και να θέτουν τους όρους του πολιτικού διαλόγου, αλλά δυστυχώς για αυτά τα προλαβαίνει η ταχύτητα της πληροφορίας και της κριτικής, η οποία παράγεται τάχιστα από τους χρήστες των social media. Με αυτόν τον τρόπο, οι χρήστες έχουν την δυνατότητα να αποδομήσουν άμεσα το την προτασσόμενη πολιτική γνώμη και έτσι να κυριαρχήσουν επικοινωνιακή κονίστρα.

 

Πιο απλά, τα κόμματα χάνουν το παιχνίδι στην αντίδραση της εκλογικής του δύναμης, διότι, αφενός δεν προλαβαίνουν επιτυχημένα να διαχειριστούν το πολιτικό αντίκτυπο ενός δικού τους μηνύματος, αφετέρου, σχεδόν πάντα δεν προλαβαίνουν να θέτουν γρήγορα και εύστοχα τα διακυβεύματα της εκάστοτε πολιτικής συγκυρίας. Αυτό ακριβώς κάνει καλά ο ΣΥΡΙΖΑ, θέτει τους όρους του πολιτικού διαλόγου και του παιχνιδιού συνάμα. Την ώρα που η πλειονότητα των κομμάτων αποφασίζουν στρατηγικά να στρέψουν την πολιτική τους προπαγάνδα κυρίως στα παραδοσιακά media, ο ΣΥΡΙΖΑ εκμεταλλεύεται τον ψηφιακό δημόσιο χώρο που του παρέχουν τα social media. Ουσιαστικά, επικοινωνεί μαζικά με εξατομικευμένους ψηφοφόρους στον δικό τους χώρο, επικεντρώνοντας τη στρατηγική του στο πιο βασικό στοιχείο σχηματισμού της πολιτικής γνώμης: την αποδοχή. Η αποδοχή «αναφέρεται στην έκταση και στην ένταση [του πολιτικού μηνύματος], όπου η γνώμη ενός ατόμου ή μιας ομάδας υποστηρίζονται ενεργά και θετικά από πολλά άλλα ή άλλες ομάδες. Αν αυτή η φράση δεν περιγράφει τα social media, τότε πραγματικά δεν μπορώ να βρω καλύτερο ορισμό.

 

Αυτό που μένει να δούμε, είναι πως τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καταφέρει να δημιουργήσει αυτό το επικοινωνιακό “buzz”, επηρεάζοντας ξεκάθαρα το πιο ενεργό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Αρχικά, ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει ένα κλασσικό κόλπο που χρόνια τώρα κάνουν οι μεγάλες πολυεθνικές: δημιουργεί νέα αυτόνομα ψηφιακά units (εδώ να υπογραμμίσω ότι αυτά τα units/sites δεν είναι απαραίτητα άμεσα συνδεδεμένα με το ΣΥΡΙΖΑ ή απαρέγκλιτα κομματικής έμπνευσης - δεν υπάρχει άλλωστε ανάλογη δήλωση, αλλά χωρίς μεγάλες ικανότητες ανάλυσης λόγου εύκολα κάποιος μπορεί να κάνει τις συνδέσεις), τα οποία παράγουν περιεχόμενο που πρακτικά δεν φέρουν το όνομα του. Κάνει δηλαδή, έστω και άθελα του, κάποιου είδους re-branding του πολιτικού του λόγου. Αυτό διασφαλίζει την αποφυγή της αρχικής ενστικτώδους απόρριψης του μηνύματος από έναν χρήστη που δεν πρόσκειται στον πολιτικό λόγο ή την επιχειρηματολογία του ΣΥΡΙΖΑ.

Για προφανείς λόγους, δεν θα αναφέρω τα sites (και δεν συμπεριλαμβάνω blogs) που υπονοώ, αλλά δεν έχει και πολύ σημασία αυτό. Σημασία έχει το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί την πιο βασική αρχή των social media, ότι στα social media χτίζεται η καθημερινή σχέση με τον ψηφοφόρο, η σχέση με τον ψηφοφόρο του σήμερα και η σχέση με τον ψηφοφόρο του αύριο. Γιατί; Η απάντηση είναι λίγο σύνθετη. Διότι, αρχικά, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι και λίγο τυχερός, μιας και οι επαχθείς συνθήκες του μνημονίου έχουν στρέψει την πλειονότητα του εκλογικού σώματος να αμφισβητεί εγκαθιδρυμένες ιδεολογίες ή δεδομένα του παρελθόντος για το πολιτικό σύστημα, συνεπώς, τι καλύτερο για ένα κόμμα που αμφισβητεί συθέμελα τις δομές του ολόκληρου του συστήματος να έχει απέναντι του αυτιά και μάτια που αναμένουν μια ελπίδα. Εν ολίγοις, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκει ψηφοφόρους ευκολότερα από ότι στο παρελθόν, όταν ο ξέφρενος καταναλωτισμός δεν μας άφηνε να ακούμε ετερόδοξες φωνές.

 

Όμως, είναι κι άλλοι οι λόγοι που συνδέονται πιο άμεσα με τα social media. Οι διάφορες αναρτήσεις από τα αποκεντρωμένα sites που επιχειρηματολογούν υπέρ της Κουμουνδούρου, θαρρείς πως κυνηγούν τον αναγνώστη. Αυτή είναι μια νέα και βασική τάση του Ιντερνέτ, που αρκετοί δεν έχουν εξοικειωθεί ή δεν γνωρίζουν ακόμα. Τι συμβαίνει με αυτή; Στα social media οι ειδήσεις, τα σχόλια, η κριτική και το περιεχόμενο βρίσκουν τον αναγνώστη, δεν τα ψάχνει πια αυτός. Αυτό συμβαίνει διότι καθένας από εμάς που συμμετέχουμε ενεργά στα social media δημιουργούμε το context μέσα στο οποίο έχουμε επιλέξει να αλληλεπιδρούμε. Έτσι, έχοντας η πλειονότητα των χρηστών ενεργοποιηθεί για θέματα καθημερινότητας (και λόγω της κρίσης) βρίσκεται συνεχώς σε μια διαδικασία συμμετοχής και αλληλεπίδρασης με περιεχόμενο που σχολιάζει άμεσα, κριτικά και ιδεολογικά φορτισμένα τις κοινωνικές/οικονομικές/πολιτικές συνθήκες. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ο χρήστης να αφήνει περισσότερη πληροφορία (που όπως είπαμε παραπάνω ότι δημιουργεί εξουσία, δηλαδή τον κάνει να νοιώθει πιο πολιτικά υποψιασμένος) να φτάσει σε αυτόν λειτουργώντας σαν ένας δέκτης. Τέλος, το τελευταίο, αλλά κατά την γνώμη μου εξίσου σημαντικό στοιχείο αυτής της «στρατηγικής», είναι ότι το περιεχόμενο που παράγεται έχει συνήθως ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση, είναι ιδεολογικά φορτισμένο (δεν είναι απαραίτητα πάντα κακό αυτό), και λόγω της συγκυρίας εκπροσωπεί την πλειονότητα του εκλογικού σώματος με το αντι-μνημονιακό του περιεχόμενο.

 

Αυτό που προτείνω να έχουμε όλοι κατά νου, είναι ότι το Ιντερνέτ είναι ένα πεδίο που ακόμα είναι στην αρχή της πορείας του και οι τροποποιήσεις του έχουν επηρεάσει, επηρεάζουν, και θα επηρεάσουν όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής και επαγγελματικής μας ζωής. Το παιχνίδι των social media είναι ανοιχτό για όλους τους κομματικούς σχηματισμούς και χωρίς ιδιαίτερο κόστος. Το θέμα δεν είναι πια αν θα παίξουν όλοι, δεν έχουν επιλογή. Η επιλογή βρίσκεται μόνο στο πόσο καλά θα παίξουν. Ρωτήστε για τις τεχνικές των social media τον Μ. Ομπάμα. Κάτι ήξερε, όταν τις ομιλίες του το 2008 τις ανέβαζαν από επιλογή πρώτα στο YouTube και μετά τις μετέδιδαν στα παραδοσιακά τηλεοπτικά δίκτυα…