Σαββίδης, Μαρώ Σεφέρη, Κατσίμπαλης, Ιωάννου, Μαρωνίτης
Σαββίδης, Μαρώ Σεφέρη, Κατσίμπαλης, Ιωάννου, Μαρωνίτης

 

Τη στιγμή που ο Γιώργος Θεοτοκάς σηκώθηκε για να ανακοινώσει τις βασικές αρχές που θεμελίωναν τη γενιά του 30 στο Αθήναιον μέσα από ένα όραμα που έφερε δυτική σφραγίδα και ελληνότροπα σύμβολα, όλοι ήξεραν ότι οι πνευματικές διαμάχες δεν θα έμεναν πλέον στα χαρτιά. Αφήνοντας πίσω τις κρίσιμες πολεμικές στιγμές του γλωσσικού ζητήματος, τις ανταλλαγές επιστολών και τη συνοδεία μανιφέστων οι εκφραστές της γενιάς του '30 μετέφεραν τις αψιμαχίες τους σε πιο ρεαλιστικά πλαίσια: συνήθιζαν άλλωστε να ανταλλάσσουν απόψεις σε ιστορικά καφέ του κέντρου, μοιράζονταν κοινές φιλίες και διακοπές -βλέπε Κατσίμπαλης - Σεφέρης- και μπορούσαν να διαξιφίζονται όχι σε αφηρημένο αλλά σε πιο ανθρώπινο επίπεδο. Έκτοτε οι λυκοφιλίες εντοπίζονταν στα πλαίσια μιας αστικής, κυριολεκτικά και μεταφορικά, σχέσης γράφοντας ιστορία: εκτός από τις ιδέες και τη γλώσσα πλέον είχαν ως αντικείμενο το άγραφο υλικό μιας παρέας. Εν ολίγοις αντικείμενο διαξιφισμού δεν ήταν μόνο οι υψηλές ιδέες και οι πνευματικές αντιθέσεις αλλά το πώς θα έπρεπε να συστήνονται οι τάσεις και το πως διαμορφώνονται οι κλίκες. Ιστορία θα αφήσει το ομώνυμο άρθρο με τίτλο Οι Κλίκες όπου ο Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος θα κατηγορήσει τον Γιώργο Σεφέρη πως είχε φτιάξει το δικό του παρεάκι και πως μονοπωλούσε τις λογοτεχνικές διακρίσεις. Αυτός ο διάλογος για τα βραβεία-για να μη μιλήσουμε για το τελευταίο παράδειγμα αυτών που απένειμε το βιβλιοπωλείο του Public- δεν έκλεισε ποτέ και μαίνεται ακόμη και σήμερα στις παρυφές της λογοτεχνίας.

Η διαμάχη όμως μεταξύ ομοτέχνων που έγραψε ιστορία είναι σίγουρα αυτή ανάμεσα στον Γιώργο Ιωάννου και τον Δημήτρη Μαρωνίτη όταν ο τελευταίος θεμελίωσε τις τέσσερις επιφυλλίδες του το 1977 με τον όρο «επαρχιακή λογοτεχνία» περιγράφοντας το έργο του Βορειοελλαδίτη λογοτέχνη

 

Ωστόσο οι ίδιοι εκφραστές της γενιάς του 30 δεν έλυσαν ποτέ το βαθύτερο πρόβλημα που τους διαχώριζε από κορυφαίους ποιητές όπως ο Κ.Π. Καβάφης. Είναι γνωστές οι ενστάσεις των Κατσίμπαλη-Σεφέρη αλλά λιγότερο γνωστές είναι οι αψιμαχίες που προκάλεσε το καβαφικό ζήτημα στους κόλπους των εκπροσώπων της λογοτεχνικής αφρόκρεμας της εποχής. Ο Μάρκος Αυγέρης δημοσιεύει, για παράδειγμα, το κείμενο «Ο πεσιμισμός στην ελληνική ποίηση» με αντικείμενο την ποίηση του Καβάφη -κι όχι μόνο- για να δεχτεί τη σκληρή απάντηση του Μανόλη Λαμπρίδη. Γενικά μιλώντας, πολλές και διαφορετικές μάχες μαίνονταν μεταξύ φίλων αλλά και ομοτέχνων τις δεκαετίες του '50 και του '60 δίνοντας το πολιτικοκοινωνικό αλλά και αισθητικό στίγμα της εποχής. Το 1963 έντονος ήταν ο διαξιφισμός ανάμεσα στους μεσοπολεμικούς συγγραφείς Βενέζη και Θεοτοκά, και τους μεταπολεμικούς  Πλασκοβίτη και Αργυρίου. Ο Βενέζης έδειξε να εκπροσωπεί την παλιά γενιά των λογοτεχνών ενώ ο Πλασκοβίτης την καινούργια, εκφράζοντας την άβυσσο που χώριζε όχι μόνο τις λογοτεχνικές ηλικίες αλλά και τις απόψεις. Αλλά εκεί όπου οι "φίλοι" φάνηκαν να είναι πραγματικά εχθροί, ήταν οι "σύντροφοι" του Στρατή Τσίρκα. Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες προκάλεσαν πολλές έριδες και αντιδράσεις ακόμη κι από καλούς φίλους του συγγραφέα στην Αριστερά οι οποίοι δεν μπορούσαν να δεχτούν τον δηκτικό τρόπο του Τσίρκα απέναντι στο "Ανθρωπάκι", τον υπόγειο "λυρισμό" του και την εμμονή του σε έναν μεταφορικό λογοτεχνικό λόγο -που έως τότε ήταν περίπου "αμαρτωλός" για τα ρεαλιστικά δεδομένα της Αριστεράς. Εξαιρετική είναι, εν προκειμένω, η μελέτη του Μίλτου Πεχλιβάνου «Από τη Λέσχη στις Ακυβέρνητες Πολιτείες" που αναφέρεται σε αυτή τη ζωντανή, πολύπλευρη και πολυτάραχη σχέση του συγγραφέα της Τριλογίας με τους δικούς του, κατά βάση, ανθρώπους αλλά και πώς ουσιαστικά διχάστηκαν κι εκείνοι μεταξύ τους (βλέπε κόντρα Δ.Ραυτόπουλου, Μαν.Λαμπρίδη, Γ.Καλλιόρη εναντίον Μ. Αυγέρη και Στάθη Δρομάζο). Ακόμη πάντως όλοι οι Αριστεροί συζητάνε για το ποιος ακριβώς μπορεί να βρίσκεται πίσω από το Ανθρωπάκι και ποιες είναι οι ιδεολογικές διαφορές που διέπουν τη Λέσχη από τα υπόλοιπα έργα του Τσίρκα.

 

Η πιο πρόσφατη πάντως διαμάχη μεταξύ Αριστερών σημειώθηκε μόλις τη δεκαετία του 90 όταν ο Θανάσης Βαλτινός εξέδωσε το Ορθοκωστά εκφράζοντας μια άλλη πλευρά, πιο απενοχοποιητική για όλους όσοι φοβήθηκαν και δεν βρέθηκαν στο πλευρό των εκφραστών της Αντίστασης. Η διαφορετική ερμηνεία του Εμφυλίου προκάλεσε την μήνιν πολλών ανθρώπων της Αριστεράς όπως του ίδιου του Άγγελου Ελεφάντη ο οποίος πρωτοστάτησε με μια σειρά κειμένων μέσα από την εφημερίδα Αυγή.

 

Η διαμάχη όμως μεταξύ ομοτέχνων που έγραψε ιστορία είναι σίγουρα αυτή ανάμεσα στον Γιώργο Ιωάννου και τον Δημήτρη Μαρωνίτη όταν ο τελευταίος θεμελίωσε τις τέσσερις επιφυλλίδες του το 1977 με τον όρο «επαρχιακή λογοτεχνία» περιγράφοντας το έργο του Βορειοελλαδίτη λογοτέχνη. Εδώ η διαμάχη δεν αναφέρεται μόνο σε δυο άνδρες με αγαστή θεωρητική αρματωσιά αλλά και σε δυο συντοπίτες με κοινές εικόνες, αναφορές και αναμνήσεις. Εννοείται ότι η κόντρα συνεπέφερε κι άλλες έριδες ανάμεσα στους υποστηρικτές του μεν και του κήνσορες του δε: χαρακτηριστικό είναι το αφιέρωμα που είχαν επιμεληθεί οι Νάσος Βαγενάς, Γιάννης Κοντός και Νινέτα Μακρυνικόλα με τον τίτλο Με τον ρυθμό της ψυχής αντιπαραβάλλοντας τους υποστηρικτές των δυο στρατοπέδων. Ακόμη και σήμερα πάντως Θεσσαλονικείς λογοτέχνες και διηγηματογράφοι όπως ο Γιώργος Σκαρμπαδώνης ηθελημένα δείχνουν να συνομιλούν με την απέριττη τέχνη του Ιωάννου προς υπεράσπισή του.

 

Ωστόσο τα πράγματα πολλές φορές λειτούργησαν σε πιο προσωπικό επίπεδο αναδεικνύοντας τα χνάρια μιας λυκοφιλίας στο αιματοβαμμένο λογοτεχνικό χιόνι και μια εχθρότητα που αντισταθμιζόταν ωστόσο από αμοιβαίο σεβασμό και αγάπη. Μια τέτοια υπόθεση ήταν η ευγενής κόντρα Κονδύλη - Γονατά οι οποίοι δεν έπαψαν ποτέ να διασταυρώνουν τα ξίφη τους στο γνωστό στέκι του τυπογράφου-εκδότη Αιμίλιου Καλιακάτσου αλλά και να αναγνωρίζουν βαθιά ο ένας τον άλλο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κονδύλης είχε παραδεχθεί μετά από τόσες κόντρες και διαξιφισμούς ότι «μόνο ο Γονατάς έχει αναγνωρίσει σε βάθος την ουσία του έργου μου-που δεν με διαβάζει κιόλας». Σχολαστικοί κι οι δυο μέχρι κεραίας, λάτρεις της λεπτομέρειας και της ενδελεχούς έρευνας είχαν εκλεκτές συγγένειες που δεν αφορούσε μόνο την αγάπη τους για τη θεωρία ή τη λογοτεχνία. Ο ίδιος ο Καλιακάτσος είχε γράψει πριν από δυο χρόνια στην Εφημερίδα των Συντακτών ένα απολαυστικότατο κείμενο όπου ξεδίπλωνε τις άγραφες αρχές αυτής της κόντρας αλλά και του βαθύτατου σεβασμού που έτρεφαν ο ένας προς τον άλλο.

 

Τα πράγματα ωστόσο δεν ήταν πάντοτε καθώς πρέπει μεταξύ λογοτεχνών ούτε οι διαξιφισμοί εξαντλούνταν στα όρια της λυκοφιλίας: ο ευεπίφορος προς τα ξαφνικά ξεσπάσματα Καραγάτσης δεν είχε αποφύγει τη χειροδικία όταν εξοργισμένος από ένα δημοσίευμα περίμενε έξω από έναν θέατρο τον κριτικό και ακαδημαϊκό Σπύρο Μελά για να τον ξυλοφορτώσει, γεγονός που έφτασε στα δικαστήρια κι είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη του λογοτέχνη. Τρία χρόνια αργότερα ο οξύθυμος Καραγάτσης βρέθηκε και πάλι σε αντιδικία με τον Ρένο Αποστολίδη ο οποίος επίσης ήταν γνωστός για τον μπαρόκ, νιτσεϊκό και ορμητικό χαρακτήρα του. Στον ανεξάντλητο πλούτο των αστικών ανεκδότων έχει καταγραφεί το περιστατικό με τον Ρένο Αποστολίδη να περιμένει έξω από το Λουμίδη και να υποχρεώνει τον ασυμβίβαστο Λεωνίδα Χρηστάκη να καταπιεί -κυριολεκτικά!- το σχετικό δημοσίευμα που έθιγε την υπόληψή του.

 

Όσον αφορά τους ξένους λογοτεχνικούς διαξιφισμούς και λυκοφιλίες, μακριά από τα δικά μας σαλόνια, δεν μπορούσαμε να μην απευθυνθούμε σε έναν ειδικό όπως είναι ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης που μας έδωσε τα δικά του φώτα πάνω στο θέμα. Η πρώτη φράση μάλιστα που του ήρθε στο νου ήταν «Ποιος  Γκορ Βιντάλ; Ένας που με μιμείται;». Κι έσπευσε να μας την αποσαφηνίσει «Πρόκειται για φράση του bigger than life Νόρμαν Μέιλερ που, όπως εκείνος ο βασιλιας στην παραβολή του Μπόρχες είχε ζητήσει από τον χαρτογράφο του έναν χάρτη που να ισούται με την πελώρια επικράτειά του, έτσι κι αυτός, ο Νόρμαν, ζητούσε από το πελώριο εγώ του να ισούται με όλη την Αμερική, αποκλείοντας μεγαλομανώς άλλα πελώρια εγώ. Ο Βιντάλ έγραψε πολύ και καλά, χωρίς να μιμείται τον Μέιλερ, και ο Μέιλερ, στη διάρκεια μιας λυκοφιλίας δεκαετιών, δεν έπαψε να σέβεται, έστω κρυφά και ανομολόγητα, τον βίο και το έργο του Βιντάλ. Όταν ακούω λυκοφιλία, σκέφτομαι: σεβασμός διαρκείας, μακρόθεν και σπανίως ομολογημένος, πάντως σεβασμός. Και σκέφτομαι ότι, στην άχαρη (και: με δίχως βλέψεις μεγαλείου) εποχή μας, σπανίζει ακόμα και η λυκοφιλία, όπως κάθε έντονο συναίσθημα και κάθε bigger than life συγκρότηση προσωπικότητας».

 

Αυτά αναμφίβολα δείχνει ο λογοτεχνικός καθρέφτης καθώς πίσω από αυτές τις έντονες αψιμαχίες, στις περισσότερες των περιπτώσεων λανθάνει μια αμοιβαία ζήλια και ένας ακραίος σεβασμός-τα πρώτα υλικά κάθε ωραίας ιστορίας και η αρχή μιας υπέροχης φιλίας.