ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΛΙΟΤΕΡΗ συνέντευξή του, ο Κωστής Παπαγιώργης, αφοσιωμένος μελετητής του «ντόπιου φρονήματος», δηλαδή του λαϊκού μας πολιτισμού, αλλά ταυτόχρονα έντονα αμφίθυμος απέναντι στο κράτος και στις διαχρονικές του αποτυχίες, σημείωνε με νόημα ότι ο Παναγιώτης Κονδύλης τού περιέγραφε συχνά τη χώρα αυτή ως έναν «χεσμένο τόπο».

 

Η σχετική συζήτηση και οι συναφείς ιδεολογικές συγκρούσεις, που κινούνται από την παλιότερη εθνικιστική αποθέωση του κράτους ως τους συνήθεις φιλιππικούς εναντίον του, μαζί με την απαραίτητη αυτομαστίγωση από την πλευρά των κατά καιρούς προοδευτικών, συνοδεύουν το κράτος ήδη από την ίδρυσή του αλλά αναβίωσαν εκ νέου με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων του. Τι είδους κράτος υπήρξε αυτό που ιδρύθηκε μάλλον σε πείσμα των διεθνών αλλά και των εσωτερικών δεδομένων, παρότι η επανάστασή του ηττήθηκε στρατιωτικά και καταπνίγηκε στους εμφυλίους της; Και τι είδους έθνος ήταν αυτό που συναπαρτιζόταν από έντονα κατακερματισμένες και βαθιά παραδοσιακές τοπικές κοινωνίες, υποτίθεται ανατολίτικου τύπου, αρχικά χωρίς ιδιαίτερα αναπτυγμένο το αίσθημα του εθνικού συνανήκειν, αλλά με ισχυρή πελατειακή εξάρτηση από τους ντόπιους πολιτικούς πάτρωνες και κομματάρχες; Και αν ήταν αυτά τα αρχικά υλικά, τόσο φτωχά και σαθρά, πώς ήταν ποτέ δυνατόν να οδηγήσουν σε ένα επιτυχημένο παράδειγμα δυτικού κράτους και μιας μοντέρνας κοινωνίας;

 

Στο παράδοξο αυτό, που αποτελούσε το γενέθλιο συστατικό του ελληνικού εθνικού κράτους, όλοι συμφωνούσαν λίγο-πολύ, εκεί που διέφεραν ήταν στις ερμηνείες του. Έκτοτε, οικοδομήθηκαν σταδιακά δύο διαχρονικές παρατάξεις, με επιμέρους διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό τους.

 

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η καραμανλική παράταξη της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου ταυτίστηκε με μια εκδοχή πατερναλιστικού εκσυγχρονισμού, που, μαζί με την επιτήρηση της δημοκρατίας φυσικά, κατάφερε να πετύχει ένα οικονομικό θαύμα, βγάζοντας τη χώρα από τη χρόνια φτώχεια και την υπανάπτυξη.

 

Στα πρώτα 100 χρόνια του ελληνικού κράτους, οπότε και κυριάρχησε απόλυτα ο αλυτρωτισμός της Μεγάλης Ιδέας ως επίσημη ιδεολογία, η μία πλευρά απαρτίστηκε από τους εκσυγχρονιστές του εθνικισμού και η άλλη από τους λαϊκιστές της εθνοκαπηλίας. Χοντρικά, εκεί που οι δεύτεροι ήταν υπέρ μιας ρομαντικής-βολονταριστικής αντίληψης περί εθνικισμού, με ουτοπικές (και επικίνδυνες) φαντασιώσεις να μπει ξανά δαφνοστεφανωμένος ο βασιλιάς της Ελλάδας στην Πόλη, οι πρώτοι θεωρούσαν ότι προείχε ο εκσυγχρονισμός του κράτους, της οικονομίας και του στρατού, καθώς και η ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας, προτού δοκιμαστούν οι εθνικοί αυτοί πόθοι στην πράξη.

 

Ήδη από τότε, πάντως, οι εθνολαϊκιστές αναζητούσαν κάθε ευκαιρία για να χαρακτηρίσουν τους σώφρονες εκσυγχρονιστές (που ήταν συνήθως και ετερόχθονες και δυτικοτραφείς) ως μειοδότες και κρυφά όργανα των Μεγάλων Δυνάμεων. Άλλωστε, τα σπέρματα του διχασμού αυτού είχαν μπει ήδη από την Επανάσταση του 1821, με βάση δύο καταγωγικές συγκρούσεις: από τη μια τη σύγκρουση οπλαρχηγών και πολιτικών και από την άλλη αυτόχθονων και ετερόχθονων. Τα κυρίαρχα ερμηνευτικά σχήματα που έμειναν συχνά ακλόνητα ως και τις μέρες μας ήθελαν τους μεν οπλαρχηγούς (κλεφταρματολούς) και τους αυτόχθονες να εκφράζουν δήθεν τον αυθεντικό και άδολο ελληνικό «λαό», τους δε πολιτικούς (κοτζαμπάσηδες) και ετερόχθονες να αντιπροσωπεύουν εκείνους που τάχα ξεπουλούν πάντα την Ελλάδα από ιδιοτέλεια και προδοσία.

 

Από τις αρχές του εικοστού αιώνα, ωστόσο, η λαϊκιστική παράταξη θα σπάσει σε διαφορετικά κομμάτια. Η μία εκδοχή της θα εκφραστεί από τον αντιβενιζελισμό και ιδίως από τον πρωτοφασιστικό χαρακτήρα των μικροαστών αντικαπιταλιστών επίστρατων που θα οργιάσουν στον Εθνικό Διχασμό. Ο αντιβενιζελισμός, εξάλλου, θα επιχειρήσει να ενσαρκώσει τη λογική της «μικράς, αλλά εντίμου Ελλάδας» έναντι του βενιζελικού μεγαλοϊδεατισμού της Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών.

 

Αμφότερες οι δύο αυτές εκδοχές, ωστόσο, θα χτυπήσουν πάνω στον τοίχο της Μικρασιατικής Καταστροφής, που θα βάλει και την οριστική ταφόπλακα στη Μεγάλη Ιδέα, η οποία πάντως θα ’χει καταφέρει να υπερδιπλασιάσει την εθνική επικράτεια και θα έχει βάλει τη χώρα σε μια νέα εποχή, αστικού εκσυγχρονισμού αυτήν τη φορά. 

 

Η άλλη εκδοχή, πάλι, του σύγχρονου εγχώριου λαϊκισμού θα γεννηθεί ως αποτέλεσμα της μπολσεβικικής επανάστασης και της διεθνοποίησης του κομμουνιστικού κινήματος. Στα καθ’ ημάς θα συνδεθεί με τα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα που θα προκληθούν στον Μεσοπόλεμο από την ενσωμάτωση των προσφύγων και τις μεγάλες οικονομικές ανακατατάξεις της περιόδου, διεθνείς και εγχώριες. Καθόλου τυχαία, η συνολική ανάγνωση της ελληνικής ιστορίας (συνεπώς, και του 1821) θα επιχειρηθεί να γίνει από τους οργανικούς διανοούμενους του ΚΚΕ μέσα από έωλες ταξικές ερμηνείες, παρά την ανυπαρξία πραγματολογικών δεδομένων που να στοιχειοθετούν κάτι τέτοιο.

 

Επιπροσθέτως, θα τονιστεί υπερβολικά το σχήμα της ξένης εξάρτησης, περιγράφοντας το ελληνικό κράτος με όρους ξένου προτεκτοράτου και ως αιώνιο θύμα του διεθνούς ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.

 

Στη δεκαετία του ’40, η κυρίαρχη πλέον κομμουνιστική αριστερά θα αναπτύξει, μέσω και της εθνικοαπελευθερωτικής φύσης του ΕΑΜ, μια λιγότερο ταξική ερμηνεία της Ελλάδας ως ενός «αντιστασιακού έθνους» που αρνείται διαχρονικά να υποταγεί στους επίβουλους ξένους, κάτι που θα γνώριζε ευρεία αποδοχή έκτοτε. Ωστόσο, τα πολιτικά δεδομένα θα αλλάξουν άρδην, καθώς ο βαθύς διχασμός του Εμφυλίου, που δεν επέτρεπε πολλές διαφοροποιήσεις, αλλά και οι επικίνδυνες απόψεις του ΚΚΕ για το Μακεδονικό θα αναδιατάξουν τις παρατάξεις, οργανώνοντας εκ νέου την αντιπαράθεση σε «εθνικόφρονες» και «κομμουνιστοσυμμορίτες», μια αντιπαράθεση που θα έφτανε σε σημεία γελοιοποίησης από το χουντικό καθεστώς μετά το 1967.

 

Η χειρότερη κληρονομιά της θλιβερής αυτής επταετίας θα είναι η ενοχοποίηση κάθε φιλοπατριωτικού αισθήματος, το οποίο έκτοτε θα παραπέμπει αντανακλαστικά στην κιτς εκδοχή της πατριδοκαπηλίας που προβαλλόταν στους εθνικούς εορτασμούς της δικτατορίας. Ωστόσο, είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η καραμανλική παράταξη της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου ταυτίστηκε με μια εκδοχή πατερναλιστικού εκσυγχρονισμού, που, μαζί με την επιτήρηση της δημοκρατίας φυσικά, κατάφερε να πετύχει ένα οικονομικό θαύμα, βγάζοντας τη χώρα από τη χρόνια φτώχεια και την υπανάπτυξη.

 

680
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Στη Μεταπολίτευση, η παλάντζα θα έκλινε για πρώτη φορά τόσο έντονα υπέρ της παράταξης του λαϊκισμού, στην πασοκική του εκδοχή (τουλάχιστον μέχρι το 1993), η οποία έκτοτε θα αποδεικνυόταν σαρωτική. Αυτή συγκέντρωνε σε ένα σχήμα όλα τα προηγούμενα ιστορικά χαρακτηριστικά, ανανεώνοντάς τα κιόλας: ηγεμονεύοντας σε όλο τον αντιδεξιό χώρο, θα αυτοπαρουσιαζόταν ως μια παράταξη αντισυστημική, όλων λίγο-πολύ των Ελλήνων, πλην των ελίτ, επομένως αντιστασιακή και εθνικοπατριωτική, με έντονη αμφιθυμία έναντι της Ευρώπης και γενικώς της Δύσης, που αντιμετώπιζε τάχα τη χώρα αυτή ως οιονεί αποικία της. Απέναντι σε αυτό, θα προσπαθούσαν να οργανωθούν ως αντίβαρο αφενός μια φιλοευρωπαϊκή εκδοχή της αριστεράς, που απεχθανόταν καταστατικά τον λαϊκισμό αυτόν, αφετέρου ένα φιλελεύθερο τμήμα της κεντροδεξιάς παράταξης, το οποίο όμως μόνο ευκαιριακά και συναντώντας μεγάλες αντιστάσεις, ακόμη και από τη λαϊκή δεξιά, θα κατάφερνε βαθμιαία να κερδίσει κάποια κοινωνική επιρροή.

 

Επειδή, όμως, οι ιδέες του εκσυγχρονισμού διαπερνούσαν οριζόντια τις μεγάλες παρατάξεις, μπόρεσαν τελικά να γίνουν ηγεμονικές μέσω του σημιτικού ΠΑΣΟΚ από το 1996 και μετά και για ένα διάστημα την πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας, προτού η χώρα αρχίσει να υποχωρεί και πάλι υπό την πίεση της Ελλάδας του εξαιρετισμού και της αντίστασης στις αναγκαιότητες του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου κόσμου.

 

Όλα αυτά μέχρι το 2010 και τη χρεοκοπία. Διότι το καταλυτικό αυτό γεγονός θα ενεργοποιούσε μια νέα πολιτική διαίρεση που αυτήν τη φορά θα έφερνε την εθνικολαϊκιστική παράταξη της «κρεμάλας κατά των “γερμανοτσολιάδων”», έτσι όπως αυτή εκφραζόταν από ολόκληρη την αριστερά και ένα μέρος της λαϊκιστικής δεξιάς και της ακτιβιστικής ακροδεξιάς, απέναντι σε ένα νέο πολιτικό υποκείμενο ως εκφραστή του εκσυγχρονισμού, που ήταν το φιλελεύθερο κέντρο (κάτι πολύ περισσότερο, στην ουσία, από μια φιλομνημονιακή παράταξη).

 

Αυτό περιλάμβανε τμήματα τόσο της εκσυγχρονιστικής αριστεράς ή του πρώην ΠΑΣΟΚ όσο και της φιλελεύθερης δεξιάς, με νέα αιτήματα που έδιναν πλέον σύγχρονο περιεχόμενο στο «έθνος»: ούτε αντιστασιακό και αντι-παγκοσμιοποιητικό, ούτε όμως και αδιάφορης σημασίας στο όνομα ενός εστέτ κοσμοπολιτισμού που αντιμετωπίζει τη χώρα ως «χεσμένο τόπο». Αλλά, αντίθετα, φορέας μιας φιλελεύθερης δημοκρατικής συνείδησης, συμπεριληπτικής, φιλοευρωπαϊκής και φιλοπάτριδος, που δεν βλέπει τον αντίπαλο με εμφυλιοπολεμική εχθροπάθεια. Και που, κυρίως, δεν διαβάζει την ελληνική ιστορία ως μια υπόθεση είτε διαχρονικής αποτυχίας είτε αιώνιας αντίστασης σε κακούς ξένους και ντόπιους «μειοδότες». 

 

Αποτελεί ιδιαίτερα παρήγορο γεγονός το ότι αυτό το πνεύμα ήταν που κυριάρχησε και στους πρόσφατους εορτασμούς για το 1821, πράγμα που, αν μη τι άλλο, δείχνει τις δυνατότητες του ελληνικού κράτους να συνεχίζει, παρά τις αντιστάσεις, στον φιλοπρόοδο δρόμο που ξεκίνησε πριν από δύο αιώνες.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.