Με αυξημένο ενδιαφέρον παρακολουθούν τις εσωκομματικές εξελίξεις του ΚΙΝΑΛ στην πορεία για την ανάδειξη της νέας του ηγεσίας, τόσο η Νέα Δημοκρατία, όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ. Η απόσυρση της υποψηφιότητας της Φώφης Γεννηματά έχει προβληματίσει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθώς ανησυχεί για το μέλλον της αντικυβερνητικής συμμαχίας που προσδοκούσε να χτιστεί μετά τη συναίνεση που πέτυχε για την Εξεταστική εναντίον της κυβέρνησης για τις δημοσκοπήσεις. 

 

Το στρατηγικό σχέδιο του Αλέξη Τσίπρα για τις επόμενες εκλογές είναι να συσπειρώσει όλη την αντιπολίτευση εναντίον της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Αυτό εκτιμά ότι θα του προσφέρει δύο πράγματα: αφενός να εμφανίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη απομονωμένο και αφετέρου να αποκλείσει τη δυνατότητα μετεκλογικής συνεργασίας του με το ΚΙΝΑΛ, στην περίπτωση που την χρειαστεί. Κυρίως όμως εκτιμά ότι αυτό το αντικυβερνητικό μέτωπο που θέλει να συγκροτήσει, θα οδηγήσει το ΚΙΝΑΛ σε συμπόρευση μαζί του και μέσα από αυτή θα καταστεί εφικτή η πρόταση εξουσίας για “προοδευτική κυβέρνηση”. 

 

Στον ΣΥΡΙΖΑ εκτιμούν ότι με πρόεδρο του ΚΙΝΑΛ τον Ανδρέα Λοβέρδο το σχέδιο τους δεν θα έχει καμία τύχη και πάνω-κάτω το ίδιο πιστεύουν και για τον Νίκο Ανδρουλάκη, ενώ την υποψηφιότητα του Χάρη Καστανίδη, με τον οποίο θα μπορούσαν κατά την εκτίμηση τους να συνεργαστούν, τη θεωρούν αδύναμη. 

 

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ το τελευταίο διάστημα είχε καταφέρει να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας με τη Φώφη Γεννηματά και εκτιμούσε ότι το σχέδιο του είχε πιθανότητες επιτυχίας αν το ΚΙΝΑΛ σταματούσε να τηρεί ίσες αποστάσεις απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Δημοκρατία. Με την απόσυρση της υποψηφιότητας Γεννηματά όμως, τίποτα δεν είναι δεδομένο καθώς η αβεβαιότητα μεγαλώνει. Στον ΣΥΡΙΖΑ εκτιμούν ότι με πρόεδρο του ΚΙΝΑΛ τον Ανδρέα Λοβέρδο το σχέδιο τους δεν θα έχει καμία τύχη και πάνω-κάτω το ίδιο πιστεύουν και για τον Νίκο Ανδρουλάκη, ενώ την υποψηφιότητα του Χάρη Καστανίδη, με τον οποίο θα μπορούσαν κατά την εκτίμηση τους να συνεργαστούν, τη θεωρούν αδύναμη. 

 

Οι νέες υποψηφιότητες που ανακοινώνονται αυτές τις μέρες μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα, ανάλογα με τη δυναμική που θα αναπτύξουν (αν αναπτύξουν), παρότι υπάρχει η πεποίθηση ότι κάποιοι ανακηρύσσονται υποψήφιοι απλώς για να εξασφαλίσουν ρόλο την επόμενη μέρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πως λειτουργούν αυτά τα πράγματα στα κόμματα είναι εκείνο του Άδωνι Γεωργιάδη στη Νέα Δημοκρατία. Μετά την περίοδο Σαμαρά το μέλλον του στη ΝΔ ήταν εξαιρετικά αβέβαιο. Γνώριζε ότι δεν είχε τις δυνάμεις για να εκλεγεί πρόεδρος. Καταγράφοντας όμως ένα αξιοσημείωτο ποσοστό, μπόρεσε να διαπραγματευτεί με άλλους όρους και να εκτοξευθεί στα υψηλά κλιμάκια ενός ισχυρού κόμματος εξουσίας στο οποίο μάλιστα ήταν ξένο σώμα ως τότε. Παρομοίως και στο ΚΙΝΑΛ, κάποιοι ελπίζουν πως αν καταγράψουν ένα σημαντικό ποσοστό στις εσωκομματικές εκλογές, αυτό θα τους επιτρέψει την επόμενη μέρα να διαπραγματευτούν με καλύτερους όρους, με όποιον κι αν εκλεγεί πρόεδρος.

 

Ο Αλέξης Τσίπρας διαπιστώνει καθημερινά ότι υπολείπεται δημοσκοπικά έναντι του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος διατηρεί σημαντικό προβάδισμα. Αν αυτό διατηρηθεί και το επόμενο διάστημα, θα βαδίζει προς τις εκλογές χωρίς την προοπτική της εξουσίας και αυτό γνωρίζει ότι είναι ένα μεγάλο μειονέκτημα. Για το λόγο αυτό του είναι απαραίτητη η σύμπραξη με το ΚΙΝΑΛ, καθώς διαφορετικά με τις δικές του δυνάμεις το σενάριο αυτό δεν βγαίνει με τα σημερινά δεδομένα.  Αυτή τη δυνατότητα είναι που του έδωσε η Φώφη Γεννηματά, σύμφωνα με τη δική του ανάγνωση, με τη σύμπραξη για την Εξεταστική. Του επέτρεψε δηλαδή να κλείσει το μάτι στο κοινό του και να του πει ότι ψηφίζοντας ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχει η προοπτική εξουσίας. 

 

Όσοι αγνοούν το στρατηγικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ, διαβάζουν τα πράγματα διαφορετικά, καθώς εκτιμούν ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης συμφέρει να εκλεγεί κάποιος σαν τον Ανδρέα Λοβέρδο π.χ για να απελευθερώσει ψήφους προς τα αριστερά και να αφαιρέσει από τη Νέα Δημοκρατία. Αντιστοίχως, νομίζουν ότι την κυβέρνηση συμφέρει να βγει κάποιος με πιο αριστερό προφίλ, σαν τον Χάρη Καστανίδη, για να φέρει πίσω στο ΚΙΝΑΛ ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ. Όσοι αναλύουν με αυτό τον τρόπο τα πράγματα, παραβλέπουν ότι το επίμαχο ζήτημα είναι η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με απλή αναλογική και δύσκολα κάποιος θα μπορεί να έχει αυτοδυναμία, αλλά και σε περίπτωση δεύτερων εκλογών που θα είναι με νέο εκλογικό σύστημα, η αυτοδυναμία και πάλι δεν είναι δεδομένη. Άρα και τα δύο κόμματα έχουν κάθε λόγο να επιδιώκουν να κόψουν τις γέφυρες του αλλού για να μην έχει συμμαχίες. Αυτό είναι το κρίσιμο. Επιπλέον, ένα κόμμα με δεξιά χαρακτηριστικά ή ένα πιο “δεξιό” ΚΙΝΑΛ που μπορεί να υποδέχεται δυσαρεστημένους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας, δεν είναι απαραίτητα αρνητικό σενάριο για το κυβερνών κόμμα, καθώς μπορεί να λειτουργήσει και ως ανάχωμα. Αν αντιμετωπίζει θετικά την προοπτική μιας μετεκλογικής συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, είναι προφανές ποιον ευνοεί μια τέτοια εξέλιξη. 

 

Τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης λοιπόν, όσο και ο Αλέξης Τσίπρας παρακολουθούν τις εξελίξεις στο ΚΙΝΑΛ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και βλέπουν τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή στρατηγικά,  υπό το πρίσμα της προοπτικής της εξουσίας. Το γεγονός ότι η αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές δεν είναι δεδομένη, καθιστά το ρόλο του ΚΙΝΑΛ σημαντικό. Οι αποφάσεις που θα κληθεί να λάβει ο νέος πρόεδρος θα κρίνουν το μέλλον του ΚΙΝΑΛ, αλλά πιθανά και την επόμενη κυβέρνηση.