«ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΟΥΜΕ
 ότι με αυτούς τους δικτάτορες –ας τους ονομάσουμε όπως πρέπει– με τους οποίους όμως υπάρχει η ανάγκη να συνεργαστούμε, πρέπει να είμαστε σαφείς: Εκφράζοντας τη διαφωνία μας για τις συμπεριφορές, τις απόψεις μας σε ότι αφορά την κοινωνία, αλλά συγχρόνως να είμαστε και έτοιμοι να συνεργαστούμε, με στόχο το συμφέρον της χώρας μας. Αυτό είναι σημαντικό, πρέπει να βρούμε τη σωστή ισορροπία».

 

Αυτή είναι η δήλωση του Ιταλού πρωθυπουργού Μάριο Ντράγκι με αφορμή την απαξιωτική συμπεριφορά του Τούρκου προέδρου στο γνωστό σκάνδαλο του καναπέ με την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Άγκυρα. Μολονότι έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τον ευρωπαϊκό δημοκρατικό κόσμο, η δήλωση Ντράγκι έχει, κατά την άποψή μου, σοβαρά προβλήματα.

 

Το πρώτο είναι ότι ο Ερντογάν είναι μια επικίνδυνη και αυταρχική προσωπικότητα που ρέπει συστηματικά προς τον ολοκληρωτισμό, πλην όμως βρίσκεται εκεί που βρίσκεται διότι η πλειοψηφία του λαού του τον εξέλεξε με εκλογές των οποίων η εντιμότητα δεν αμφισβητήθηκε. Επομένως, δικτάτορας δεν είναι. Η λέξη «δικτάτορας» έχει ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο και δεν αφορά τον κάθε τύραννο, αλλά αυτόν που πραξικοπηματικά, δηλαδή παραβιάζοντας τη βούληση του λαού του, αναλαμβάνει «να τον σώσει».

 

Αν ο Ερντογάν είναι δικτάτορας, τότε δικτάτορες είναι ο Πρόεδρος της Ρωσίας, των Φιλιππίνων, της Βραζιλίας, ο πρώην των ΗΠΑ, οι πρωθυπουργοί της Πολωνίας και της Ουγγαρίας, και όλοι αυτοί οι λεγόμενοι «strong leaders» που απαξιώνουν καθημερινά τους θεσμούς με την υποστήριξη των λαών τους. Δεν είναι όμως. Αυτό μάλιστα τους κάνει να διαφέρουν από τους πραγματικούς δικτάτορες και πιθανώς τους καθιστά πιο δύσκολους αντιπάλους: διότι ακριβώς απολαμβάνουν την πλειοψηφική λαϊκή υποστήριξη. Το να τους αποκαλούμε «δικτάτορες» είναι πολιτικά παραπλανητικό και λάθος: είναι όπως παλιότερα οι αριστεροί λέγανε συλλήβδην τους δεξιούς «φασίστες» ή οι δεξιοί τους αριστερούς «οπαδούς του Στάλιν» (πριν μπει ο Κολοκοτρώνης στο οπλοστάσιο). Και παρά το θάρρος της δήλωσης, είναι διπλά λάθος διότι το είπε ένας πρωθυπουργός κι όχι κάποιος ανώνυμος σε καφενείο. 

 

Αν ο Ερντογάν είναι δικτάτορας, τότε δικτάτορες είναι ο Πρόεδρος της Ρωσίας, των Φιλιππίνων, της Βραζιλίας, ο πρώην των ΗΠΑ, οι πρωθυπουργοί της Πολωνίας και της Ουγγαρίας, και όλοι αυτοί οι λεγόμενοι «strong leaders» που απαξιώνουν καθημερινά τους θεσμούς με την υποστήριξη των λαών τους. Δεν είναι όμως. Αυτό μάλιστα τους κάνει να διαφέρουν από τους πραγματικούς δικτάτορες και πιθανώς τους καθιστά πιο δύσκολους αντιπάλους.

 

Το δεύτερο πρόβλημα της δήλωσης Ντράγκι –και μεγαλύτερο– είναι η παρείσφρηση της αναφορικής πρότασης μετά το «δικτάτορες»: «με τους οποίους όμως υπάρχει η ανάγκη να συνεργαστούμε… με στόχο το συμφέρον της χώρας μας». Εδώ λοιπόν βλέπουμε το μείζον: η αναφορά σε δικτάτορες συνοδεύεται από την αναγνώριση της ανάγκης να συνεργαστούμε για το συμφέρον της χώρας μας. Ούτε καν της ειρήνης ή της καλής γειτονίας.

 

Κι αλήθεια, πού οδηγεί αυτή η «ρεαλιστική» αντιμετώπιση των τυράννων για το συμφέρον μας; Πουθενά αλλού από τη συγκατάβαση ενώπιον της απάνθρωπης συμπεριφοράς τους στους πολίτες που υποφέρουν, στην εμπέδωση του «doing business with them» ανεξαρτήτως τού αν γεμίζουν τις φυλακές τους με διαφωνούντες και αγωνιστές των δικαιωμάτων, και στην εδραίωση ενός ανυπόφορου κυνισμού. 

 

Αυτό τον κυνισμό οι Έλληνες θυμούνται από τα χρόνια της δικιάς μας χούντας ότι έδειχναν οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ (αλλά όχι μόνο) απέναντι στον Παπαδόπουλο και τους πρωτεργάτες του καθεστώτος του.

 

Από την εποχή εκείνην όμως, ο λαός μας δεν θυμάται καλά αυτούς που αναγνώριζαν την ανάγκη να συνεργάζονται με τους δικτάτορες, όπως λέει ο κύριος Ντράγκι, πενήντα χρόνια μετά: θυμόμαστε τους πολιτικούς που αντιστάθηκαν στην ανάγκη να κάνουν business με το καθεστώς επειδή ήταν τέτοιο. Τιμούμε, λόγου χάρη, τον Ολλανδό υπουργό Εξωτερικών, Μαξ Βαν Ντερ Στουλ που συνέβαλε καίρια στο να πετάξουν την Ελλάδα έξω από το Συμβούλιο της Ευρώπης κι όχι τους ευτελείς ξένους ηγέτες που πουλούσαν συγχωροχάρτια στην επταετία, διότι η χούντα συνέχιζε να αγοράζει και να πουλάει από κείνους.

 

Θα πει κανείς: «Ωραία αυτά, αλλά στον κόσμο της πολιτικής θα κάνεις υποχωρήσεις. Και μάλιστα στον κόσμο της διεθνούς πολιτικής, οι αρχές υποχωρούν στα συμφέροντα». Γνωστό αυτό και ως ένα βαθμό κατανοητό: άλλο όμως να συνεργάζεσαι αναγκαστικά με μια χούντα διότι δεν μπορείς να σταματήσεις τις διπλωματικές σου σχέσεις με μια χώρα κι άλλο να καθιστάς τη συνεργασία σου με εκείνην πυλώνα και πρότυπο διεθνούς κατανόησης.

 

Αυτό παραδείγματος χάρη, έχει συμβεί με τη στάση όλων των τελευταίων ελληνικών κυβερνήσεων απέναντι στη δικτατορία της Αιγύπτου. Εκεί, ναι, έχουμε κυριολεκτικά δικτατορία. Ο νυν Πρόεδρος της Αιγύπτου στρατηγός Αλ Σισι έκανε πραξικόπημα στις 3 Ιουλίου 2013 και απομάκρυνε τον εκλεγμένο Αιγύπτιο Πρόεδρο Μοχάμεντ Μόρσι. Μπορεί να μην άρεσε ότι ο Μόρσι εκλέχθηκε με ατζέντα πολιτικού Ισλάμ, υποστηριζόμενος από τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, αλλά έτσι αποφάσισε ο λαός του.

 

Κι όμως, σύσσωμη η Ευρώπη, των ελληνικών κυβερνήσεων προεξεχουσών, έχουν καταστήσει την Αίγυπτο του Σίσι νούμερο ένα στρατηγικό εταίρο για διάφορους λόγους. Ενώ, φυσικά, κανείς δεν τολμά να αποκαλέσει τον Σισι πραξικοπηματία. Αυτό που είναι δηλαδή. 

 

Ο ίδιος ο Ερντογάν, τέλος, κυρίως μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος σε βάρος του, έχει γεμίσει τα μπουντρούμια της Τουρκίας με πολιτικούς κρατουμένους, δημοσιογράφους, καθηγητές και λοιπούς αντιπάλους τους, αλλά τέτοια γλώσσα μόνο λόγω του καναπέ ακούσαμε από χείλη της ΕΕ… 

 

Θα κλείσω επιστρέφοντας στον ίδιο τον πρωθυπουργό της Ιταλίας, ο οποίος προσφάτως ανέλαβε τις τύχες της ταλαιπωρημένης χώρας του χωρίς να εκλεγεί απ' τον λαό της. Ο Μάριο Ντράγκι είναι ένας από τους πιο επιδραστικούς ανθρώπους του τραπεζικο-πιστωτικού κατεστημένου διεθνώς, ένας από τους πρωτεργάτες της νομισματικής ένωσης της ΕΕ, Πρόεδρος της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Τράπεζας στα δύσκολα χρόνια από το 2011 και ύστερα, ένας θεματοφύλακας του ευρώ. Πραγματικός δράκος, που λέει και το όνομά του.

 

Ένας τραπεζίτης μεταπηδάει στην πολιτική της πατρίδας του για να μπορέσει να  τη σώσει.  Αυτό επιχειρήθηκε και στην Ελλάδα τον Οκτώβρη του 2012, τα θυμόμαστε. Επομένως, όσο κι αν ο κάθε δημοκρατικός άνθρωπος εξανέστη από τη συμπεριφορά του Τούρκου Προέδρου στο διαβόητο πλέον Sofagate, η πληρωμένη απάντηση Τσαβούσογλου στο Twitter εναντίον της «ρητορικής του διορισμένου Ιταλού πρωθυπουργού» δεν μπορεί να τον αφήνει αδιάφορο.  

 

Για να τελειώνουμε: φυσικά ο Ντράγκι είναι ένας καθώς πρέπει, «κανονικός» άνθρωπος με τον οποίο χίλιες φορές θα προτιμούσες να μιλήσεις, να συναναστραφείς και να διαφωνήσεις, από ότι με τον αποκρουστικό Ερντογάν που δυσκολεύεται να τιθασεύσει τις αντιδραστικές παρορμήσεις της κτηνώδους ισχύος του. Αυτή η «κανονικότητα» όμως είναι το, σε τελευταία ανάλυση, πρόβλημα μας. Είναι ακριβώς το πρόβλημα που γεννά τις τερατογεννέσεις Ερντογάν, Μπολσονάρου, Τραμπ κ.λπ.: όλους αυτούς τους κακούς της πρόσοψης της πολιτικής ιστορίας της εποχής μας.