ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ, κυρίως εναντίον του Αντώνη Σαμαρά και του Κώστα Καραμανλή, έχει βγει η κυβέρνηση μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν, παρουσιάζοντάς τη ως επιτυχία της «υπεύθυνης πατριωτικής πολιτικής» του πρωθυπουργού απέναντι στον «ανέξοδο ψευτοπατριωτισμό».
Η συνάντηση αυτή έγινε μετά από πολλές αναβολές, κυρίως από την πλευρά του Τούρκου Προέδρου, κι ενώ στο μεταξύ τα «ήρεμα νερά» δεν ήταν πια και τόσο ήρεμα, αφού η Τουρκία, μετά από μια περίοδο σχετικής ηρεμίας, είχε (έχει) επιστρέψει σε μια στρατηγική ελεγχόμενης έντασης από την πλευρά της.
Αερομαχίες μετά από τρία χρόνια και ρεκόρ παραβιάσεων στη θάλασσα
Μετά από μια σχεδόν πλήρη παύση των πτήσεων τουρκικών μαχητικών πάνω από ελληνικά νησιά, από τα τέλη του 2025 και τις αρχές του 2026 άρχισαν να καταγράφονται ξανά περιστατικά στον αέρα, παρά τους ισχυρισμούς του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, ότι οι παραβιάσεις έχουν σχεδόν μηδενιστεί. Τον Δεκέμβριο του 2025, μάλιστα, σημειώθηκε και η πρώτη αερομαχία μετά από τρία χρόνια, μεταξύ Λήμνου και Λέσβου, όταν οπλισμένα τουρκικά F-16 παραβίασαν τον ελληνικό εθνικό εναέριο χώρο και στη συνέχεια αναχαιτίστηκαν και αποσύρθηκαν.
Η Ε.Ε. έχει καταστήσει πάντως σαφές στην Άγκυρα ότι η συμμετοχή της στα μεγάλα αμυντικά πρότζεκτ εξαρτάται από τη διατήρηση της ηρεμίας στις σχέσεις με την Ελλάδα.
Στη θάλασσα, η ένταση που προκαλεί η Τουρκία τελευταία είναι ακόμα μεγαλύτερη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΓΕΕΘΑ, οι θαλάσσιες παραβιάσεις τη χρονιά που πέρασε έκαναν ρεκόρ πενταετίας. Το 2025 καταγράφηκαν σχεδόν 3.000 παραβιάσεις των ελληνικών χωρικών υδάτων από τουρκικά πολεμικά πλοία και σκάφη της τουρκικής ακτοφυλακής.
Η Τουρκία, όμως, έχει σκληρύνει τη στάση της τελευταία και σε θεσμικό επίπεδο, καθώς πριν από λίγες μέρες εξέδωσε ναυτικές οδηγίες (NAVTEX) με αόριστη χρονική διάρκεια, κλιμακώνοντας τις προκλήσεις της και αμφισβητώντας ξανά την ελληνική υφαλοκρηπίδα.
Η κατάσταση με το καλώδιο για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, την πόντιση του οποίου εμποδίζει, απαιτώντας να της ζητηθεί η άδεια, αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η Τουρκία επιχειρεί να επιβάλει τετελεσμένα, ακόμη και εις βάρος έργων που χρηματοδοτούνται με πολλά εκατομμύρια ευρώ από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι τα νερά δεν ήταν και τόσο ήρεμα τον τελευταίο χρόνο, αφού η Τουρκία μπορεί να μείωσε αρχικά την ένταση των προκλήσεών της μετά τη «Διακήρυξη των Αθηνών», αλλά στη συνέχεια κλιμάκωσε πάλι.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος ήθελε πολύ αυτήν τη συνάντηση και έχει προτείνει στον Ερντογάν να ακολουθήσουν το παράδειγμα Βενιζέλου - Κεμάλ (βέβαια ο ίδιος θαυμάζει και μελετά τον Βενιζέλο, αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ο Ερντογάν τρέφει τα ίδια συναισθήματα για τον Κεμάλ), πήγε στην Άγκυρα με επίσημο σκοπό τη συνέχιση του διαλόγου, ειδικά για τη λεγόμενη θετική ατζέντα και για να του ζητήσει να αρθεί η απειλή πολέμου έναντι της Ελλάδας.
Ο πρωθυπουργός προφανώς δεν επιθυμεί να υπάρχει ένταση με την Τουρκία, αλλά ο Ερντογάν αποδεικνύει στην πράξη ότι τα «ήρεμα νερά» είναι γι' αυτόν μόνο ένα ρητορικό σχήμα και δεν εννοεί πραγματικά την επιδίωξή τους. Μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να μην αναδεικνύει την τουρκική ασυνέπεια, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα πραγματικά δεδομένα. Τη στάση του Έλληνα πρωθυπουργού επικροτεί, βεβαίως, η ηγεσία της Ε.Ε., όπως και του ΝΑΤΟ, καθώς κανείς τους δεν θέλει να ανοίξει ένα νέο μέτωπο έντασης στη νοτιοανατολική πτέρυγα.
Ο φόβος του Τραμπ και ο ρόλος της Ε.Ε.
Επιπλέον, όλοι –Ελλάδα, Τουρκία και Ε.Ε.– συμμερίζονται την ανησυχία για τυχόν ανάληψη πρωτοβουλίας από τον Ντόναλντ Τραμπ στα ελληνοτουρκικά με τους δικούς του όρους. Το ενδεχόμενο αυτό είναι κάτι που όλοι θέλουν να αποφύγουν. «Ευτυχώς δεν δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον ακόμα για την περιοχή», αναφέρει διπλωματική πηγή, επισημαίνοντας ωστόσο ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο που «δεν υπάρχουν βεβαιότητες».
Ευρωπαϊκές πηγές είδαν τη συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν ως μέρος της προσέγγισης της Τουρκίας από την Ε.Ε., η οποία τη βλέπει πλέον ως σύμμαχο σε θέματα ασφάλειας και άμυνας στη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται και δεν θέλει οι «ελληνοτουρκικές διαφορές» να σταθούν εμπόδιο στη χάραξη αυτής της στρατηγικής.
Οι ευρωτουρκικές σχέσεις βρίσκονται και αυτές εδώ και λίγο καιρό σε κλίμα επαναπροσέγγισης, λόγω της δηλωμένης ευρωπαϊκής ανάγκης για ασφάλεια στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, αφού μετά την αμφισβήτηση της δέσμευσης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ από τον Τραμπ, η Ε.Ε. αισθάνεται την ανάγκη να αναζητήσει αμυντικούς συμμάχους για την ασφάλειά της. Οπότε, η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα ενθαρρύνθηκε από την Ε.Ε. και θεωρείται μέρος της νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Η Ε.Ε. έχει καταστήσει πάντως σαφές στην Άγκυρα ότι η συμμετοχή της στα μεγάλα αμυντικά πρότζεκτ εξαρτάται από τη διατήρηση της ηρεμίας στις σχέσεις με την Ελλάδα. Έτσι, ο Ερντογάν δέχθηκε τη συνάντηση που απέφευγε για πολύ καιρό, προκειμένου να δώσει στην Ε.Ε. την εικόνα των καλών σχέσεων στο πλαίσιο μιας «συναλλακτικής ειρήνης». Η Ελλάδα, βεβαίως, θέτει τον όρο της ύπαρξης νομικών εγγυήσεων για τον σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών-μελών και η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι χρειάζεται το δικό της πράσινο φως για να προχωρήσουν τα σχέδια.
Ασφάλεια ή αξίες; Το ευρωπαϊκό δίλημμα
Πριν από λίγες μέρες, η Ευρωπαία επίτροπος Μάρτα Κος επισκέφτηκε την Άγκυρα και μετά από τη συνάντησή της με τον Χακάν Φιντάν δήλωσε ότι «καθώς οι πραγματικότητες στην Ευρώπη αλλάζουν, πρέπει να δούμε τις σχέσεις Ε.Ε. - Τουρκίας με μια νέα ματιά», αναφέροντας πως οι δυο τους συζήτησαν τα βήματα που απαιτούνται για την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης, ώστε να ενισχύσουν τις σχέσεις, να προωθήσουν περιφερειακά έργα υποδομής και να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητες των οικονομικών σχέσεων. Η φράση-κλειδί στη δήλωση της επιτρόπου Κος ήταν η «νέα ματιά», καθώς υποδηλώνει την προσπάθεια επανεκκίνησης πέρα από τα ζητήματα που έμπαιναν στο παρελθόν, και μάλλον ένα σήμα για «στραβά μάτια» στα ζητήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των κανόνων του κράτους δικαίου που η Ε.Ε. ισχυρίζεται ότι προασπίζεται. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις πιέζουν, λένε οι Ευρωπαίοι ηγέτες, που αντιμετωπίζουν πλέον την Τουρκία ως στρατηγικό εταίρο ασφαλείας και την απαίτηση για σεβασμό του κράτους δικαίου ως «πολυτέλεια» που δεν έχουν.
Παράγοντες των Βρυξελλών, ωστόσο, αντιλαμβάνονται ότι με το Κυπριακό άλυτο δεν μπορεί να υπάρξει μεγάλη αναβάθμιση των σχέσεων. Ταυτόχρονα, η Ε.Ε. συνεχίζει να ζητά (χωρίς πραγματική πίεση όμως) από την Άγκυρα να σταματήσει την παράκαμψη των κυρώσεων προς τη Ρωσία, αλλά αυτή επικαλείται τη «στρατηγική αυτονομία» της. Υπάρχουν κι εκείνοι στις Βρυξέλλες που επιμένουν ότι καμία ουσιαστική σύγκλιση δεν μπορεί να υπάρξει με την Τουρκία χωρίς βελτίωση στα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά η φωνή τους τελευταία δεν ακούγεται ιδιαίτερα.
Παρά την επικοινωνιακή αντεπίθεση της κυβέρνησης, η πραγματικότητα στο πεδίο παραμένει σύνθετη. Από τις παραβιάσεις του εναέριου χώρου που επανήλθαν έως τις NAVTEX αόριστης διάρκειας, η τουρκική στρατηγική δείχνει ότι τα «ήρεμα νερά» γι' αυτήν έχουν όρια.