ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ πτώση της χούντας και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, μπορούσε κανείς να σκεφτεί την ανάγκη της δημιουργίας μεγάλων παραταξιακών κομμάτων. Η χώρα έβγαινε από τη δικτατορία με αιτήματα πολιτικού εκσυγχρονισμού, κοινωνικής ορατότητας, ηθικής δικαίωσης των θυμάτων που ανήκαν, κατά πλειοψηφία, στην Αριστερά.

 

Η νέα καραμανλική δεξιά αναζητούσε την ενσωμάτωση πολιτικών ανθρώπων του Κέντρου αλλά και εκείνων των παραγόντων της άκρας δεξιάς που μπορούσαν να αποδεχτούν (θέλοντας και μη) την καινούρια κατάσταση χωρίς να δημιουργήσουν προβλήματα.

 

Από την άλλη, η κρίση του Κέντρου –που ήταν σε μεγάλο βαθμό ένα παλιωμένο Κέντρο και όχι κάποιος νέος χώρος– έδωσε στο ορμητικό ΠΑΣΟΚ την ευκαιρία να υφάνει τη δική του ευρυχωρία. Έτσι, οπαδοί του Τσε, του Μουαμάρ Καντάφι ή του Τρότσκι συναντήθηκαν –προσωρινά ή πιο μόνιμα– με ανθρώπους που ένιωθαν επίγονοι μιας βενιζελικής φύτρας. Κόσμος που αισθανόταν μέσα στην πιο ριζοσπαστική μερίδα του σοσιαλισμού μοιράστηκε τα «ίδια γραφεία» με εκείνους που εκπροσωπούσαν έναν προοδευτικό αστισμό με αντικομουνιστικές περγαμηνές.

 

Η κοινωνική κινητικότητα και ιδίως η δυναμική των μεσαίων στρωμάτων επικοινωνούσε τότε με μια ιδεολογική κινητικότητα που χωρούσε –και σε έναν βαθμό εξημέρωνε ή αδρανοποιούσε– τις ακραίες αντιφάσεις. Κεντροαριστερά κόμματα είχαν τους αριστεριστές τους και η Νέα Δημοκρατία φιλοξένησε κάμποσα στελέχη, οπαδούς και «στρατούς» που δεν είχαν σχέση με κάποια φιλελεύθερη δημοκρατική παράδοση, ούτε καν με έναν κλασικό δεξιό συντηρητισμό. 

 

Ο Κωνσταντίνος Μπογδάνος έπρεπε να διαγραφεί όχι φυσικά γιατί το γράψαμε διάφοροι ή γιατί το ζητούν οι «Συριζαίοι» αλλά γιατί όσα λέει και όσα πράττει ακυρώνουν την πολιτογράφηση των Αντετοκούνμπο και κυρίως εκείνων των παιδιών που δεν θα έχουν την ευκαιρία να λάμψουν σαν τους Αντετοκούνμπο, αλλά θα μπορούν να υπηρετήσουν αξιοπρεπώς την ελληνική τους πατρίδα.

 

Για κάποιες περιόδους αυτό το σύστημα λειτούργησε θετικά και μπόρεσε να συντηρήσει θεσμικές και ιδεολογικές ισορροπίες. Στηριζόταν στο επιχείρημα πως η πολιτική πρέπει να αντιπροσωπεύει όλες τις τάσεις και τις ευαισθησίες δίχως αποκλεισμούς. Η Δεξιά δεν ήθελε να υπάρχει αυτόνομη Ακροδεξιά, το ΠΑΣΟΚ επιδίωκε τη συρρίκνωση των εξ αριστερών δυνάμεων, τα δυο ΚΚΕ και αργότερα ο Συνασπισμός και το ΚΚΕ ανταγωνιζόταν για την εκπροσώπηση του «κόσμου της Αριστεράς».

 

Όλα αυτά φυσικά άρχισαν να αλλάζουν τη δεκαετία των κρίσεων με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε τώρα με τον περίφημο μικρό δικομματισμό. Ποιο νόημα έχει να επιμένει κανείς στη φαντασίωση μιας μεγάλης παράταξης που κολακεύει τον εαυτό της πως τους χωράει (σχεδόν) όλους;

 

Τα κλασικά επιχειρήματα υπέρ αυτού του προτύπου είναι πως εγγυάται τη σταθερότητα, αποτρέπει τον κατακερματισμό και ενσωματώνει τους «ακραίους» στον κομφορμισμό ενός παραταξιακού μέσου όρου. Ενόψει μάλιστα μιας εκλογικής αναμέτρησης με απλή αναλογική, ο φόβος ότι η αυτονόμηση προσώπων ή τάσεων από τον κεντρικό κορμό του μεγάλου κόμματος μπορεί να οδηγήσει σε διαλυτικά φαινόμενα δεν φαίνεται αβάσιμος. Αν το επιχείρημα της εγγυημένης σταθερότητας έχει προβλήματα (όπως θα υποστηρίξω παρακάτω), το ίδιο και περισσότερο μπορεί να ισχύει και με την υπεράσπιση της άνθισης όλων των λουλουδιών σε ένα πολιτικό σύστημα που, μην ξεχνάμε, θα μας φέρει πιθανόν μέχρι και την πολιτική έκφραση των αντιεμβολιαστών.

 

Νομίζω λοιπόν ότι το μοντέλο της ξεχειλωμένης ευρυχωρίας έχει φτάσει στα όριά του. Αν κάποτε συνέβαλε στο χτίσιμο ανθεκτικών παραταξιακών όγκων, τώρα διαβρώνει και εντέλει υπονομεύει τους πολιτικούς οργανισμούς που έτσι κι αλλιώς έχουν υποστεί τους κλυδωνισμούς από τις συνεχόμενες κρίσεις.

 

Η ιδέα πως κάθε κόμμα έχει έναν κορμό και παράλληλα κάποια ειδικά κοινά, τους στρατούς των φανατικών ή εκείνους που πολιτεύονται «ιδιοσυγκρασιακά» στο όριο, δεν μπορεί να μας καθησυχάζει πλέον. Η σύγχυση, η ιδεολογική φτήνια, το κλείσιμο του ματιού σε λογικές εκτός του φιλελεύθερου δημοκρατικού κεκτημένου, όλα αυτά δεν μπορεί να εγγυηθούν πολιτική σταθερότητα ούτε κοινωνική ενσωμάτωση. Ούτε η Αριστερά –στη συριζαϊκή εκδοχή που έτυχε να εκπροσωπεί τη μεγαλύτερη εκδοχή της– έχει να κερδίσει πια από την συγκατοίκηση με υπερ-λαϊκιστές, νέου τύπου «αυριανιστές» ή εκείνους που δεν έχουν λογαριαστεί ακόμα με τις πολιτικές της αριστερής ταυτότητας. Ούτε η Κεντροδεξιά έχει να κερδίσει κάτι εξευμενίζοντας ή διευθετώντας τους ακρο-εθνικιστές, τον παλαιοημερολογίτικο «λαϊκό» ανορθολογισμό ή τις αντιμεταναστευτικές «ευαισθησίες».

 

Θα πει κανείς πως τα εκλογικά κέρδη είναι το πιο σημαντικό ζήτημα στη ζωή των κομμάτων και του πολιτικού ανταγωνισμού τους. Η συμβατική καρδιά της πολιτικής είναι το δίλημμα ήττα ή νίκη, επικράτηση ή πανωλεθρία, κόστος ή μετρήσιμα και συγκεκριμένα οφέλη. Κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίζει αυτή τη συμβατική μηχανή που άλλωστε παράγει πάντα αποτελέσματα σε αυτό που ονομάζουμε «διακυβέρνηση».

 

Κάτι όμως που έδωσε καρπούς για χρόνια, σήμερα μπορεί να σωρεύει περισσότερα τοξικά στοιχεία. Γιατί σήμερα χρειαζόμαστε όρια, μια σκέψη και μια ηθική των ορίων. Η αξιοπιστία περνάει από τη σύγκρουση με όσα την καταστρέφουν. Τα πολιτικά σχέδια δεν είναι αφηρημένες λέξεις αλλά ενσαρκώνονται και δεν μπορεί ένα «φιλελεύθερο δημοκρατικό» σχέδιο να το ενσαρκώνουν νάρκισσοι εθνο-ρατσιστές, ούτε ένα σοσιαλιστικό δημοκρατικό σχέδιο να το χειρίζονται εμποράκοι της ταξικής μνησικακίας και μιας αντιδεξιάς ανθρωποφαγίας.

 

Η «ευρύτατη» παράταξη είναι ουσιαστικά το αντίστοιχο της Μεγάλης Ιδέας στην ελληνική πολιτική τάξη. Κινητοποίησε ηγεμονικά σχέδια μετά τον πολιτικό λήθαργο της δικτατορίας και όταν είχαμε μια κοινωνία μαζικά κινητοποιημένων ανθρώπων. Αντιστοιχεί στην κουλτούρα των μεγάλων ακροατηρίων που διαθέτουν θετικές προσδοκίες υλικής ευημερίας και βλέπουν σοβαρές ευκαιρίες κοινωνικής προόδου. 

 

Σήμερα οι συνθήκες διαφέρουν σημαντικά. Τα κόμματα δεν χρειάζεται να βασανίζονται προσπαθώντας να βολέψουν ρατσιστές και μη ρατσιστές, δημοκράτες και ολοκληρωτικούς, σαλτιμπάγκους και σοβαρούς, πραγματικούς συντηρητικούς και απλώς ακροδεξιούς ή αριστερούς δημοκράτες και αριστερούς «ανθρωποφάγους» του Twitter. Αν θέλουν να έχουν έναν ρόλο –ας τον πω: στοιχειώδους πολιτικής παιδαγωγικής–, τα κόμματα πρέπει να μάθουν την τέχνη να διαγράφουν και να αποκηρύσσουν ανοιχτά. 

 

Η διαγραφή δεν είναι αυταρχισμός. Συχνά είναι ο μοναδικός τρόπος να πει κανείς σε κάποιον πως δεν ανήκει στην οικογένεια. Πως οι ιδέες, οι πράξεις, η δημόσια γλώσσα του δεν μπορούν να είναι μέρος του δικού σου πολιτικού και ηθικού κώδικα. 

 

Και ο Κωνσταντίνος Μπογδάνος έπρεπε να διαγραφεί όχι φυσικά γιατί το γράψαμε διάφοροι ή γιατί το ζητούν οι «Συριζαίοι» αλλά γιατί όσα λέει και όσα πράττει ακυρώνουν την πολιτογράφηση των Αντετοκούνμπο και κυρίως εκείνων των παιδιών που δεν θα έχουν την ευκαιρία να λάμψουν σαν τους Αντετοκούνμπο, αλλά θα μπορούν να υπηρετήσουν αξιοπρεπώς την ελληνική τους πατρίδα.