ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΟ ΚΑΙΡΟ είχα επισκεφτεί εδώ στη Θεσσαλονίκη, στο ωραίο κτίριο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας της Βασιλίσσης Όλγας, την έκθεση «1967-1974: Κουλτούρες σε αντιπαράθεση. Ζωή, τέχνη, προπαγάνδα». Ο άξονας αυτής της έκθεσης –σε επιμέλεια του ιστορικού Τάσου Σακελλαρόπουλου και ουσιαστική συμβολή ερευνητικής ομάδας του ΜΙΕΤ– είναι αυτό που λέει ο τίτλος της, η αντιπαράθεση μεταξύ των δημιουργικών χειρονομιών της καλλιτεχνικής έκφρασης και της κουλτούρας της κυρίαρχης εξουσίας και των μηχανισμών της μέσα από έντυπα, πίνακες, αντικείμενα της δημοφιλούς κουλτούρας.
Από εκεί, λοιπόν, ανασύρω τώρα δυο στιγμές λογοκρισίας. Η πρώτη είναι ένα έγγραφο στο κάτω μέρος του οποίου αναγράφονται τα ονόματα του αρχηγού ΓΕΣ, αντιστράτηγου Οδυσσέα Αγγελή και του ανθυπολοχαγού δικαστικού Φώτη Παπαφιλίππου και αφορά μη εγκεκριμένα βιβλία. Η ημερομηνία είναι 5 Φεβρουαρίου 1969. Η άλλη είναι ένα έγγραφο που προέρχεται από το Αρχείο της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών, είναι από τον Φεβρουάριο του 1972 και αφορά την απόρριψη της αίτησης της δισκογραφικής εταιρείας Γενικών Εκδόσεων για κυκλοφορία του τραγουδιού «Στο Πήλιο, στην Αργαλαστή» (σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική Βασίλη Κουμπή). Θα δούμε ότι η περίπτωση αυτή είναι πιο σύνθετη.
Έναν μαχητικό χριστιανό όπως ο Νίκος Ψαρουδάκης είναι λογικό να τον απεχθανόταν το καθεστώς, αφού αμφισβητούσε το δικό τους ελληνοχριστιανικό ιδεολογικό αφήγημα. Πώς είναι δυνατό να είναι κανείς χριστιανός και «φιλοκομμουνιστής», αυτή μάλλον θα ήταν η πρώτη σκέψη των λογοκριτών.
Μένουμε για λίγο στο έγγραφο με τα μη εγκεκριμένα βιβλία.
Βρίσκει κανείς εκεί μια ποιητική συλλογή (του Μπάμπη Τσικλήρα, που είναι ο μετέπειτα γνωστός θεατρικός συγγραφέας Μπάμπης Τσικληρόπουλος) και ένα βιβλίο με… κρητικές μαντινάδες. Αναμενόμενη η αλλεργία των χουντικών για τον Βασίλη Βασιλικό (απορρίπτοντας τα τρία εξαιρετικά διηγήματά του «Το φύλλο», «Το πηγάδι», «Τ’ αγγέλιασμα») και η δυσφορία που θα πρέπει να προξένησε βιβλίο που είχε στον τίτλο τις λέξεις «Ανδρέας Παπανδρέου», «χούντα» και «CIA» του κατοπινού δημοσιογράφου της «Αυριανής» και συγγραφέα αντίστοιχων πονημάτων με φονικούς τίτλους, Κυριάκου Διακογιάννη.
Έναν μαχητικό χριστιανό όπως ο Νίκος Ψαρουδάκης είναι λογικό να τον απεχθανόταν το καθεστώς, αφού αμφισβητούσε το δικό τους ελληνοχριστιανικό ιδεολογικό αφήγημα. Πώς είναι δυνατό να είναι κανείς χριστιανός και «φιλοκομμουνιστής», αυτή μάλλον θα ήταν η πρώτη σκέψη των λογοκριτών.
Με τον πρώτο τίτλο στη σειρά, το βιβλίο «Αληθινοί Σουλιώτες» του Γιάννη Μπενέκου, έπρεπε να ανατρέξω στη Βιβλιοθήκη του Αριστοτελείου για να μπορέσω να συμπεράνω τον βασικό λόγο της απόρριψης της επανέκδοσής του. Η πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1958 έχει πρόλογο του Μάρκου Αυγέρη (επανεκδόθηκε και το 1981 στις εκδόσεις Νίκου Βότση). Ο Αυγέρης ήταν, βέβαια, ο πιο γνωστός κομμουνιστής κριτικός λογοτεχνίας και προσωπικότητα της προδικτατορικής λογοτεχνικής ζωής. Πρόκειται για ογκώδη μελέτη που αναφέρεται αναλυτικά στην κοινωνική και υλική ζωή των Σουλιωτών, προσέγγιση που μάλλον δεν μεταλαμπάδευε τη μονοσήμαντη ηρωικο-πολεμική διήγηση (πέρα από το ίδιο το θέμα που προκαλούσε αμηχανία ανέκαθεν με τα εθνολογικά της αρβανίτικης προέλευσης των Σουλιωτών). Ύποπτο πολιτικώς και μαζί εθνολογικώς και φυλετικώς, τι άλλο χρειάζονταν οι υπεύθυνοι για το auto da fé;
Αν διαβάσουμε προσεκτικά τη λίστα, έχει μια δική της λογική. Για μας είναι, φυσικά, ένας παραλογισμός, όχι όμως για τον συγκεκριμένο λογοκριτικό μηχανισμό, όσο κι αν κάποιες επιλογές του μοιάζουν ανόητες. Τι παρατηρούμε; Ότι η χουντική εξουσία δεν συμπαθούσε οτιδήποτε εμφανιζόταν με την αξίωση μιας άλλης σχέσης με τις «οικείες» παραδόσεις, την Ιστορία ή τις στιγμές του ελληνικού παρελθόντος. Οτιδήποτε, δηλαδή, δεν συμμεριζόταν την αντίληψη του καθεστώτος για την παράδοση και την εθνική ιστορία. Συγγραφείς της τοπικότητας που δεν ανήκαν στους εθνικόφρονες, όπως ο πολυγράφος Γιαννιώτης Λάμπρος Μάλαμας (Ρωμύλος Τσάρας), μπορούσαν να θεωρηθούν προβληματικοί, ακόμα και αν τα πολυσέλιδα μυθιστορήματά τους ίσως να μην έβρισκαν και πολλούς αναγνώστες.
Η άλλη, φυσικά, πτυχή είναι η αντίδραση στις νεωτερικές προκλήσεις. Σε αυτή την κατηγορία στη λίστα πρέπει να υπήρξε ένα διπλό σοκ («φιλοκομμουνιστικό» και φεμινιστικό συγχρόνως) για τους χουντικούς λογοκριτές. Το «Δεύτερο Φύλο» είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα για πρώτη φορά το 1958 από τις εκδόσεις Κυψέλη σε μετάφραση του Κυριάκου Σιμόπουλου. Τελικά δεν ξαναβγήκε παρά το 1979 από τον «Γλάρο». Η απόρριψη τηρήθηκε.
Τέλος, αντιλαμβάνεται κανείς και το πώς λειτουργεί το απωθημένο και ένα αντανακλαστικό καχυποψίας για αντιφασιστικές ή αντιστασιακές αναφορές. Στη λίστα βρίσκεται και το τετράτομο έργο του Δημήτρη Γατόπουλου «Ιστορία της Κατοχής». Ο Πατρινός Δημήτρης Γατόπουλος (1886-1956) είχε υπάρξει δημοσιογράφος της «Εστίας» και συγγραφέας πολλών βιβλίων νεότερης ιστορίας, μιας μονογραφίας για τον Καποδίστρια βραβευμένης από την Ακαδημία Αθηνών το 1932 αλλά και ενός βιβλίου για τον Πατρινό βενιζελικό πολιτικό Ανδρέα Μιχαλακόπουλο. Ανάμεσα στα βιβλία του Γατόπουλου εντυπωσιάζει ένας τίτλος: «Γεώργιος ο Α’ - Ο Δημοκράτης Βασιλεύς (1863-1913)».
Ένας ιστοριοδίφης-δημοσιογράφος με αναφορές στην ευρύτερη αστική παράταξη, λοιπόν, που, όμως, έγραψε ένα τετράτομο για την Ελλάδα της Κατοχής. Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου είναι «Ιστορία της Κατοχής μετά συλλογής ιστορικών και λαογραφικών ανεκδότων των ετών 1940-1944» (πρώτη έκδοση, εκδόσεις Πέτρου Δημητράκου Α.Ε.). Τι μπορεί να είναι αυτό που οδήγησε στην απαγόρευση μιας τέτοιας εξιστόρησης, που περιλαμβάνει τα γνωστά και πιο ενωτικά-αντιπροσωπευτικά γεγονότα της Αντίστασης και της Κατοχής; Δεν μπορεί να αποφύγει κανείς τη θλιβερή σκέψη ότι ο λογοκριτής ενοχλήθηκε μόνο και μόνο για τις εκτενείς αναφορές του συγγραφέα στις ναζιστικές θηριωδίες (αρκεί να δει κανείς τον αναλυτικό πίνακα περιεχομένων όπως τον βρίσκουμε στις ιστοσελίδες των παλαιοβιβλιοπωλείων). Και μόνο μια αξιοπρεπής αντιχιτλερική αφήγηση που περιείχε και την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου και μιλούσε ακόμα για «συντριβή του ιταλικού φασισμού», αυτή και μόνο ήταν αρκετή για να μη γίνει αποδεκτή η επανέκδοση. Μια γραμμή αφήγησης των γεγονότων από τη σκοπιά της «κυβέρνησης εθνικής ενότητας» (της κυβέρνησης του Καΐρου) και, προφανώς, δίχως σχέση με την αριστερή, εαμική αφήγηση της Εθνικής Αντίστασης, θεωρήθηκε κι αυτή επιλήψιμη και επικίνδυνη.
Αν όμως στη λίστα των μη εγκεκριμένων βιβλίων μπορείς να διακρίνεις μια τριπλή «λογική», την απώθηση της ύποπτης λογοτεχνίας, την ενόχληση με οτιδήποτε αντιφασιστικό και την καχυποψία για τις νεωτερικές, ριζοσπαστικές ιδέες, με το τραγούδι το νήμα οδηγεί αλλού. Είναι ο γνωστός «Λιόντας» που τον τραγούδησε στα πρώτα του βήματα ο Γιώργος Νταλάρας.
Η αρχική εκδοχή ήταν:
Απρίλη στην Αργαλαστή
πιάσαν το Λιόντα το ληστή
Στο Πήλιο στην Αργαλαστή
πιάσαν το Λιόντα το ληστή
που ’χε τα χέρια τέσσερα
τα πόδια δεκατέσσερα
κι έβλεπε κι απ’ την πλάτη
μ’ ένα μεγάλο μάτι
Τι φταίει που ’γινες ληστής
τον ρώτησεν ο δικαστής
φταίει που ’χα χέρια τέσσερα
και πόδια δεκατέσσερα
μα πιο πολύ το μάτι
που έβλεπα απ’ την πλάτη
Δεν είχε κάνει φονικά
ούτε χρωστούσε δανεικά
μόνο που αυτό το μάτι του
το πίσω από την πλάτη του
τήραε τον αγά τον ψεύτη
τον κοτσαμπάση τον κλέφτη
Στο Πήλιο στην Αργαλαστή
πιάσαν το Λιόντα το ληστή
Ο ίδιος ο Λευτέρης Παπαδόπουλος έχει αναφερθεί στο χρονικό του συγκεκριμένου τραγουδιού. Τελικά, το τραγούδι κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1972 στον δίσκο «Να ’χαμε, τι να ’χαμε» (Minos), μετατρέποντας τον «Απρίλη» σε «Αργαλαστή» και τον «κοτσαμπάση τον κλέφτη», σε «γενίτσαρο τον κλέφτη». Αν έμενε ο Απρίλης, ο κοτσαμπάσης και το μεγάλο μάτι που μπορούσε να βλέπει και από την πλάτη, θα κινδύνευε το μυαλό των ακροατών με μόλυνση κακών συνειρμών για το καθεστώς. Άλλωστε, αν το σκεφτεί κανείς, το ότι ο Λιόντας έγινε ληστής γιατί είχε βάλει στο μάτι τον «αγά» και τον «κοτσαμπάση» ήταν ένας ακόμα λόγος να μπει στο μάτι των λογοκριτών.
Μένει, πάντως, μια απορία σε σχέση με τον συνθέτη του τραγουδιού. Το τραγούδι είναι σύνθεση του Μάνου Λοΐζου, στο τεκμήριο ωστόσο της έκθεσης στο Μορφωτικό Ίδρυμα αναφέρεται ως συνθέτης ο Βασίλης Κουμπής, που είναι στιχουργός της ίδιας γενιάς και περιόδου (και συνεργάτης επίσης του Λευτέρη Παπαδόπουλου τα ίδια χρόνια). Μπορεί να είναι κάποιο λάθος ή κάτι άλλο.
Σε κάθε περίπτωση, ο μηχανισμός που συνδύαζε παραλογισμό και τη δική του πολιτική λογική, ανοησία και πονηριά, βία και παραχωρήσεις, δημαγωγικές χειρονομίες και μοχθηρή βαρβαρότητα ήταν εκεί. Μέχρι τον Ιούλιο του 1974 και την καταστροφή στην Κύπρο. Μια ιστορία που έχει να πει πολλά για την πολιτική ανθρωπολογία της μετεμφυλιακής Ελλάδας και μαζί για το πώς σήμερα μπορούμε να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει ένας πολιτισμός της χειραφέτησης.