ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΣΥΝΝΕΝΟΗΘΕΙ απευθείας με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, κάνει ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, καθώς με δική του πρωτοβουλία είχαν τηλεφωνική επικοινωνία μισής ώρας για να συζητήσουν για την κρίση στο Αφγανιστάν. Ο Έλληνας πρωθυπουργός προσπαθεί να συμπεριφερθεί στον Τούρκο ομόλογό του όπως θα φερόταν σε έναν δυτικό ηγέτη, ελπίζοντας αυτό να έχει αποτέλεσμα. Επιχείρησε να τον πείσει ότι η Ελλάδα και η Τουρκία αντιμετωπίζουν την ίδια πρόκληση “να δεχθούν μεγάλες προσφυγικές πιέσεις από το Αφγανιστάν” και για αυτό θα πρέπει να βρουν έναν κοινό τρόπο αντιμετώπισης, όπως να υποστηριχθούν οι γειτονικές χώρες του Αφγανιστάν και να δοθεί έτσι κάποια προσωρινή λύση. 

 

Ο έλληνας πρωθυπουργός έκλεισε το τηλέφωνο με την ελπίδα ότι αυτό πήγε καλά, καθώς ο τούρκος πρόεδρος έδειξε να συμφωνεί. Αυτή όμως δεν είναι η γλώσσα που μιλά ο Ερντογάν, ο οποίος ξέρει μόνο να παζαρεύει και σε κάθε κρίση βλέπει μια ευκαιρία να εκβιάσει και να κερδίσει κάτι. Αντιθέτως, η Ελλάδα που κινείται θεσμικά μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, δεν έχει άλλο δρόμο από αυτόν της συνεννόησης. Αλλά με ποιον να συνεννοηθεί εδώ; Με έναν ισλαμιστή-εθνικιστή που απειλεί, αδιαφορεί για τις σχέσεις καλής γειτονίας και εργαλειοποιεί τους πρόσφυγες για να εκβιάσει και να πάρει ανταλλάγματα; H συμφωνία του Ερντογάν σε μια τηλεφωνική επικοινωνία δεν αποτελεί εγγύηση, καθώς ούτε για την ειλικρίνεια του φημίζεται, ούτε για τη σταθερότητα του. 

 

Η ΕΕ απουσιάζει γιατί η Γερμανία έχει εκλογές

Άλλο ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα που βγαίνει από την πρωτοβουλία Μητσοτάκη είναι η απουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί αν υπήρχε ευρωπαϊκό σχέδιο κοινής αντιμετώπισης, δεν θα αναγκαζόταν να τηλεφωνήσει στον Ταγίπ Ερντογάν. Από ότι φαίνεται εδώ, ο καθένας είναι μόνος του. Η Γερμανία είναι απούσα, καθώς η Μέρκελ ασχολείται με τον αγωγό Nord Stream 2 και ρυθμίζει τις τελευταίες λεπτομέρειες των θεμάτων που θεωρεί κρίσιμα πριν από την αποχώρηση της από την καγκελαρία. Ο διάδοχός της στο CDU, Αρμιν Λάσετ, ασχολείται με τις ομοσπονδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου, όπως και οι υπόλοιποι.  

 

Οι πρόσφυγες του Αφγανιστάν και η κρίση της πολύπαθης χώρας δεν αποτελούν προτεραιότητα για τους Γερμανούς αυτή τη στιγμή, παρά την επείγουσα κατάσταση. Το βέβαιο είναι ότι δεν θέλουν προσφυγικά κύματα να τους αναστατώσουν την προεκλογική εκστρατεία. Ειδικά στο κόμμα της Μέρκελ.

 

Οι πρόσφυγες του Αφγανιστάν και η κρίση της πολύπαθης χώρας δεν αποτελούν προτεραιότητα για τους Γερμανούς αυτή τη στιγμή, παρά την επείγουσα κατάσταση. Το βέβαιο είναι ότι δεν θέλουν προσφυγικά κύματα να τους αναστατώσουν την προεκλογική εκστρατεία. Ειδικά στο κόμμα της Μέρκελ. Η Γερμανία άλλωστε, έχει τα σύνορα κλειστά, ο βαλκανικός διάδρομος είναι κι αυτός κλειστός, οπότε αν ο Ερντογάν απλώς αποφασίσει να κάνει πάλι τα ίδια, την πίεση θα αντιμετωπίσει ξανά μόνη η Ελλάδα. Εδώ όμως, πρόκειται για μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση και είναι ανήθικο η διεθνής κοινότητα να εγκαταλείψει τους απειλούμενους Αφγανούς στη μοίρα τους και βεβαίως ανήθικο είναι και η Ευρωπαϊκή Ένωση να αφήσει μόνη την Ελλάδα να αντιμετωπίσει ένα παγκόσμιο πρόβλημα που είναι πολύ πάνω από τις δικές της δυνάμεις. 

 

Το αφγανικό δράμα, η απουσία της Ευρώπης και η προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να συνεννοηθεί με τον Ερντογάν
Η Μέρκελ σε ομιλία της για την προσφυγική κρίση. Φωτο: OMER MESSINGER / POOL / ΑΠΕ

 

Οι διαφορές με την προσφυγική κρίση του 2015

Σε σχέση με το 2015 που όλοι “ξορκίζουν” και τα προσφυγικά και μεταναστευτικά κύματα των προηγούμενων ετών, υπάρχουν μερικές βασικές διαφορές. Μία ουσιαστική διαφορά είναι ότι ο Ταγίπ Ερντογάν τους πρόσφυγες από την Συρία τους ήθελε, για να τους χρησιμοποιήσει στο σχέδιο του για την -κατ’ ευφημισμό- “ασφαλή ζώνη” στα σύνορα με τη βόρεια Συρία, για να εκτοπίσει τους Κούρδους. Ακόμα και στην κρίση του Εβρου, όταν επιχείρησε να εργαλειοποιήσει πρόσφυγες και μετανάστες, στέλνοντας τους στην Ελλάδα, οι πρόσφυγες από τη Συρία μεταξύ αυτών ήταν μειοψηφία. 

 

Σε όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις στην Τουρκία, είναι γνωστό ότι τελευταία, μετά και την όξυνση της οικονομικής κρίσης στη χώρα, πολλοί Τούρκοι, των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων κυρίως, έχουν αρχίσει να δυσφορούν με τους πρόσφυγες από τη Συρία, οι οποίοι δέχονται επιθέσεις όλο και πιο συχνά. Ο Ερντογάν ωστόσο τους χρειάζεται, παρότι έχει αρχίσει να του κοστίζει πολιτικά αυτό. 

 

Οι πρόσφυγες του Αφγανιστάν όμως, δεν του είναι χρήσιμοι και με δεδομένη τη λαϊκή δυσαρέσκεια για τους πρόσφυγες από τη Συρία, μάλλον δεν σκοπεύει να τους φιλοξενήσει στην Τουρκία. Επίσης, δεν μπορεί να παραβλέπει κανείς την επίθεση φιλίας του Ερντογάν προς τους Ταλιμπάν: «Οποιος και να βρίσκεται στην κυβέρνηση, είναι καθήκον μας να είμαστε δίπλα στο Αφγανιστάν και στις εύκολες και στις δύσκολες στιγμές… Ήδη εδώ και καιρό οι αρμόδιες υπηρεσίες μας ήταν σε επαφή με τους Ταλιμπάν, και εμείς είχαμε εκφράσει πως μπορούμε να υποδεχθούμε τους διοικητές των Ταλιμπάν για να συζητήσουμε μαζί τους το μέλλον της χώρας και σήμερα τηρούμε την ίδια στάση». Αυτά λέει και ταυτόχρονα μιλάει και για τη “στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στο Αφγανιστάν” που θα  “διευκολύνει το έργο της νέας κυβέρνησης του”. 

 

Το αφγανικό δράμα, η απουσία της Ευρώπης και η προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να συνεννοηθεί με τον Ερντογάν
Φωτο: STRINGER / ΑΠΕ

 

Οι φράχτες και οι δημοσκοπήσεις 

Η ελληνική κυβέρνηση μέσω του νέου της κυβερνητικού εκπροσώπου, Γιάννη Οικονόμου, στην πρώτη του ενημέρωση στους δημοσιογράφους, δήλωσε ότι “Οι δυνάμεις αποτροπής είναι σε απόλυτη εγρήγορση σε όλες τις πύλες εισόδου”, ότι “δεν θα επιστρέψουμε σκηνές 2015” και ότι “Η Ελλάδα δεν θα ξαναϋπάρξει ξέφραγο αμπέλι”. Στο ίδιο κλίμα και οι υπουργοί Άμυνας και Προστασίας του Πολίτη επισκέφτηκαν τα σύνορα στον Έβρο, επιθεώρησαν τον φράχτη και ανακοίνωσαν ότι ολοκληρώθηκε ένα σύστημα ηλεκτρονικής επιτήρησης των συνόρων που “είναι εξαιρετικά εξελιγμένο, με μεγάλες δυνατότητες και αποτελεσματικότητα”. 

 

Η κυβέρνηση δέχεται κριτική για τη στάση της από την αριστερά, η οποία της καταλογίζει ότι μπροστά σε μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση εκείνη βάζει ως προτεραιότητα να αποκλείσει τους πρόσφυγες αντί να τους υποδεχτεί. Σε ερώτηση που θέσαμε σε κυβερνητικό στέλεχος για το τι απαντά στην κριτική αυτή, υποστήριξε “ότι η κυβέρνηση δεν είναι αδιάφορη για το ανθρωπιστικό δράμα” και ότι “είναι πρόθυμη να συνεισφέρει αναλογικά μαζί με τις άλλες χώρες της ΕΕ, αλλά δεν είναι πρόθυμη να αναλάβει το ρίσκο να ανοίξει τα σύνορα της σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους με κίνδυνο την αποσταθεροποίηση της χώρας”.

 

Πληροφορίες αναφέρουν ότι το Μαξίμου δίνει ιδιαίτερη επικοινωνιακή έμφαση στα θέματα “φράχτης”, “φύλαξη συνόρων” κτλ γιατί σύμφωνα με μετρήσεις που διαθέτει, αυτό ζητά η πλειοψηφία της κοινής γνώμης και ειδικά των ψηφοφόρων τους και μετά τις φωτιές, που αναμένουν να τους στοιχίσουν δημοσκοπικά, δεν θέλουν να έχουν άλλες απώλειες σε μια δύσκολη περίοδο.

 

 Παρόμοιο σύστημα φύλαξης με φράχτες και ηλεκτρονική επιτήρηση έχει ανακοινώσει στην Τουρκία και ο Ταγίπ Ερντογάν, που δήλωσε ότι “σε όλο το μήκος των συνόρων με το Ιράν θα χτιστεί τείχος, τριών μέτρων και πάνω από αυτό άλλο ένα μέτρο με συρματοπλέγματα, για να μην υπάρχουν παράνομες είσοδοι” καθώς κι εκεί η κοινή γνώμη είναι αρνητική στην υποδοχή νέων προσφύγων, το δράμα των οποίων συνεχίζεται, χωρίς να ενδιαφέρεται κανένας για αυτούς.