ΠΑΝΩ ΑΠΟ 42.000 λέξεις περιλαμβάνει η περιβόητη πρώτη εγκύκλιος του Πάπας Λέοντος ΙΔ΄ που κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες με τον ενθαρρυντικό τίτλο Magnifica Humanitas («Μεγαλειώδης Ανθρωπότητα») παρότι το μήνυμα ήταν μάλλον δυσοίωνο: Η Τεχνητή Νοημοσύνη, με τον τρόπο που λειτουργεί και με τους παράγοντες που την «διαφεντεύουν», αποτελεί άμεση, ευθεία και ολοκληρωτική απειλή για την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση. Ακόμα περισσότερο κι από την κλιματική κρίση, που ήταν το κεντρικό θέμα της «πράσινης» εγκυκλίου που εξέδωσε το (μακρινό) 2015 ο αείμνηστος προκάτοχός του, Πάπας Φραγκίσκος.
Σε κάποιους πάντως, ακόμα πιο δυσοίωνο κι από τις προειδοποιήσεις του Ποντίφικα για το αλλόκοτο ναρκοπέδιο της τεχνητής νοημοσύνης (στο οποίο βρεθήκαμε όλοι, σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε), φάνηκε το γεγονός ότι ως «μέντορας» του σε όλη αυτή την πρωτοβουλία ήταν ο Κρίστοφερ Όλα, συνιδρυτής της Anthropic, μιας από τις εταιρείες που μονοπωλούν το «δώρο» της τεχνητής νοημοσύνης (το οποίο χορηγούν απλόχερα σε οπλικά συστήματα τελευταίας τεχνολογίας) και έναν από τους τεχνολογικούς κολοσσούς, τον έλεγχο των οποίων ζητά επειγόντως η εγκύκλιος.
Με τη σειρά μου λοιπόν, κατέθεσα τις υποψίες μου στην τεχνητή νοημοσύνη, υπό τη μορφή ερωτήματος, κι εκείνη με παρέπεμψε σε μια ανάλυση η οποία διαπίστωνε ότι ορισμένες παραγράφους της «Magnifica Humanitas» έχουν συνταχθεί κατά 40% έως 100% από ΑΙ, σύμφωνα με τον δημοφιλή ανιχνευτή τεχνητής νοημοσύνης Pangram.
Καλά τα λέει ο Πάπας στο επικοινωνιακό του αυτό μανιφέστο – με το οποίο προβάλλει και τη δική του σφραγίδα, το δικό του “legacy” – αλλά, στα αποσπάσματα που διάβασα, δεν είδα να κάνει λόγο για την καχυποψία και την δυσπιστία και την παράνοια που έχει σπείρει στον κόσμο ακόμα και η ιδέα (η υποψία) της τεχνητής νοημοσύνης. Και σίγουρα δεν ήμουν ο μόνος που αναρωτήθηκε ένα και κατά πόσο το κείμενο της εγκυκλίου, η οποία χτυπούσε κόκκινο συναγερμό για τις σαρωτικές επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης, ήταν προϊόν τεχνητής νοημοσύνης.
Με τη σειρά μου λοιπόν, κατέθεσα τις υποψίες μου στην τεχνητή νοημοσύνη, υπό τη μορφή ερωτήματος, κι εκείνη με παρέπεμψε σε μια ανάλυση η οποία διαπίστωνε ότι ορισμένες παραγράφους της «Magnifica Humanitas» έχουν συνταχθεί κατά 40% έως 100% από ΑΙ, σύμφωνα με τον δημοφιλή ανιχνευτή τεχνητής νοημοσύνης Pangram. Στο πρώτο κεφάλαιο της εγκυκλίου, το ποσοστό αυτό ανέβαινε στο 62%. Ακόμα όμως και η «τεχνητή νοημοσύνη», αν την ρωτήσεις με τον σωστό τρόπο, θα παραδεχτεί ότι οι ανιχνευτές τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ detectors) σταμπάρουν κείμενα ως «μη ανθρώπινα» με βάση κάποια μοτίβα και κάποια επιφανειακά χαρακτηριστικά που προδίδουν τη χρήση μηχανής: φορμαλιστική, καλογυαλισμένη γλώσσα, επαναλαμβανόμενες συντακτικές δομές, αφηρημένη / «ακαδημαϊκή» διατύπωση κλπ.
Επίσης, επισημαίνουν ως «ύποπτο» το περιεχόμενο εκείνο που μοιάζει θεματικά με το υλικό που χρησιμοποιείται συχνά για την εκπαίδευση μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Όλα αυτά ωστόσο κινούνται στο πεδίο της εικασίας ή της στατιστικής πιθανότητας και δεν αποτελούν τεκμήριο ενοχής ούτε και αποδεικνύουν οτιδήποτε σχετικά με την αυθεντικότητα η την «πατρότητα» ενός κειμένου. Το μόνο που μπορεί να υποδηλώνουν είναι ότι το κείμενο μοιάζει με κάτι που θα μπορούσε (ίσως) να έχει γράψει ένα πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης.
Και το αστείο (ή κωμικοτραγικό) είναι ότι, με την καταβολή του σχετικού αντιτίμου, μια εφαρμογή όπως ZeroGPT υπόσχεται να «ανθρωποποιήσει» το κείμενό σας (εισάγοντας μικρά λάθη και αντικαθιστώντας το εξεζητημένο λεξιλόγιο με απλούστερες λέξεις) έτσι ώστε να το καταστήσει αλώβητο στους ανιχνευτές, έστω κι αν το κάνει να φαίνεται ένα κακογραμμένο κείμενο. Και να την γλιτώσει όμως κανείς από τους «ανιχνευτές ΑΙ», ανεξάρτητα αν το έχει γράψει μόνος του το κείμενο ή όχι, είναι πιθανό να γνωρίσει τη διαπόμπευση από το κοινό των social media, καθώς πλέον οι πάντες εμφανίζονται ως εμπειρογνώμονες και ως ειδήμονες για το τι συνιστά και τι όχι προϊόν AI (βασικά έχουμε φτάσει στο σημείο όπου τα πάντα μπορεί να είναι «ΑΙ» μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ασχέτως αν πολλές φορές είναι αδύνατο να αποδειχθεί οτιδήποτε).
Μπορεί πράγματι να δει κανείς πολλά κείμενα πλέον που αναδύουν κάτι «αφύσικο» στην αρτιότητα τους, κάτι κενόδοξο και κούφιο στην μηχανική τους ανάπτυξη, κάτι νοσηρό στην «καλλιεργημένη» φλυαρία τους, κάτι θανατερό στην «θετικότητα» και στην αυτοπεποίθησή που αποπνέουν. Όμως η μόνιμη καχυποψία (και η αλγοριθμική παράνοια) που καθοδηγεί την ψηφιακή μας ζωή, ο φόβος ότι πέφτουμε διαρκώς πάνω σε ψεύτικες εικόνες, ψεύτικα λόγια, ψεύτικα συναισθήματα, μάς έχει φτάσει στο σημείο να θεωρούμε ύποπτη ακόμα και την ευχέρεια στον γραπτό λόγο.