Η φετινή αντιπυρική περίοδος ξεκίνησε, αν μη τι άλλο, με εντυπωσιακές προοπτικές και εικόνες: τέσσερις ελληνικοί θερμικοί μικροδορυφόροι εκτοξεύτηκαν με πύραυλο της SpaceX από τη Vandenberg Space Force Base, τη στρατιωτική διαστημική βάση των ΗΠΑ στην Καλιφόρνια, με στόχο την ανίχνευση και παρακολούθηση των πυρκαγιών στη χώρα μας σχεδόν σε πραγματικό χρόνο.
Την ίδια ώρα, μπήκαμε πριν από λίγες μέρες στη νέα αντιπυρική περίοδο με την «Ενεργή Μάχη», έναν νέο νόμο που επαναφέρει την πρόληψη στον πυρήνα της δασοπυροπροστασίας. Ο νέος αυτός νόμος φέρνει μια πολύ σημαντική αλλαγή κατεύθυνσης στην προστασία των δασών, καθώς για περισσότερες από τρεις δεκαετίες το βάρος έπεφτε σχεδόν αποκλειστικά στην καταστολή, στοιχείο που αποτελεί μια σοβαρή παθογένεια της ελληνικής δασικής πολιτικής, με τα γνωστά θλιβερά αποτελέσματα των τελευταίων ετών. Θα πάνε άραγε τα πράγματα φέτος καλύτερα;
Οι τέσσερις ελληνικοί δορυφόροι τέθηκαν σε τροχιά με πύραυλο Falcon 9 της SpaceX στις αρχές Μαΐου. Εικόνες από την εκτόξευσή τους κοινοποίησε ο Δημήτρης Παπαστεργίου, υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, κάνοντας λόγο για «ενίσχυση της πολιτικής προστασίας με σύγχρονα διαστημικά μέσα».
Οι προκλήσεις της νέας αντιπυρικής περιόδου είναι ακόμη μπροστά μας και μένει να φανεί αν τα «σύγχρονα διαστημικά μέσα» θα κάνουν τη διαφορά, όπως και αν ο νέος νόμος θα μπορέσει να σηματοδοτήσει μια ουσιαστική αλλαγή κατεύθυνσης στη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών.
Σύμφωνα με το υπουργείο, «οι εξειδικευμένοι θερμικοί δορυφόροι του ελληνικού προγράμματος έχουν σχεδιαστεί για την έγκαιρη ανίχνευση ενεργών εστιών πυρκαγιάς ακόμη και σε αρχικά στάδια εκδήλωσης, αξιοποιώντας θερμικούς αισθητήρες υψηλής ευαισθησίας και συνεχή παρακολούθηση της περιοχής ενδιαφέροντος. Η ακριβής δυνατότητα ανίχνευσης εξαρτάται από παράγοντες όπως η ένταση της θερμικής εκπομπής, το μέγεθος της εστίας, οι καιρικές συνθήκες, η μορφολογία του εδάφους και η χρονική στιγμή της λήψης».
Εκτόξευση θερμικών δορυφόρων | 03.05.2026
Στόχος του συστήματος, όπως αναφέρουν στη LiFO από το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, «είναι η όσο το δυνατόν ταχύτερη αναγνώριση θερμικών ανωμαλιών και πιθανών νέων εστιών, ώστε να ενεργοποιείται έγκαιρα ο μηχανισμός πολιτικής προστασίας και επιχειρησιακής απόκρισης».
Οι προκλήσεις, πάντως, της νέας αντιπυρικής περιόδου είναι ακόμη μπροστά μας και μένει να φανεί αν τα «σύγχρονα διαστημικά μέσα» θα κάνουν τη διαφορά, όπως και αν ο νέος νόμος θα μπορέσει να σηματοδοτήσει μια ουσιαστική αλλαγή κατεύθυνσης στη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών. Γιατί, όπως επισημαίνει σταθερά η επιστημονική κοινότητα που ασχολείται με τις δασικές πυρκαγιές, η πρόληψη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματικό στοιχείο της δασοπροστασίας· είναι κρίσιμος άξονας που προηγείται της καταστολής και λειτουργεί παράλληλα με αυτήν, ενισχύοντας την αποτελεσματικότητά της.
Από το διάστημα πίσω στη Γη…
Το αν, όμως, αυτή η νέα τεχνολογική δυνατότητα θα κάνει πραγματική διαφορά στην αντιμετώπιση των πυρκαγιών θα κριθεί στην πράξη. Ειδικός με γνώση των συστημάτων δορυφορικής παρακολούθησης εξηγεί στη LiFO ότι η αξία των νέων αυτών εργαλείων σε επίπεδο αποτελεσμάτων δεν βρίσκεται μόνο στην τεχνολογία τους αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο θα ενσωματωθούν στην επιχειρησιακή λήψη αποφάσεων.
«Οι νέοι θερμικοί μικροδορυφόροι αποτελούν, χωρίς αμφιβολία, ένα πολύτιμο εργαλείο: προσθέτουν μια ακόμη πηγή πληροφορίας σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, διευρύνουν τις δυνατότητες παρακολούθησης και μπορούν να μειώσουν την εξάρτηση από ακριβές εξωτερικές δορυφορικές υπηρεσίες. Το κρίσιμο, όμως, είναι αν αυτή η πληροφορία θα μπορεί να μεταφράζεται σε άμεση επιχειρησιακή δράση στο πεδίο», λέει.
Το ίδιο ισχύει και για τον νέο νόμο. Πολλές από τις προβλέψεις του δεν ενεργοποιούνται άμεσα. Χρειάζονται εφαρμοστικές υπουργικές αποφάσεις, ουσιαστική προετοιμασία, σαφής κατανομή ρόλων μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων αλλά και επιχειρησιακά πρωτόκολλα που θα πρέπει να σχεδιαστούν και να υιοθετηθούν από τους ίδιους τους φορείς που θα κληθούν να τα εφαρμόσουν, καθώς και εκπαίδευση του επιστημονικού και επιχειρησιακού προσωπικού που καλείται να διαχειριστεί κρίσεις στο πεδίο, ώστε οι νέες προβλέψεις να μπορούν να λειτουργήσουν στην πράξη όταν ξεσπάσει μια πυρκαγιά. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι όλα μετατίθενται για το μέλλον, καθώς ορισμένες από τις πιο ουσιαστικές παρεμβάσεις του νέου πλαισίου θα μπορούσαν να αρχίσουν να δρομολογούνται ήδη από τη φετινή αντιπυρική περίοδο. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή των καινοτομιών του νόμου θα είναι η πραγματική πρόκληση.
Και η πρόκληση αυτή μόνο θεωρητική δεν είναι. Στην πρόσφατη επιχειρησιακή σύσκεψη για τη νέα αντιπυρική περίοδο, που ξεκίνησε τυπικά την 1η Μαΐου, ο Ευάγγελος Τουρνάς, υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, ανέφερε την ανάγκη αυξημένης ετοιμότητας, προειδοποιώντας ότι παρά τις ακόμη ευνοϊκές καιρικές συνθήκες, τα δύσκολα βρίσκονται μπροστά. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις φετινές συνθήκες που δημιουργούν νέους κινδύνους, επισημαίνοντας ότι η αυξημένη βλάστηση λόγω των έντονων βροχοπτώσεων έχει αυξήσει σημαντικά το διαθέσιμο καύσιμο φορτίο. «Η διαφορά μας, η φετινή απειλή, είναι αυτή η οργιώδης βλάστηση λόγω της βροχόπτωσης, και πρέπει όλοι να δούμε τι θα κάνουμε για να μειώσουμε τον κίνδυνο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Οι καινοτομίες της «Ενεργής Μάχης» και οι καθυστερήσεις
Ο νόμος 5281/2025 «Ενεργή Μάχη», που ψηφίστηκε επί υπουργίας Γιάννη Κεφαλογιάννη τον περασμένο Φεβρουάριο, δίνει έμφαση στην πρόληψη των δασικών πυρκαγιών. Σύμφωνα, ωστόσο, με πληροφορίες, μετά την αποχώρησή του από το υπουργείο, έπειτα από την εμπλοκή του ονόματός του στη δικογραφία για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η ενεργοποίηση κρίσιμων διατάξεων του νόμου δεν έχει προχωρήσει με τον αναμενόμενο ρυθμό, αφήνοντας σε εκκρεμότητα παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να είχαν ξεκινήσει εν όψει της φετινής αντιπυρικής περιόδου.
Ποιες είναι, όμως, οι καινοτομίες που εισάγει ο νέος νόμος; Σύμφωνα με τον Ηλία Τζηρίτη, συντονιστή δράσεων για τις δασικές πυρκαγιές στο WWF Ελλάς, το νέο θεσμικό πλαίσιο περιλαμβάνει ορισμένες σημαντικές παρεμβάσεις, οι οποίες, εφόσον εφαρμοστούν, μπορούν να αλλάξουν σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο η χώρα προσεγγίζει τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών.
Ανάμεσα στις διατάξεις που ξεχωρίζει είναι η ενίσχυση ενός μηχανισμού αποτίμησης των μεγάλων πυρκαγιών, με ανεξάρτητη επιστημονική αξιολόγηση και δημόσιες ετήσιες εκθέσεις, ώστε να εντοπίζονται τα λάθη, οι αδυναμίες και τα επιχειρησιακά κενά κάθε αντιπυρικής περιόδου και να αξιοποιούνται ως πολύτιμα διδάγματα για την επόμενη. Είναι μια πρακτική που δεν εφαρμόζεται και η Ελλάδα αυτή την έλλειψη την έχει πληρώσει επανειλημμένα, με επαναλαμβανόμενα λάθη και αστοχίες, με καταστροφικές πυρκαγιές που είχαν βαριές περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνέπειες.
Στις σημαντικές προβλέψεις της «Ενεργής Μάχης» περιλαμβάνονται δύο καινοτόμες μέθοδοι πρόληψης: η προδιαγεγραμμένη καύση, δηλαδή η ελεγχόμενη χρήση φωτιάς υπό συγκεκριμένες συνθήκες για τη μείωση της συσσωρευμένης καύσιμης ύλης στα δάση, και η ελεγχόμενη βόσκηση ως εργαλείο διαχείρισης της βλάστησης, όπως επίσης και η υποχρέωση σύνταξης σχεδίων πρόληψης από τους δήμους, ώστε να αποκτήσουν πιο ενεργό και οργανωμένο ρόλο στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση δράσεων πρόληψης, χωρίς όμως να υποκαθιστούν τον συνολικό επιχειρησιακό σχεδιασμό: «Θα ξεχώριζα την αποτίμηση των μεγάλων περιστατικών των δασικών πυρκαγιών, προκειμένου να βγαίνουν διδάγματα, τα οποία μετά θα ενσωματώνονται ως προτάσεις βελτίωσης του μηχανισμού», μας αναφέρει ο Η. Τζηρίτης.
Όπως εξηγεί, αυτή η πρακτική εφαρμόζεται εδώ και χρόνια σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως και στις ΗΠΑ: «Η δημιουργία μηχανισμών επιστημονικής αξιολόγησης, λογοδοσίας και επιχειρησιακής βελτίωσης για την εξαγωγή χρήσιμων διδαγμάτων στο εξωτερικό γίνεται κατά κόρον. Ένα πολύ χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα είναι και οι πυρκαγιές στις ΗΠΑ. Τόσο για την Καλιφόρνια όσο και για τη Χαβάη υπάρχουν εκθέσεις ειδικών που είναι δημόσια διαθέσιμες και οι οποίες καταλήγουν σε συγκεκριμένες προτάσεις για το πώς μπορεί να βελτιωθεί ο μηχανισμός αντιμετώπισης δασικών πυρκαγιών με βάση τα διδάγματα του παρελθόντος. Στην επιστημονική αξιολόγηση, δηλαδή, αναλύεται τι έγινε, τι κενά υπήρχαν, πώς μπορεί να βελτιωθεί, ποιες είναι οι προτάσεις για το μέλλον».
Ο Η. Τζηρίτης υποστηρίζει ότι στην Ελλάδα δεν υπήρξε μια τέτοια συστηματική κουλτούρα αποτίμησης. Μας εξηγεί ότι η μοναδική ουσιαστική αποτύπωση αυτού του τύπου ήταν η αποτίμηση της πυρκαγιάς του Έβρου από το WWF Ελλάς και το Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων, από την οποία, όπως λέει, προέκυψαν προτάσεις που τελικά ενσωματώθηκαν στον νέο νόμο. Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι η διαδικασία αυτή πρέπει να λειτουργήσει ως εργαλείο βελτίωσης και όχι ως μηχανισμός τιμωρίας προσώπων. «Το ζήτημα είναι να γίνεται σωστά, να είναι δημόσια διαθέσιμο και να μην καταλήγει στην τιμωρία κάποιων αξιωματικών που πήραν επιχειρησιακές αποφάσεις στο πεδίο, αλλά σε συγκεκριμένα συμπεράσματα που θα βελτιώνουν τον μηχανισμό και θα ενσωματώνονται στην εκπαιδευτική διαδικασία», τονίζει.
Μια ακόμη σημαντική τομή είναι η προδιαγεγραμμένη καύση, δηλαδή η ελεγχόμενη χρήση φωτιάς υπό αυστηρές επιστημονικές και επιχειρησιακές προϋποθέσεις, με στόχο τη μείωση της συσσωρευμένης καύσιμης ύλης στα δάση. Ο Η. Τζηρίτης τη χαρακτηρίζει ως ένα από τα πιο καινοτόμα εργαλεία που εισάγονται στη χώρα, «μια τομή για τα δασοπυροσβεστικά πράγματα της χώρας», ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι «δεν πρόκειται για ένα μέτρο που μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα και χωρίς σοβαρή προετοιμασία».
«Η εφαρμογή της προδιαγεγραμμένης καύσης δεν πρέπει να γίνει βιαστικά, και αυτό λέει και ο νόμος», σημειώνει. Όπως εξηγεί, το γεγονός ότι το νέο πλαίσιο προβλέπει διετή πιλοτική εφαρμογή έως το τέλος του 2027 είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, ακριβώς επειδή πρόκειται για ένα απαιτητικό εργαλείο που χρειάζεται προσεκτική προετοιμασία προτού γενικευτεί η χρήση του. Το WWF Ελλάς έχει ήδη υλοποιήσει πιλοτική εφαρμογή στη Χίο και προχωρά σε ακόμη μία στην Εύβοια, όμως, όπως λέει, χρειάζονται περισσότερα δεδομένα, δοκιμές στην πράξη, εκπαίδευση του προσωπικού που θα το εφαρμόσει καθώς και η διαμόρφωση σαφών προτύπων και τεχνικών προδιαγραφών. «Πρέπει να βγουν πρότυπα, προδιαγραφές, εκπαιδευτικά πακέτα, με βάση τα οποία θα πιστοποιούνται οι χειριστές. Πρέπει να γίνει με τον σωστό τρόπο, για να μην κακοφορμίσει στην πορεία», τονίζει.
Ο ίδιος σημειώνει ότι ο νόμος προβλέπει μεικτά συνεργεία εφαρμογής, με κοινή συμμετοχή δασολόγων και στελεχών του Πυροσβεστικού Σώματος, καθώς και δυνατότητα συμμετοχής επιστημονικού προσωπικού, εθελοντών και άλλων φορέων. «Πρέπει να καταλάβουμε ότι η αντιμετώπιση των πυρκαγιών είναι θέμα συνεργασίας. Αν δεν συνεργαστούμε, δεν αντιμετωπίζονται οι δασικές πυρκαγιές», λέει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι αυτή είναι η φιλοσοφία που διατρέχει πολλές από τις προβλέψεις του νέου νόμου», παρότι, όπως παραδέχεται, «οι συνεργασίες στην ελληνική πραγματικότητα δεν είναι πάντα ούτε εύκολες ούτε αυτονόητες».
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η ελεγχόμενη βόσκηση, που θεσμοθετείται ως εργαλείο πρόληψης, αξιοποιώντας τη βόσκηση για τη διαχείριση της βλάστησης σε ευάλωτες περιοχές. Όπως εξηγεί ο Η. Τζηρίτης, η εφαρμογή αυτού του μέτρου συνδέεται άμεσα με τα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης, δηλαδή τα σχέδια που καθορίζουν πού, πότε, με ποια ένταση και υπό ποιους όρους μπορεί να γίνεται η βόσκηση, ώστε αυτή να είναι περιβαλλοντικά βιώσιμη. Ωστόσο, μας εξηγεί ότι τα σχέδια αυτά, την ευθύνη σύνταξης των οποίων έχει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, παραμένουν σε εκκρεμότητα από το 2019. «Αν δεν κάνει τη δουλειά του το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, η πολύ σωστή αυτή νομοθετική πρόβλεψη θα μείνει κενό γράμμα», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Αντίστοιχα, τα ειδικά σχέδια πρόληψης που προβλέπεται να εκπονήσουν οι δήμοι δεν είναι ένα μέτρο που μπορεί να ενεργοποιηθεί άμεσα. Ο ίδιος ο νόμος δίνει περιθώριο 20 μηνών για την ολοκλήρωσή τους, «αναγνωρίζοντας ότι απαιτούνται τεχνικές προδιαγραφές, εφαρμοστικές αποφάσεις και μια σειρά προπαρασκευαστικών ενεργειών προτού περάσουν στην πράξη», προσθέτει. Οι πληροφορίες λένε ότι είχε ήδη συσταθεί επιτροπή με τη συμμετοχή πανεπιστημιακών, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων (ΚΕΔΕ) και της Ένωσης Περιφερειών και άλλων επιστημονικών φορέων για να καθορίσει αυτές τις προδιαγραφές.
Ωστόσο, η διαδικασία έχει προς το παρόν παγώσει λόγω της αλλαγής πολιτικής ηγεσίας στο υπουργείο, μια εξέλιξη που αποτυπώνει πόσο εύκολα ακόμη και ώριμες προβλέψεις του νόμου μπορούν να μείνουν πίσω αν δεν υπάρχει διοικητική συνέχεια, κάτι που βέβαια δεν είναι πρωτόγνωρο για τα ελληνικά πράγματα.
Η μονάδα Unit7
Μία ακόμη σημαντική καινοτομία του νέου νόμου είναι η πρόβλεψη για τη σύσταση της Unit7. Η Unit7 θα είναι μια μονάδα επιχειρησιακής μετεωρολογίας, η οποία θα λειτουργεί μέσα στο Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων (ΕΣΚΕΔΙΚ), με στόχο την ανάλυση και αξιολόγηση μετεωρολογικών δεδομένων σε πραγματικό χρόνο. Η κυρίαρχη στόχευση της μονάδας αυτής θα είναι να «μεταφράζει» τα μετεωρολογικά δεδομένα σε επιχειρησιακή γνώση για τη συμπεριφορά μιας δασικής πυρκαγιάς στο πεδίο. Πρόκειται για μια πρόβλεψη που, εφόσον εφαρμοστεί όπως σχεδιάστηκε, θα μπορούσε να αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο λήψης αποφάσεων κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης φωτιάς, δίνοντας προφανώς τις βέλτιστες οδηγίες για τη διαχείρισή της.
Ο Θοδωρής Γιάνναρος, επικεφαλής της Πυρομετεωρολογικής Ομάδας FLAME του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, εξηγεί ότι η νέα αυτή μονάδα προβλέπεται να στελεχωθεί από οκτώ μετεωρολόγους που θα προέρχονται από το Πυροσβεστικό Σώμα, την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία (ΕΜΥ) και την Πολεμική Αεροπορία, ενώ προβλέπεται και η συμμετοχή της ομάδας FLAME κατά περίπτωση, μέσω προγραμματικής σύμβασης. Ωστόσο, όπως λέει, παραμένει ασαφές σε ποιο στάδιο βρίσκεται σήμερα η ενεργοποίησή της. «Αυτήν τη στιγμή δεν γνωρίζω πού βρισκόμαστε: κατά πόσο και αν έχει ενεργοποιηθεί η μονάδα, εάν και από ποιους έχει στελεχωθεί, με τι εργαλεία θα δουλέψει και πώς θα ενσωματωθεί η πληροφορία που θεωρητικά μπορεί να παράγει ώστε να αξιοποιείται στο πεδίο», σημειώνει.
Όπως εξηγεί, αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου είχε ξεκινήσει μια προκαταρκτική συζήτηση με την προηγούμενη πολιτική ηγεσία του υπουργείου, με την προοπτική να υπάρξει και η απαραίτητη προετοιμασία. Ο ίδιος θεωρεί πιθανό η μονάδα να ενεργοποιηθεί ακόμη και μέσα στη φετινή αντιπυρική περίοδο, επισημαίνει όμως ότι τα χρονικά περιθώρια για να γίνει η εκπαίδευση και η επιχειρησιακή προετοιμασία που απαιτεί ένα τέτοιο εγχείρημα είναι πλέον εξαιρετικά στενά: «Αυτά τα πράγματα δεν δουλεύουν ως μαγικές λύσεις. Δεν είναι ότι θεσμοθετήσαμε μια νέα μονάδα και ξεκινάει να δουλεύει στον αυτόματο πιλότο, παράγοντας γνώση, πληροφόρηση και νοημοσύνη, αυτό που λένε intelligence, που εφαρμόζονται κατευθείαν στο πεδίο», λέει χαρακτηριστικά.
Ο Θ. Γιάνναρος υποστηρίζει ότι για να μπορέσει να είναι η αποτελεσματική αυτή η μονάδα «επιχειρησιακής μετεωρολογίας» προϋποθέτει και μια εκπαίδευση των μετεωρολόγων της: «Να δούμε τι γνώσεις έχουν πάνω στο κομμάτι της πυρομετεωρολογίας, να κάνουμε εκπαιδεύσεις, να διερευνήσουμε τι προϊόντα μπορούν να βγαίνουν, ποιες θα είναι οι επιστημονικές εισροές που θα παίρνουν, το input δηλαδή», λέει. Ο ίδιος σπεύδει να διευκρινίσει ότι το ζήτημα δεν αφορά την επιστημονική επάρκεια όσων θα στελεχώσουν τη νέα μονάδα αλλά την ανάγκη να αποκτήσουν κοινό επιχειρησιακό τρόπο λειτουργίας με όσους καλούνται να διαχειριστούν μια φωτιά στο πεδίο. «Δεν είναι ότι οι μετεωρολόγοι αυτοί δεν έχουν τις κατάλληλες δυνατότητες και τις περγαμηνές. Είναι σίγουρο ότι τις έχουν. Το ζήτημα είναι να μιλάμε την ίδια γλώσσα και από κει και πέρα να αρχίσουμε να χτίζουμε», επισημαίνει.
Εδώ, όπως εξηγεί, βρίσκεται και η ουσιαστική διαφορά μεταξύ της γενικής πρόγνωσης καιρού και της πυρομετεωρολογίας. «Δεν είναι ότι ανοίγουμε ένα Windy και βλέπουμε τι καιρό θα κάνει», λέει χαρακτηριστικά. «Η πρόγνωση καιρού είναι κάτι άλλο και από την πυρομετεωρολογία. Έχουν την ίδια βάση, αλλά όταν μιλάμε για πυρομετεωρολογία, μιλάμε για τη μετάφραση της πρόγνωσης του καιρού σε επιπτώσεις στη συμπεριφορά της πυρκαγιάς. Η γενική πρόγνωση καιρού δεν καλύπτει ούτε στον ελάχιστο βαθμό τις ανάγκες διαχείρισης μιας πυρκαγιάς στο πεδίο», προσθέτει.
Στην ερώτησή μας αν η ενεργοποίηση της Unit7 μπορεί πράγματι να αλλάξει τη διαχείριση μιας μεγάλης πυρκαγιάς, μας εξηγεί ότι αυτό μπορεί να γίνει υπό προϋποθέσεις: «Αν το σχέδιο υλοποιηθεί, η Ελλάδα θα είναι η μόνη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση που θα έχει ενσωματωμένη πυρομετεωρολογία μέσα στο ίδιο το κέντρο διαχείρισης κρίσεων, και αυτό δεν είναι καθόλου δευτερεύον». Ισχυρίζεται ότι είναι σημαντικό συστατικό της επιτυχίας, ο ίδιος χώρος, η κοινή δράση, η συνεργασία: «Το εργαλείο που λείπει αυτήν τη στιγμή δεν είναι κανένα ΑΙ, ούτε κανένα υπερσύγχρονο σύστημα δασοπυρόσβεσης, ούτε καμιά εξελιγμένη πλατφόρμα, αλλά η εμπιστοσύνη», τονίζει. Όπως εξηγεί, «ο άνθρωπος που διαχειρίζεται μια δασική πυρκαγιά στο πεδίο δύσκολα θα εμπιστευτεί από μόνο του ένα μοντέλο ή έναν αλγόριθμο ή έναν μικροδορυφόρο. Μπορεί όμως να εμπιστευτεί ανθρώπους με τους οποίους έχει καθίσει και έχει δουλέψει μαζί, έχουν ανταλλάξει, γνώση, εμπειρία, πληροφορίες, ούτως ώστε να επικοινωνήσει άμεσα όταν η πίεση κορυφώνεται». Και προσθέτει: «Το να παραγάγει κάποιος ερευνητής από το γραφείο του το τέλειο εργαλείο ή μοντέλο και να πάει μια μέρα να το παρουσιάσει στην Πυροσβεστική δεν λέει τίποτα. Δεν δουλεύει έτσι. Πρέπει να δουλεύουν μαζί, στον ίδιο χώρο. Έτσι θα πάμε στο decision making support. Στην υποστήριξη της λήψης αποφάσεων», λέει χαρακτηριστικά.
Νέα διαστημικά εργαλεία, παλιά ερωτήματα
Απέναντι σε αυτήν τη σύνθετη πραγματικότητα, η πολιτεία υποστηρίζει ότι ο φετινός μηχανισμός εμφανίζεται ενισχυμένος. Στην τελευταία επιχειρησιακή σύσκεψη για την αντιπυρική περίοδο, ο υπουργός Πολιτικής Προστασίας ανέφερε ότι φέτος θα επιχειρούν 51 μισθωμένα εναέρια μέσα έναντι 49 πέρυσι, ότι το Πυροσβεστικό Σώμα έχει ήδη ενισχυθεί με 1.600 στελέχη, ενώ προχωρά η ένταξη ακόμη 600, ότι έχουν διατεθεί νέα οχήματα και εξοπλισμός, και ότι 100 drones θα επιτηρούν σε 24ωρη βάση. Την ίδια στιγμή, πάντως, αναγνώρισε και το μέγεθος της πρόκλησης: «Όταν φτάνουμε να έχουμε 120 πυρκαγιές σε μία ημέρα, 9.000 πυρκαγιές συνολικά τον χρόνο, η διάσπαση των δυνάμεων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα δυσκολίας».
Σε αυτό το περιβάλλον αυξημένων απαιτήσεων, το ερώτημα είναι αν η νέα τεχνολογική ενίσχυση θα μπορέσει να κάνει ουσιαστική διαφορά. Οι τέσσερις θερμικοί μικροδορυφόροι που εκτοξεύτηκαν για την ανίχνευση και παρακολούθηση πυρκαγιών αποτελούν μέρος του ευρύτερου Εθνικού Προγράμματος Μικροδορυφόρων, του εγχειρήματος με το οποίο η Ελλάδα επιχειρεί να αποκτήσει για πρώτη φορά δική της υποδομή δορυφορικών εφαρμογών για την πολιτική προστασία, την παρατήρηση της Γης και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης. Το πρόγραμμα, με προϋπολογισμό 200 εκατ. ευρώ, χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης και βρίσκεται υπό την τεχνική εποπτεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ESA) και του Ελληνικού Κέντρου Διαστήματος (ΕΛΚΕΔ). Το σύστημα των τεσσάρων θερμικών δορυφόρων αναπτύχθηκε από τη γερμανική OroraTech, εταιρεία διαστημικής τεχνολογίας με έδρα το Μόναχο, η οποία ειδικεύεται στην έγκαιρη ανίχνευση δασικών πυρκαγιών μέσω θερμικών δορυφορικών δεδομένων και εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης. Η εταιρεία έχει ήδη ενισχύσει την παρουσία της στην Ελλάδα, ανοίγοντας γραφεία και στην Αθήνα.
Στο ερώτημα της LiFO προς το υπουργείο για το ποιοι φορείς θα λαμβάνουν σε πραγματικό χρόνο τα δεδομένα των δορυφόρων κατά τη διάρκεια μια πυρκαγιάς, μας απάντησαν ότι «τα δεδομένα θα διοχετεύονται επιχειρησιακά προς τα Επιχειρησιακά Συντονιστικά Κέντρα Διαχείρισης Κρίσεων (ΕΣΚΕΔΙΚ) και ειδικότερα προς τα συστήματα της Ελληνικής Πυροσβεστικής και της Πολιτικής Προστασίας. Ο Κυβερνητικός Κόμβος Παρατήρησης της Γης (Governmental EO Hub) θα επιτρέπει την ενιαία πρόσβαση και αξιοποίηση δεδομένων σε σχεδόν πραγματικό χρόνο από όλους τους ελληνικούς δορυφόρους». Υπογραμμίζουν ακόμη, ότι «ιδιαίτερα σημαντική είναι η επιχειρησιακή διασύνδεση των δορυφορικών δεδομένων με τα υφιστάμενα συστήματα διαχείρισης κρίσεων της χώρας. Η OroraTech, σε συνεργασία με το Ελληνικό Κέντρο Διαστήματος (ΕΛΚΕΔ), ελληνικούς φορείς και εταιρείες, έχει ήδη προχωρήσει στην ενσωμάτωση της πλατφόρμας Wildfire Solution και των δεδομένων ενεργών πυρκαγιών στα επιχειρησιακά συστήματα της Ελληνικής Πυροσβεστικής και ειδικότερα στο σύστημα διοίκησης ENGAGE, επιτρέποντας τη διαρκή ροή πληροφορίας προς τα Επιχειρησιακά Συντονιστικά Κέντρα Διαχείρισης Κρίσεων (ΕΣΚΕΔΙΚ) και τους επιχειρησιακούς χρήστες».
«Οι αρμόδιοι χειριστές θα έχουν πρόσβαση σε χάρτες ενεργών εστιών, θερμικές ανωμαλίες, προβλέψεις εξάπλωσης πυρκαγιάς, εκτιμήσεις κινδύνου, χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων, σχετικά μετεωρολογικά δεδομένα και γεωχωρικά δεδομένα για λήψη αποφάσεων στο πεδίο», αναφέρουν από το υπουργείο. «Το σύστημα θα υποστηρίζει δυνατότητες έγκαιρης προειδοποίησης και άμεσης επιχειρησιακής απόκρισης για φυσικές καταστροφές, με έμφαση στις πυρκαγιές και τις πλημμύρες», μας εξηγούν.
Αξιοσημείωτο και θετικό είναι το γεγονός ότι «το πρόγραμμα προβλέπει τη διάθεση δεδομένων και υπηρεσιών τόσο προς δημόσιους φορείς όσο και προς την ερευνητική και ακαδημαϊκή κοινότητα, με στόχο την ανάπτυξη εφαρμογών, την επιστημονική έρευνα και την καινοτομία». Ήδη στο πρόγραμμα, όπως αναφέρουν από το υπουργείο, συμμετέχουν ελληνικά πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιστημονικοί φορείς, ενώ αναπτύσσονται συνεργασίες για μοντέλα πρόβλεψης πυρκαγιών, ανάλυση κλιματικής αλλαγής, παρακολούθηση οικοσυστημάτων, εφαρμογές γεωργίας ακριβείας, υπηρεσίες περιβαλλοντικής παρακολούθησης και ασφάλειας. Παράλληλα, μέρος των δεδομένων και προϊόντων θα διατίθεται ελεύθερα για δημόσιες ανάγκες και ερευνητική αξιοποίηση μέσω του Governmental EO Hub.
Μένει να φανεί, λοιπόν, αν αυτή η τεχνολογική ενίσχυση θα μεταφραστεί σε πραγματικό πλεονέκτημα στο πεδίο, όπως επίσης και ποιο μέρος των σημαντικών προβλέψεων του νέου νόμου θα προλάβει να ενεργοποιηθεί ουσιαστικά. Μένει να φανεί, επίσης, αν θα έχουμε ή όχι την επανάληψη των καταστροφικών πυρκαγιών των τελευταίων ετών, για την αποτίμηση των οποίων δεν υπάρχει μια ενιαία αφήγηση. Η αποτίμηση του υπουργείου Πολιτικής Προστασίας και για την αντιπυρική περίοδο του 2025 παρουσίασε μια συγκρατημένα θετική εικόνα, με περίπου 477.000 καμένα στρέμματα, σημειώνοντας ότι βρίσκεται κάτω από τον ιστορικό μέσο όρο της χώρας για την περίοδο 2006-2024, που ανέρχεται σε 503.000 στρέμματα, σε μια χρονιά που η Ευρώπη συνολικά κατέγραψε ιστορικό ρεκόρ καμένων εκτάσεων.
Στον αντίποδα, το WWF Ελλάς και η Πυρομετεωρολογική Ομάδα FLAME του Εθνικού Αστεροσκοπείου χαρακτήρισαν το 2025 μία από τις πέντε χειρότερες αντιπυρικές περιόδους των τελευταίων είκοσι ετών. Σύμφωνα με τη δική τους ανασκόπηση, οι καμένες εκτάσεις έφτασαν τα 478.280 στρέμματα, ενώ τα περιστατικά χαρτογραφημένων πυρκαγιών από το ευρωπαϊκό σύστημα EFFIS ήταν αυξημένα κατά 39% σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου 2006-2024. Συνυπολογίζοντας μικρότερα περιστατικά που δεν καταγράφονται στα δεδομένα του EFFIS, εκτιμούν ότι η πραγματική καμένη έκταση ξεπέρασε τα 500.000 στρέμματα. Υποστηρίζουν, μάλιστα, ότι το υπουργείο συνεχίζει μια εσφαλμένη πρακτική υπολογισμού, που αποτυπώνει μόνο τις καμένες εκτάσεις σε ψηλά ώριμα δάση, αφήνοντας εκτός ένα σημαντικό μέρος της πραγματικής οικολογικής ζημιάς. Με βάση τη δική τους αποτίμηση, περισσότερα από 290.000 στρέμματα δασικής βλάστησης επηρεάστηκαν σημαντικά, πάνω από 130.000 στρέμματα αφορούσαν διπλοκαμένες περιοχές, ενώ 116.770 στρέμματα κάηκαν μέσα σε προστατευόμενες περιοχές.
Το αν, τελικά, η Ελλάδα μπαίνει σε μια πραγματικά νέα εποχή διαχείρισης των δασικών πυρκαγιών ή αν απλώς προσθέτει νέα εργαλεία σε ένα σύστημα που εξακολουθεί να παλεύει με παλιές αδυναμίες είναι κάτι που θα φανεί όχι στις εξαγγελίες αλλά στην πρώτη μεγάλη φωτιά, η οποία αργά ή γρήγορα θα ξεσπάσει, καθώς, όπως αναφέρουν οι δασολόγοι, «η φωτιά αποτελεί ένα φυσικό στοιχείο του κύκλου ζωής πολλών μεσογειακών οικοσυστημάτων και αυτό που έχει αλλάξει είναι η συχνότητα και η έντασή της».