ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΤΗ σκανδαλώδη επιμονή της διοργανώτριας αρχής του φεστιβάλ της Eurovision να συμμετέχει πάση θυσία το Ισραήλ στον διαγωνισμό για να μποϊκοτάρω τον 70χρονο «θεσμό». Το έχω κάνει προ πολλού, χαλαρά, διακριτικά και χωρίς καμιά διάθεση να κατακρίνω τον κόσμο που παρακολουθεί –είτε γελαστός είτε μειδιώντας– κάθε χρόνο την εκδήλωση, τα προεόρτια και απότοκά της. Κρατάω όμως τις αναμνήσεις από τις μεταδόσεις του διαγωνισμού στην δεκαετία του ’70 που παρακολουθούσα με δέος ως παιδάκι, μισό μέτρο από την οθόνη της τηλεόρασης. Μέσω του YouTube, πάω καμιά φορά και πιο παλιά ακόμα, στην εποχή της πρώιμης και αυστηρά ασπρόμαυρης (κυριολεκτικά και μεταφορικά) Eurovision των πρώτων διαγωνισμών.
Όπως, λόγου χάρη, στη διοργάνωση του 1961, την έκτη κατά σειρά στην ιστορία του θεσμού, που έγινε με τη συμμετοχή δεκατριών χωρών. Η Ελλάδα αργούσε ακόμα, εκείνη η χρονιά όμως σημάδεψε την πρώτη συμμετοχή χωρών όπως η «αδέσμευτη» (και αείμνηστη πια) Γιουγκοσλαβία του Τίτο αλλά και η Ισπανία του Φράνκο. Το πρώτο βραβείο είχε κερδίσει τότε το Λουξεμβούργο με μια μπαλάντα που είχε ερμηνεύσει ο Γάλλος τραγουδιστής Ζαν-Κλοντ Πασκάλ και είχε τίτλο «Nous les amoureux» («Εμείς οι εραστές»). Πολύ αργότερα, ο ίδιος ο τραγουδιστής θα αποκάλυπτε ότι το κομμάτι αφορούσε μια απαγορευμένη ερωτική σχέση μεταξύ ανδρών.
Η Eurovision υπέστη πολλές διευρύνσεις και μεταλλάξεις, ποτέ όμως δεν είχε διχάσει τόσο το κοινό και τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ραδιοτηλεοπτικής Ένωσης όσο τα τελευταία δύο χρόνια με το ζήτημα της συμμετοχής ή μη του Ισραήλ.
Θα μπορούσε συνεπώς να ισχυριστεί κανείς ότι σχεδόν εξαρχής υπήρχε με κάποιο τρόπο και το «πολιτικό» και το «queer» στοιχείο στον διαγωνισμό. Από τότε η Eurovision υπέστη πολλές διευρύνσεις και μεταλλάξεις, ποτέ όμως δεν είχε διχάσει τόσο το κοινό και τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ραδιοτηλεοπτικής Ένωσης όσο τα τελευταία δύο χρόνια με το ζήτημα της συμμετοχής ή μη του Ισραήλ, ενός κράτους που κατηγορείται όχι μόνο για γενοκτονία και σωρεία εγκλημάτων πολέμου αλλά και για συστηματική και κατ’ εξακολούθηση παραβίαση των κανόνων δεοντολογίας του διαγωνισμού.
Σύμφωνα με το χθεσινό αποκαλυπτικό δημοσίευμα των «New York Times», η κυβέρνηση Νετανιάχου αντιμετώπιζε –εδώ και μια δεκαετία περίπου– τον διαγωνισμό τραγουδιού ως εργαλείο «ήπιας ισχύος» («soft power»), ρίχνοντας μπόλικο χρήμα και αφιερώνοντας πολύ χρόνο σε παρασκηνιακές επαφές με ευρωπαϊκούς ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, προκειμένου να ενισχύσει τις υποψηφιότητες του Ισραήλ. Μετά τη Γάζα, οι κινήσεις αυτές έγιναν ακόμα πιο έντονες και ενδελεχείς, με αποκορύφωμα την περσινή ψηφοφορία κατά την οποία παραλίγο να καταλήξει στην κορυφή το τραγούδι του Ισραήλ (τελικά τερμάτισε δεύτερο), γεγονός που θα σήμαινε ότι ο φετινός τελικός θα έπρεπε να διεξαχθεί στο Τελ Αβίβ. Πάλι καλά να λέμε δηλαδή…
«Για την ισραηλινή κυβέρνηση, η Eurovision έγινε κάτι περισσότερο από ένα πανηγύρι λαμπερών κοστουμιών, γκέι περηφάνιας και πυροτεχνικών εφέ», σημειώνεται στην έρευνα των «ΝΥ Times». «Μέσω της ισχυρής παρουσίας των ερμηνευτών του στον διαγωνισμό, έγινε μια ευκαιρία να αναβαθμίσει τη φθίνουσα υπόληψη της χώρας και να κερδίσει διεθνή υποστήριξη». Για «κατάληψη της Eurovision από το Ισραήλ» κάνει λόγο ο Στέφαν Γιον Χάφσταϊν, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα της Ισλανδίας, μίας από τις πέντε χώρες (οι άλλες είναι η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Ολλανδία και η Σλοβενία) που μποϊκοτάρουν φέτος τον διαγωνισμό, διασώζοντας κάτι από τη χαμένη υπόληψη της «πολιτισμένης» Ευρώπης.