— Πες μου λίγα πράγματα που θα ήθελες να ξέρουμε για σένα.

Αγαπώ τις γάτες, τη θάλασσα, το καλοκαίρι, το μπλε-μοβ χρώμα λίγο πριν από τη δύση, το ξενύχτι μέχρι το πρωί κουβεντιάζοντας και χορεύοντας, τις βόλτες με το αυτοκίνητο με μουσική στη διαπασών (για να είμαι ειλικρινής, μουσική στη διαπασών παντού).

 

Αγαπώ τους ανθρώπους (πολύ), δεν αντέχω μακριά τους. Αγαπώ τα πάθη, τις αδυναμίες τους. Αγαπώ αυτή την πόλη, την κίνηση στους δρόμους, την ανυπομονησία, την τρέλα ακόμα και τη δυστυχία της. Είναι σαν να με δονεί και να με ωθεί με πολύ παράξενο τρόπο να γίνω πιο ανθρώπινη.

 

Αγαπώ τα sci-fi, τα neon φώτα και επιγραφές, τους σούπερ ήρωες που με «μετακινούν» για λίγο από τη γείωση της νόησης.

 

— Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε στο έργο του Βέντεκιντ και πώς σχετίζεται με ό,τι ζούμε σήμερα κατά τη γνώμη σου;

Η αγάπη μου γι’ αυτό το συναρπαστικό κείμενο του Βέντεκιντ πυροδοτήθηκε το 2007. Κοιμόταν μέσα μου. Συχνά, όταν με ρωτούσαν για αγαπημένα θεατρικά κείμενα, το ανέφερα.

 

Είναι η γραφή του τέτοια, που το διαβάζεις αρχικά και δεν κατανοείς το βάθος του ψυχογραφήματος των ηρώων, ενώ στη δεύτερη ανάγνωση καταλαβαίνεις πως ο Βέντεκιντ επιλέγει μια φράση και από κάτω της κρύβει έναν ολόκληρο κόσμο και μια ανείπωτη ιστορία.

 

Η Lulu «βγήκε» από μέσα μου γιατί τη συνάντησα. Είναι ένα πλάσμα αισθαντικό, μοναδικό, όμορφο, ταλαντούχο, θέλει να απολαύσει, να ζήσει, να νιώσει. Όπως γράφει και ο συγγραφέας: «Αυτή δεν μπορεί να ζήσει από τον έρωτα γιατί η ίδια της η ζωή είναι έρωτας».

 

Κι εγώ, παρατηρώντας γύρω μου, βλέπω πλάσματα στραγγισμένα από ζωή, νεκρά, πληγωμένα, μόνα. Πλάσματα που κυνηγούν την ύλη, χειριστικά και εγωμανή. Kαι η Lulu μετατρέπεται στο έργο σε ένα τέτοιο. Η Lulu είμαστε όλοι εμείς, τα δυνάμει θαύματα ή τέρατα. Πόσο πιο επίκαιρο σε μια εποχή που το ανθρώπινο έχει αντικατασταθεί από το ιλουστρασιόν ή τον απόλυτο εκμηδενισμό του;

 

Η σκηνοθέτις παρουσιάζει τη «Lulu» του Φρανκ Βέντεκιντ σε μορφή ενός electro-pop πάρτι με πολύ neon και live μουσική από τις Someone Who Isn’t Me (SWIM). Φωτο: Νίκος Κατσαρός
Η σκηνοθέτις παρουσιάζει τη «Lulu» του Φρανκ Βέντεκιντ σε μορφή ενός electro-pop πάρτι με πολύ neon και live μουσική από τις Someone Who Isn’t Me (SWIM). Φωτο: Νίκος Κατσαρός

 

— Η μουσική έχει κεντρικό ρόλο στην παράσταση. Ποιος ήταν ο λόγος που πήρες αυτή την απόφαση;

Από την πρώτη στιγμή ήμουν αποφασισμένη για τον κεντρικό ρόλο της μουσικής. Να είναι ο τρίτος πρωταγωνιστής. Η μουσική για μένα είναι το δώρο του Θεού στους ανθρώπους, σε αυτήν το θυμικό ανταποκρίνεται απευθείας, δίχως φίλτρο. Μετά ακολουθεί το σώμα, που δεν μπορεί να υποκριθεί, και στο τέλος ο λόγος.

 

Έχοντας γεννηθεί σε μια εποχή κατά την οποία ο δυτικός τρόπος ζωής, ο νους και η σκέψη είναι κυρίαρχα, ήθελα να φτιάξω έναν κόσμο γεμάτο μουσική και σωματικότητα.

 

Ο ήχος των S.W.I.M. είναι συγκινητικός. Θες να σηκωθείς κλαίγοντας και να χορέψεις.

 

— Γιατί επέλεξες τη μουσική των S.W.I.M.;

Το 2016 συνεργάστηκα με τη Μαριλένα Ορφανού (η οποία γράφει τη μουσική και παίζει πλήκτρα στις SWIM) στο έργο «Brave new world» του A. Huxley. Τότε ήταν η εποχή που τα κορίτσια του συγκροτήματος, η Μαρία Χατζάκου (ντραμς), η Τζίνα Δημακοπούλου (κιθάρα) και η Μαριλένα Ορφανού ξεκίνησαν τις live εμφανίσεις τους.

 

Όταν παρακολούθησα την πρώτη τους συναυλία και άκουσα τον ήχο τους ήταν αποκάλυψη για μένα. Τρία πλάσματα με την πιο παράξενα πυκνή σκηνική παρουσία. Τις κοιτούσα και δεν πίστευα αυτήν τη συστολή στη σκηνική τους παρουσία, η οποία όμως είχε τη μοναδική ικανότητα να διαστέλλεται και να μεταμορφώνεται σε κάτι άλλο, εξώκοσμο.

 

Ήθελα πολύ να φέρω αυτή την ποιότητα στην παράσταση, γιατί αυτό ακριβώς είναι η Lulu προτού την «κατασπαράξουν» επειδή δεν την κατανοούν.

 

Έπειτα, ο ήχος τους είναι συγκινητικός, ενώ ταυτόχρονα θες να σηκωθείς κλαίγοντας και να χορέψεις. Νομίζεις πως ακούς κάποιον ’80s οικείο ήχο, ενώ ταυτόχρονα έχεις την αίσθηση πως ακούς σάουντρακ ή σύγχρονο ηλεκτρονικό κομμάτι, μια βασική μελωδία, και ταυτόχρονα είσαι σίγουρος πως ακούς άλλες δέκα μαζί. Αυτή είναι η μαγεία αυτού του συγκροτήματος, είναι γεμάτο ανατροπές και πολυμορφία.

 

Στην παράσταση ο ήχος τους αγγίζει όλα τα είδη μουσικής σχεδόν και δεν το καταλαβαίνεις. Σαν νερό κυλάνε από το ένα είδος στο άλλο: ακούς τα ντραμς της Μαρίας σαν το χτυποκάρδι, την κιθάρα της Τζίνας σαν τα δάκρυα και τα πλήκτρα της Μαριλένας σαν την ανάσα του τρίτου πρωταγωνιστή.

 

Φωτο: Νίκος Κατσαρός
Φωτο: Νίκος Κατσαρός

 

— Τι είναι αυτό που η πατριαρχική κοινωνία αδυνατεί να κατανοήσει στη Lulu;

Η ισορροπία στη φύση, το γιν και το γιανγκ, το αρσενικό και το θηλυκό πρέπει να βρίσκονται σε απόλυτη ισορροπία ώστε να υπάρχει αρμονία. Η αρμονία επιτυγχάνεται και κατακτιέται μέσω καθημερινής σύγκρουσης των δυνάμεων, είναι σαν το πεδίο ανάμεσα σε δύο μαγνήτες ίσης δύναμης και μεγέθους, εκεί ανάμεσα γεννιέται η ζωή και πάλλεται. Από τη στιγμή που η πατριαρχική κοινωνία καταπιέζει και αποδυναμώνει τη δύναμη της γυναικείας φύσης δεν θα υπάρξει ποτέ πρόοδος, ούτε ισορροπία ούτε αρμονία.

 

Όταν φοβάσαι, μισείς, υπονομεύεις το αντίθετό σου και ταυτόχρονα την αντανάκλασή σου στο καθρέφτη της φύσης σου, είναι προαποφασισμένο πως δεν θα υπάρξει ποτέ ουσιαστική πρόοδος στο ανθρώπινο είδος. Δρώντας ανταγωνιστικά ως προς εκείνο που σε συμπληρώνει, είσαι καταδικασμένος σε κατώτατα πνευματικά επίπεδα.

 

Η Lulu χειρίζεται τους άνδρες όπως την έχουν χειραγωγήσει εκείνοι πριν, η Lulu θέλει να γευτεί την ηδονή όπως επιτρέπεται κοινωνικά στους άνδρες που συναντά, η Lulu εκμεταλλεύεται όπως την εκμεταλλεύονται, η Lulu επιλέγει ακόμα και τον θάνατό της, η Lulu επαναστατεί και διεκδικεί την ισότητα, το νομοτελειακό της δικαίωμα.

 

— Πώς αισθάνεσαι ως σκηνοθέτις, ξέροντας ότι έργο που παρουσιάζεις είναι άβολο και σε σημεία δύσκολο για το κοινό να το παρακολουθήσει;

Αυτή η παράσταση γεννήθηκε από τη σύμπραξη ωραίων και ταλαντούχων ανθρώπων. Η Έφη Ηλιάδου δημιούργησε και μεταμόρφωσε το Βios σε ένα αποχωρητήριο συγκαλυμμένης βρομιάς, η Βασιλεία Ροζάνα «χρωμάτισε» τους χαρακτήρες καλύπτοντας τη δυσωδία τους και εμπνεύστηκε τα μπαλόνια, ένα παιδικό σύμβολο, ως αντίστιξη στη σήψη, ο Άλεξ Αλεξάνδρου μετατόπισε το φως σε νέον και φωτισμούς σαν να είναι πάρτι χαράς, οι SWIM έντυσαν με ήχους και μελωδίες χαρμολύπης πολύ σκληρές εικόνες και οι ταλαντούχοι ηθοποιοί έθεσαν εαυτόν στη διάθεση της παράστασης.

 

Έτσι, το έργο δεν βασίστηκε στην ωμή σκληρότητα, στο γυμνό, στο προφανές. Παίζεται κάτι, αλλά από κάτω κρύβεται κάτι άλλο, όπως και στο κείμενο του Βέντεκιντ. Ο θεατής δεν εκτίθεται σε ωμή βία, εκτίθεται σε κάτι έντονο και μελετημένο. Μετά κρατάει εκείνο που επέλεξε να δει ή να αποκωδικοποιήσει.

 

Info: Lulu: 1-15/12, Bios, Πειραιώς 84, Παρασκευή: 00:00, εισιτήριο: 10 ευρώ