Συμπτώσεις - ξεσυμπτώσεις, η μαύρη αλήθεια είναι ότι έπεσε βαριά η ανόσια συγκυρία του θανάτου του Λέοναρντ Κοέν (σε προχωρημένη ηλικία έστω και ενώ είχε ήδη «προαναγγελθεί» με το πρόσφατο κύκνειο άσμα του) αμέσως μετά την επικράτηση του Τραμπ. Σκοτάδι θέλετε; Φάτε το και με τις υγείες σας. Το μυαλό ζητούσε καταφύγιο στο παρελθόν, περίπου τρεις χιλιάδες νύχτες πριν, όταν ακουγόταν από τα χείλη του σ' εκείνη τη συγκλονιστική συναυλία στη Μαλακάσα η επωδός του τραγουδιού «Democracy» («Democracy is coming to the USA»), που έμοιαζε τόσο ενθαρρυντική και ελπιδοφόρα το 2008 εν όψει της επέλασης Ομπάμα στον Λευκό Οίκο. Το Κακό εδώ ήταν πάντα, τώρα όμως φαίνεται να κανονικοποιείται επίσημα, απαλλαγμένο από την ανάγκη να καλύψει την ολοκληρωτική του φύση. Και όπως όλοι οι κορυφαίοι δημιουργοί, συγγραφείς και ποιητές που δεν επιλέγουν τον οριστικό αναχωρητισμό, ο Κοέν εξέταζε αναλυτικά με τους στίχους, τα κείμενα και τα τραγούδια του το ύφασμα του κόσμου που ζούμε και φαινόταν να προβλέπει το μέλλον χωρίς φόβο και πάθος και μοιρολατρία (μόνο ότι θα του φάει τα λεφτά η ιδιαιτέρα του δεν προέβλεψε). Και όποιος αναζητά μια θυμόσοφη, διαυγή και μη δυσοίωνη εκδοχή των πραγμάτων, μια καλή λύση είναι να ξεφυλλίζει τακτικά το βιβλιαράκι-εγχειρίδιο επιβίωσης του Κοέν με τίτλο The book of longing (Το βιβλίο του πόθου στα ελληνικά), όπου ανάμεσα στα γραπτά και στα ποιήματα θα βρει και κάτι υπέροχα σκίτσα, αυτοπροσωπογραφίες/καρικατούρες του συγγραφέα με λεζάντες του τύπου «Ποτέ δεν βρήκα το κορίτσι, ποτέ δεν έγινα πλούσιος, ακολουθήστε με» ή «Δεν έχουμε πειστεί ότι έχει υπάρξει κάποια βελτίωση».

 

Φροντίζω να ξεκινάω πάντα τη συναυλία με το «Bird on the wire», με επαναφέρει στα καθήκοντά μου. Ξεκίνησε στην Ελλάδα και τελείωσε σ' ένα μοτέλ στο Χόλιγουντ γύρω στα 1969, όπως και οτιδήποτε άλλο...


Προσωπικά, θα μου μείνει για πάντα αξέχαστη και καθοριστική η στιγμή που απέκτησα σε πολύ τρυφερή ηλικία τη συλλογή του με τα Greatest Hits, που κυκλοφόρησε το 1975 και βρέθηκε στα χέρια μου καμιά δεκαριά χρόνια μετά, ανοίγοντας στη μέση την εφηβική μετα-πάνκ δισκοθήκη μου, όπως ο Μωυσής την Ερυθρά Θάλασσα. Ακολούθησαν ατέλειωτες ώρες αποκαλυψιακής ακρόασης, βαθμιαίας εισαγωγής στα σαγηνευτικά βάθη (και πάθη) του ενήλικου κόσμου και προσηλωμένης ανάγνωσης στις σημειώσεις που είχε γράψει για κάθε τραγούδι στο οπισθόφυλλο. Λόγια τόσο όμορφα γραμμένα, γεμάτα κοενικούς αναστοχασμούς και διακριτικό πνεύμα – απίστευτο μου φαίνεται συχνά το πώς διαφεύγει από τόσο πολλούς το χιούμορ αλλά και η πολιτική ενόραση του Κοέν και μένει μόνο η βραχνή βαρύτητα μιας αιωνίως κλονισμένης καψούρας. Πέρα από τα στοιχεία γενεαλογίας των τραγουδιών, μέσα από τις σημειώσεις ξεπηδούσε μια οικουμενική ελευθεριότητα, ένας υπέροχος μποέμικος κοσμοπολιτισμός που συχνά είχε στο κέντρο του ως locus magicus την Ελλάδα, την Ύδρα βασικά. Κατόπιν, διάβασα και τον Υπνοβάτη της Καραπάνου και ο μύθος ήρθε κι έδεσε.

 

 
«... Πολλοί από τους ανθρώπους που γνωρίζω πιστεύουν ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό στον κόσμο από τη δημιουργία ενός τραγουδιού. Ευτυχώς, η πίστη αυτή σπανίως εμφανίζεται στις συζητήσεις τους». Έτσι κατέληγε το σημείωμα για το «So long, Marianne», ενώ για το «Famous blue raincoat» έγραφε: «Είχα μια καλή καπαρντίνα τότε, μια Burberry που είχα πάρει απ' το Λονδίνο το 1959. Η Ελίζαμπεθ έλεγε ότι έμοιαζα με αράχνη όταν τη φορούσα. Πιθανόν γι' αυτό δεν ήθελε να έρθει μαζί μου στην Ελλάδα. Κρεμόταν πιο ηρωικά πάνω μου όταν έβγαλα τη φόδρα και γνώρισε μεγάλες δόξες όταν διορθώθηκαν με λίγο δέρμα τα φθαρμένα μανίκια. Τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα. Εκείνες τις μέρες ήξερα να ντύνομαι. Την κλέψανε από το λοφτ της Μάριαν στη Νέα Υόρκη κάποια στιγμή στις αρχές των '70s. Εκεί, προς το τέλος, δεν τη φορούσα πια τόσο πολύ». Και για το «Bird on the wire»: «Φροντίζω να ξεκινάω πάντα τη συναυλία μ' αυτό το τραγούδι, με επαναφέρει στα καθήκοντά μου. Ξεκίνησε στην Ελλάδα και τελείωσε σ' ένα μοτέλ στο Χόλιγουντ γύρω στα 1969, όπως και οτιδήποτε άλλο... Ο Κρις Κριστόφερσον μου είπε ότι θα βάλει τους πρώτους στίχους στην ταφόπλακά του και θα πληγωθώ αν δεν το κάνει».

 

Το τελευταίο δεν θα επιβεβαιωθεί ποτέ, αφού ο Κρις Κριστόφερσον, καλή του ώρα, βρίσκεται ακόμα μαζί μας, έκλεισε το καλοκαίρι που πέρασε τα ογδόντα και νιώθει καμιά φορά κι αυτός ίσως αυτό το συναίσθημα ακυρωμένης λαχτάρας που είχε κάνει τον Κερτ Κομπέιν να γράψει εκείνο τον στίχο από το «Pennyroyal Τea»: «Δώσε μου έναν κόσμο μετά τον Λέοναρντ Κοέν για ν' αναστενάζω αιώνια».

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO