ΒΡΕΘΗΚΑ ΤΙΣ ΠΡΟΑΛΛΕΣ μάρτυρας σε μια ήπιων τόνων (ο έντονος λόγος ενισχύει το ιικό φορτίο άλλωστε) διένεξη φιλικού ζευγαριού, σαφώς επηρεασμένη από το πνεύμα των ημερών, το οποίο ενθαρρύνει (δικαίως, και επιτέλους) τις καταγγελίες ενάντια στις κακοποιητικές συμπεριφορές ανδρών επιφανών και αναθερμαίνει για άλλη μια φορά τη συζήτηση περί διαχωρισμού ή όχι του έργου του δημιουργού από τη φρικτή έως εγκληματική συμπεριφορά που μπορεί να έχει επιδείξει στις προσωπικές σχέσεις του.


Αφορμή για την αντιπαράθεση υπήρξε ένα τραγούδι του Άκη Πάνου («Το θολωμένο μου μυαλό» με τον Καζαντζίδη) που διάλεξε εκείνος να ακουστεί, προκαλώντας την αντίδραση της συντρόφου του, η οποία ομολογουμένως δεν το έχει καθόλου όχι μόνο με τις μάτσο εκδηλώσεις «θολωμένων ανδρών» αλλά ούτε και με το λαϊκό τραγούδι γενικώς. «Τεράστια και σημαντική προσωπικότητα» έλεγε εκείνος, υπερασπιζόμενος την επιλογή του. «Να τη βράσω τη σημασία του», ξέσπασε εκείνη, «πήγε και σκότωσε τον άνθρωπο, επειδή δεν ενέκρινε τη σχέση του με την κόρη του...».

 

H περίπτωση του Άκη Πάνου, που ακόμα μας στοιχειώνει
O Πάνου στο κελλί της φυλακής του. Φωτ.: Σ. Τσακίρης

 

Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν μπορώ να σβήσω, να ακυρώσω, να ρίξω στον Καιάδα γραπτά, τραγούδια, ταινίες ή άλλα σημαντικά στη ζωή μου προϊόντα αμφιλεγόμενων (ή και αποδεδειγμένα ένοχων) προσωπικοτήτων. Ούτε όμως μπορεί να σβήσει από το μυαλό μου η σύνδεση με τις όποιες αποτρόπαιες πράξεις τους.


Δεν έκρινα σκόπιμο να παρέμβω στην κουβέντα, αφενός γιατί καλύτερα να μην μπλέκεις ακόμα και στις «ακαδημαϊκού» τύπου διενέξεις ζευγαριών και αφετέρου επειδή δεν έχει πάψει να μου προκαλεί έντονη σύγχυση και δυσάρεστα συναισθήματα η συγκεκριμένη (τραγική) περίπτωση.

 

Θα πρέπει να ήταν κάνα δυο χρόνια μετά την καταδίκη του Άκη Πάνου και λίγο πριν από τον θάνατό του, όταν πήγα να πάρω μια συνέντευξη από την Ελένη Βιτάλη, που παραλίγο να λήξει απότομα και άδοξα, όταν πήγε η συζήτηση στο έγκλημα που είχε συγκλονίσει προσφάτως την κοινή γνώμη, όπως λένε. «Δεν είναι δολοφόνος, φονιάς είναι! Δεν είχε δόλο μέσα του!» μου είπε έξαλλη η τραγουδίστρια, πιστοποιώντας το μυθικό στάτους του διάσημου δημιουργού και τους πέρα από τον νόμο και την κοινωνική ηθική αρχέγονους κώδικες τιμής στους οποίους εκείνος είχε αποφασίσει να οχυρωθεί, όχι στο έργο του πλέον, αλλά στην αληθινή ζωή. Όπως χαρακτηριστικά είχε πει ο ίδιος στο δικαστήριο, «δεν μετανόησα, γιατί δεν εννόησα».

 

Έγραφε τον Μάρτιο του 1998, λίγο μετά την καταδίκη, ο Βασίλης Ραφαηλίδης (ο οποίος έφυγε από τη ζωή τον Δεκέμβριο του 2000, μερικούς μήνες μετά τον Άκη Πάνου) σε ένα κείμενό του στο «Έθνος» με τίτλο «Υπέρ Άκη Πάνου, δολοφόνου»:


«Δεν έχω καθόλου καλές σχέσεις με το είδος μουσικής που υπηρετεί ο Άκης Πάνου. Άλλοι, που έχουν, ισχυρίζονται πως ο συνθέτης-δολοφόνος είναι μια μουσική ιδιοφυΐα στο είδος της μουσικής που υπηρετεί... Θέλω μόνο να επισημάνω τον βαθιά αναρχικό (αντιεξουσιαστικό) χαρακτήρα αυτής της μουσικής αλλά και την παγίδα που μπορεί να στήσει στους αστούς ηθικολόγους... Θέλω να πω πως ο γνήσιος καλλιτέχνης, και ο Πάνου είναι από τους πιο γνήσιους, είναι ένα τέρας εγωισμού και πως μόνο οι ανόητοι θα ήταν δυνατό να τον εκλάβουν σαν "παιδαγωγό", σαν προασπιστή των λαϊκών συμφερόντων ή δεν ξέρω τι άλλο, το ίδιο πομπώδες και άκριτο. Μπορεί να είναι και όλα αυτά ο καλλιτέχνης, αλλά μόνο παρεμπιπτόντως. Ο γνήσιος καλλιτέχνης, πάντως, το μόνο που επιχειρεί είναι να πιαστεί απ' τα μαλλιά του για να σωθεί και δεν έχει την παραμικρή πρόθεση να σώσει κανέναν, ούτε καν τον εαυτό του, αφού ξέρει πως το να πιάνεις τα μαλλιά σου είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να πας φούντο... Ο Άκης Πάνου μπορεί να μην είναι ηθικός, άλλωστε είναι αυταπόδεικτα και ομολογημένα δολοφόνος, έχει όμως ήθος που θα έπρεπε να το ζηλεύει ο κάθε δικαστής...».


Μεγάλη συζήτηση. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να καταλήξω. Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν μπορώ να σβήσω, να ακυρώσω, να ρίξω στον Καιάδα γραπτά, τραγούδια, ταινίες ή άλλα σημαντικά στη ζωή μου προϊόντα αμφιλεγόμενων (ή και αποδεδειγμένα ένοχων) προσωπικοτήτων. Ούτε όμως μπορεί να σβήσει από το μυαλό μου η σύνδεση με τις όποιες αποτρόπαιες πράξεις τους. Μένει εκεί, σαν ανεξίτηλη κηλίδα που διαβρώνει και συρρικνώνει το σέβας, το δέος, την εκτίμηση, την απόλαυση. Αυτό είναι το τίμημα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.