ΠΑΡΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΓΝΩΣΤΗ ΡΗΣΗ του Αϊνστάιν (αν το είπε εκείνος δηλαδή, καθώς του έχουν αποδοθεί διάφορα, που δεν είχε πει ποτέ του) για τον τρίτο και τον τέταρτο παγκόσμιο πόλεμο, θα λέγαμε ότι «δεν γνωρίζουμε με ποιες συνθήκες θα γίνει το τρίτο lockdown, το τέταρτο όμως θα γίνει με πέτρες και ξύλα».


Δεν είναι, όμως, τα σενάρια ολέθρου και Αποκάλυψης που μας έχουν καταβάλει, αλλά αυτή η θλιβερή παντομίμα που ζούμε, αυτή η αργή, ήπια βία του μακρόσυρτου lockdown, που αλλάζει διαρκώς όρους, με μοναδική σταθερά τον θανάσιμο κίνδυνο του κοινωνικού συγχρωτισμού, της επαφής, της ομιλίας, της αλλαγής παραστάσεων, της διαφορετικής εμπειρίας στα ίδια μέρη.


Αν έλεγα ότι μου έχει λείψει πολύ η κινηματογραφική αίθουσα ή (ακόμα λιγότερο) το θέατρο, θα ήταν ψέμα ή μισή αλήθεια. Θα το έλεγα μόνο για να στηρίξω μια ιδέα, παρά μια πραγματικότητα. Οι συναυλίες λίγο παραπάνω μάλλον, αν και εκεί είχε επέλθει μια κόπωση με τα χρόνια και τις επιλογές, που περιορίζονταν όλο και περισσότερο σε περιπτώσεις νοσταλγικών, ευκαιριακών επανασυνδέσεων πάλαι ποτέ θρυλικών ονομάτων.

 

Σίγουρα, όμως, μου λείπει πολύ η εστίαση. Μου λείπει δραματικά πλέον το να κάτσω σ' ένα τραπέζι οικείου μαγαζιού –ταβέρνας, μεζεδοπωλείου ή εστιατορίου ντόπιας, ξένης ή υβριδικής κουζίνας– με φίλους, μου λείπει η έξοδος με φαγητό και ποτό, μου λείπει η κοινωνική συνεύρεση.

 

Δεν μου λείπει η ατέλειωτη και πανταχού παρούσα φλυαρία των «foodies» και των «food media», ούτε και το παραμύθι της «αυθεντικής γευστικής εμπειρίας» που πουλούσαν τόσα χρόνια διάφορα trendy εστιατόρια, που το μόνο αυθεντικό που είχαν να προσφέρουν ήταν μια νέα εκδοχή της κλασικής αρπαχτής και της μεθόδου «φύκια για μεταξωτές κορδέλες».

 

Δεν μου λείπει καθόλου, όμως, όλη αυτή η κουλτούρα των υπέρλαμπρων σεφ με τις έντονες διαταραχές συμπεριφοράς, των υπερτιμημένων πιάτων και της ακατάσχετης γαστρονομικής παραφιλολογίας, που, παρά το υψηλό ποσοστό των νέων φιλόδοξων εγχειρημάτων που έκλειναν πριν προλάβουν να κατοχυρώσουν κάποια σταθερή πελατεία, έμοιαζε ακάθεκτη και γιγαντωμένη πέρα από κάθε λογική προτού η πανδημία και τα απόνερά της ρημάξουν αδιακρίτως τον κλάδο.


Δεν μου λείπει η ατέλειωτη και πανταχού παρούσα φλυαρία των «foodies» και των «food media», ούτε και το παραμύθι της «αυθεντικής γευστικής εμπειρίας» που πουλούσαν τόσα χρόνια διάφορα trendy εστιατόρια, που το μόνο αυθεντικό που είχαν να προσφέρουν ήταν μια νέα εκδοχή της κλασικής αρπαχτής και της μεθόδου «φύκια για μεταξωτές κορδέλες».


Κι όμως, πάντα βρίσκονταν πρόθυμα μέσα που αποθέωναν αυτά τα μέρη, όπως αποθέωναν τον κάθε φέρελπι σεφ σαν να επρόκειτο για τον ιδιοφυή γκουρού μιας συναρπαστικής αίρεσης, για την επιτομή της περιπετειώδους δημιουργικότητας, για τη μετενσάρκωση του αείμνηστου Μπουρντέν, ο οποίος, παρότι ήταν ο πιο συμπαθής και ο πιο γοητευτικός απ' όλη αυτή την κάστα των «τρομερών παιδιών» (άντρες όλοι) που στελέχωσαν το πάνθεο των ηρώων του νέου γαστριμαργικού εξωτισμού, έφερε κι εκείνος την ευθύνη του για την αφόρητη ματσίλα, τις ακατονόμαστες συμπεριφορές, το σαδομαζοχιστικό δέος και τις μιλιταριστικές μεταφορές («πόλεμος στην κουζίνα!») που πλαισιώνουν εδώ και χρόνια τη «high end» εστίαση.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.