ΤΙ ΕΙΡΩΝΕΙΑ ΟΜΩΣ...
Την ημέρα που η πλάση έξω από το παράθυρο μας σκεπάστηκε από το χιόνι μάθαμε (διπλά εγκλωβισμένοι, από τις καιρικές συνθήκες και από το lockdown) ότι έφυγε από τη ζωή η πιο εμβληματική φιγούρα των διακοπών μας στην Ανάφη, ο Κρίστιαν, ο τελευταίος χίπης – σκιάχτρο, τοτέμ και άγιο πνεύμα του αιώνιου καλοκαιριού.


Μόνο το περσινό καλοκαίρι δεν ήταν εκεί και δεν ήταν ξεκάθαρο αν η απουσία οφειλόταν κυρίως στους περιορισμούς της πανδημίας ή σε λόγους υγείας. Και στα δύο μάλλον.

 

Δεν αποτελούσε έκπληξη άλλωστε το ότι είχε θέματα υγείας κάποιος που εμφανισιακά έκανε τον Κιθ Ρίτσαρντς να μοιάζει με θαλερό μπούλη. Διόλου τυχαία η αναλογία, καθώς ο Κρίστιαν ήταν φανατικός, αυθεντικός οπαδός των Stones και ήταν φοβερή εμπειρία να τον χαζεύεις, τα παλιότερα χρόνια ειδικά που, όσο να 'ναι, ήταν πιο ευλύγιστος και κραταιός, να χορεύει στην πίστα το «Sympathy for the Devil».

 

Όπως ο ίδιος είχε πει, έβλεπε τον εαυτό του ως μια σύγχρονη (ή αρχέγονη) εκδοχή του Ρουμπελστίλτσκιν, του ξωτικού από το παλιό γερμανικό παραμύθι, που με το ραβδί και την κουδουνίστρα του αναστάτωνε τους μεγάλους και εξηγούσε στα παιδιά τις καταστροφικές συνέπειες της αλαζονείας και της απληστίας.


Όπως γίνεται συνήθως με τέτοιες χαρακτηριστικές προσωπικότητες του θερινού μικρόκοσμου, οργίαζαν πάντα οι αστικοί μύθοι γύρω από το πρόσωπό του. Αυτά που γνωρίζαμε με σχετική βεβαιότητα ήταν ότι καταγόταν από τη μαρτυρική Δρέσδη, ήταν επιφανής σχετικά εικαστικός της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, από την οποία διέφυγε για να βρει στέγη στη σοφίτα μιας ιστορικής κατάληψης στη Βόννη, όπου περνούσε τους χειμώνες του, περιμένοντας να έρθει το καλοκαίρι για να μεταβεί στα θερινά του ανάκτορα, που ήταν μια καβάτζα στο τέλος του μονοπατιού για το Κατσούνι.


Μόνο τα τελευταία λίγα χρόνια φιλοξενούνταν σε ένα τροχόσπιτο που του είχε ευγενώς παραχωρηθεί, ακόμα και πρόσφατα όμως δεν εγκατέλειπε το πιο εντυπωσιακό κομμάτι της μυθολογίας που τον συνόδευε.

 

Κάθε Αύγουστο, όταν το νησί άρχιζε να πήζει, άφηνε τη μόνιμη βάση του (ένα τραπεζάκι στην ταβέρνα της Μαργαρίτας πάνω από τη θάλασσα) για να απομονωθεί προσωρινά στα Φτενά, ένα από τα ξερονήσια που πλαισιώνουν τον ορίζοντα στ' ανοιχτά της Ανάφης, ζώντας ολομόναχος, με μοναδική παρέα τους γλάρους και τις σκέψεις του. Όταν πλέον δεν άντεχε την απόκοσμη μοναξιά και τις φωνές στο κεφάλι του, άναβε μια φωτιά, που ήταν το σινιάλο για να έρθει κάποιος να τον πάρει με τη βάρκα.

 

Όπως ο ίδιος είχε πει, έβλεπε τον εαυτό του ως μια σύγχρονη (ή αρχέγονη) εκδοχή του Ρουμπελστίλτσκιν, του ξωτικού από το παλιό γερμανικό παραμύθι, που με το ραβδί και την κουδουνίστρα του αναστάτωνε τους μεγάλους και εξηγούσε στα παιδιά τις καταστροφικές συνέπειες της αλαζονείας και της απληστίας.

 

Παρά την περίεργη και απειλητική ίσως εκ πρώτης όψεως εμφάνισή του, ο Κρίστιαν ήταν αγαπητός στα παιδιά, ειδικά όταν ενδυόταν με κέφι τον ρόλο του ξωτικού, βγάζοντας απόκοσμα ελκυστικούς ήχους (σαν σειρήνα της ομίχλης ή σαν αναγγελία άφιξης του πλοίου), φυσώντας στο στόμιο του μπουκαλιού μπίρας που μονίμως βρισκόταν στο τραπεζάκι του.

 

Καθόλου βέβαιο δεν είναι ότι θα καταφέρουμε να πάμε και φέτος το καλοκαίρι στο νησί, είναι σίγουρο όμως πως δεν θα είναι το ίδιο από τη στιγμή που θα ξέρουμε ότι η απουσία του Κρίστιαν –μόνιμου γκεστ-σταρ των διακοπών μας και αγγελιοφόρου άλλων εποχών και άλλων ελευθεριακών καταστάσεων– θα είναι παντοτινή.