Σε μια εμπειρία που άνετα μπορώ να αποκαλέσω «αποκαλυπτική» μέσα στην αίθουσα με τα έργα του William Blake στην Tate Britain του Λονδίνου συνειδητοποιώ αργοπορημένα γιατί ο Jonathan Jones (ο «αιρετικός» κριτικός τέχνης της «Guardian») τον έχει χαρακτηρίσει «με διαφορά τον πιο σπουδαίο καλλιτέχνη που έβγαλε ποτέ η Βρετανία». Είμαι μπροστά στο «Φάντασμα των Ψύλλων» ακούγοντας το «Barefoot in the Park» από τον νέο δίσκο του... James Blake και ανατριχίλες διαπερνούν τη σπονδυλική μου στήλη, παρόλο που δεν μου αρέσει ιδιαίτερα η Rosalia. 

 

 

 

James Blake - Barefoot In The Park (feat. ROSALÍA)

 

Ο μικρών διαστάσεων μακάβριος πίνακας που δείχνει ένα τρομακτικό, βαμπιρικό πλάσμα λουσμένο στο φως ενός (ζωγραφισμένου) αστεριού πάνω σε σκηνή θεάτρου, ένα υβρίδιο ανθρώπου και ψύλλου που κρατάει ένα ξύλινο δοχείο στο αριστερό χέρι, είναι φουλ gothic, παρόλο που η σκοτεινή έκφραση βαθιάς οδύνης του πλάσματος έχει κάτι το κωμικό.

 

Η εσκεμμένα «υπερ-μοντέρνα» και μελοδραματική μουσική του James Blake (που, παραδόξως, έθαψε στην κριτική του το Pitchfork) συμπληρώνει το αλλόκοτο britishness που δημιουργείται σε συνδυασμό με τις εικόνες ‒ μόνο που τα τραγούδια του ξεκινούν από διαφορετική αφετηρία: από τον έρωτά του για τη «σέξι καμηλοπάρδαλη» του «The Good Place», την Jameela Jamil, την πρώην ραδιοφωνική παραγωγό της πρωινής ζώνης του Radio One που έγινε σεναριογράφος, ηθοποιός και ακτιβίστρια (η καμπάνια της #iweigh στο Instagram «τρέχει» ακόμα) και σήμερα ζει μαζί με τον James στο Λος Άντζελες.

 

Ο μικρών διαστάσεων μακάβριος πίνακας που δείχνει ένα τρομακτικό, βαμπιρικό πλάσμα λουσμένο στο φως ενός (ζωγραφισμένου) αστεριού πάνω σε σκηνή θεάτρου, ένα υβρίδιο ανθρώπου και ψύλλου που κρατάει ένα ξύλινο δοχείο στο αριστερό χέρι, είναι φουλ gothic, παρόλο που η σκοτεινή έκφραση βαθιάς οδύνης του πλάσματος έχει κάτι το κωμικό.

 

Η πορεία τους από το 2015 εξελίσσεται παράλληλα με τη σχέση τους –και ο James από Βρετανός παραγωγός της dubstep έγινε νεορομαντικός τραγουδιστής και συνθέτης και εκπρόσωπος ενός ολόκληρου είδους που το χαρακτηρίζουν «blubstep» –και στην πραγματικότητα είναι ποπ με χαλαρό beat και κλαψιάρικο φαλτσέτο.

 

Το «Φάντασμα των Ψύλλων» δημιουργήθηκε σε μία από τις μυστικιστικές τελετές του William Blake
Το «Φάντασμα των Ψύλλων» δημιουργήθηκε σε μία από τις μυστικιστικές τελετές του William Blake

 

Το «Φάντασμα των Ψύλλων» δημιουργήθηκε σε μία από τις μυστικιστικές τελετές του William Blake, όταν, σύμφωνα με τον κολλητό του, John Varley ‒ο οποίος άφησε πίσω του σημειώσεις για τον τρόπο που δούλευε ο φίλος του‒, τον επισκέφτηκε το φάντασμα ενός ψύλλου που του εξήγησε ότι τα πιο θανατηφόρα έντομα στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι οι αναστημένες ψυχές ανδρών, που είναι επιρρεπείς στις κραιπάλες.

 

Το δοχείο που κρατάει στα χέρια του συμβολίζει τη δίψα για αίμα και η ηδονική έκφραση του προσώπου του αποκαλύπτει τη λαχτάρα του γι' αυτό που πρόκειται να πιει σύντομα (η γλώσσα του είναι έξω από το στόμα και του τρέχουν σάλια).


Παθιασμένος με το υπερφυσικό, ο William Blake ισχυριζόταν ότι έβλεπε οράματα καθημερινά από τότε που ήταν παιδί και μαζί με τον John Varley καλούσαν πνεύματα, τα οποία, μαζί με τη λατρεία του για το «θείο», κυριαρχούν στα έργα που ζωγράφισε. Την εποχή του οι ιδιοσυγκρασιακές απόψεις του χαρακτηρίστηκαν «σημάδια παραφροσύνης» και, παρόλο που το έργο του αγνοήθηκε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, σήμερα τα πρώιμα ρομαντικά ποιήματά του και οι ζωγραφιές του θεωρούνται βαθιά επιρροή για τους καλλιτέχνες του ρομαντισμού.

 

Παθιασμένος με το υπερφυσικό, ο William Blake ισχυριζόταν ότι έβλεπε οράματα καθημερινά από τότε που ήταν παιδί και μαζί με τον John Varley καλούσαν πνεύματα, τα οποία, μαζί με τη λατρεία του για το «θείο», κυριαρχούν στα έργα που ζωγράφισε.
Παθιασμένος με το υπερφυσικό, ο William Blake ισχυριζόταν ότι έβλεπε οράματα καθημερινά από τότε που ήταν παιδί και μαζί με τον John Varley καλούσαν πνεύματα, τα οποία, μαζί με τη λατρεία του για το «θείο», κυριαρχούν στα έργα που ζωγράφισε.

 

Ο William Blake ήταν φανατικός χριστιανός, έβλεπε όμως με απέχθεια όλες τις μορφές της οργανωμένης θρησκείας και τηρούσε εχθρική στάση έναντι της Εκκλησίας της Αγγλίας, επηρεασμένος από τα ιδανικά των επαναστάσεων στη Γαλλία και στην Αμερική.

 

Έζησε όλη του τη ζωή σε συνθήκες φτώχειας, επειδή οι αριστοκράτες και τα ακαδημαϊκά ιδρύματα του 18ου και του 19ου αιώνα τον περιφρονούσαν και τον χλεύαζαν για σχεδόν 200 χρόνια. Και παρόλο που έγινε γνωστός κυρίως για τα ποιήματά του, οι ζωγραφιές και τα χαρακτικά του είναι αυτά που τον τοποθετούν ανάμεσα στους πιο σπουδαίους Βρετανούς καλλιτέχνες όλων των εποχών (στη λίστα του BBC είναι στο νούμερο 38).

 

Σήμερα θεωρείται ιδιοφυΐα, κυρίως για την «Πεφωτισμένη εκτύπωση», μια πρωτότυπη τεχνική που είχε επινοήσει, στην οποία συνδύαζε τη ζωγραφική, την χαρακτική και την ποίηση, εμπνευσμένος από ένα όραμα του νεκρού αδελφού του.


Στη μικρή αίθουσα που του έχει αφιερώσει η Tate η εμπειρία είναι μυστικιστική, με τον χαμηλό φωτισμό να πέφτει πάνω στα έργα – τα οποία είναι τόσο ευαίσθητα που δεν μπορούν να εκτεθούν σε άπλετο φως, ενώ από τη συλλογή του μουσείου με πίνακες και σκίτσα του Blake εκτίθενται ελάχιστα και εναλλάξ, για να τα προστατέψουν από τη φθορά.

 

 

James Blake - Mile High feat. Travis Scott and Metro Boomin


Ο James, από την άλλη, κατάφερε να έχει από την αρχή την αναγνώριση της κριτικής και μια πολύ πετυχημένη πορεία ‒ στα 30 του είναι ήδη μεγάλο όνομα και ό,τι κι αν κάνει πλέον είναι καλλιτεχνικό γεγονός. Στο νέο (υπερφορτωμένο με συνεργασίες) άλμπουμ του προσεγγίζει την αφροαμερικανική σόουλ μέσα από τον φουτουριστικό ήχο και τα φωνητικά του Moses Sumney, το μεταμοντέρνο φλαμέγκο της υπέρ-trendy Rosalia, το τραπ μέσα από τον Travis Scott και τους Metro Booming και το (παραδοσιακό;) χιπ-χοπ του Andre 3000, στοιχεία που μπορούν να κάνουν ένα άλμπουμ με το ζόρι σύγχρονο αλλά και εμπορικό.

 

Η ουσία είναι ότι αν αντέξεις να ακούσεις από την αρχή μέχρι το τέλος την κλάψα του, που απλώνεται σε 12 κομμάτια (και αρέσει σε ανθρώπους που δεν αντέχουν το autotune, τρομάρα τους, επειδή ο James κλαίει με πιο cool τρόπο), το «Assume Form» είναι ένα καλό άλμπουμ, αλλά ο James δεν είναι πια ο νεαρός auteur της dance που κάποτε ονειρευόταν να αλλάξει τη ροή της μουσικής.

 

Το Pitchfork τον «τιμώρησε» με ένα 5,8, αλλά η «Guardian» τον λατρεύει, έκανε μάλιστα διπλή κριτική στο νέο άλμπουμ του (με τον Petridis να του δίνει 4 αστέρια, «παρ' όλα τα μειονεκτήματα της φωνής του»), ο «Observer» τού αφιέρωσε δύο ολοσέλιδα για να σχολιάσει λεπτομερώς τα κομμάτια, αποδίδοντας στον James εύσημα για τον «μοντέρνο ρομαντισμό» που διαχέεται στο άλμπουμ, και από τα πιο πολλά μεγάλα μέσα μαζεύει «άριστα».


Ο William Blake χρειάστηκε δύο αιώνες για να έχει τέτοια αναγνώριση. Και είναι πολύ πιθανό, αν πεις στον μέσο πιτσιρικά στην Αγγλία τη λέξη «Blake», να φέρει πρώτα στο μυαλό του τον James...