Ανάμεσα στη χειρονομία και τη σιωπή, το ορατό και το υπαινικτικό, η έκθεση του Βαγγέλη Γκόκα «Was nun?» κινείται στο μεταίχμιο –πράγμα που χαρακτηρίζει το έργο του–, με το ερώτημα του τίτλου να λειτουργεί ως υπαρξιακή παύση και άνοιγμα προς την αμφισβήτηση, την ευθραυστότητα και την πίστη στη ζωγραφική διαδικασία.
«Ο τίτλος αυτής της έκθεσης ξεκινά ως ερώτημα που μπορεί να αναφέρεται σε μια υπαρξιακή συνθήκη: “Και τώρα τι;”. Από την άλλη μεριά, στη δική μου περίπτωση τουλάχιστον, έχει να κάνει με την ίδια τη ζωγραφική πράξη και το πού βρίσκομαι εγώ αυτήν τη στιγμή», λέει στη LiFO ο Βαγγέλης Γκόκας.
Τέσσερα χρόνια μετά τη μεγάλη ατομική του έκθεση με τίτλο «Omnia Caritatis» στη Δημοτική Πινακοθήκη της Αθήνας, μας προσκαλεί σε μια εμπειρία στοχασμού, στην οποία το βλέμμα μαθαίνει να ακούει.
«Το “Omnia Caritatis” ήταν η φροντίδα των πάντων, επειδή ως άνθρωπος έχω την τάση να φροντίζω για τα πάντα. Όσον αφορά το κομμάτι της ζωγραφικής, τα δικά μου τα θέματα ενυπάρχουν σε μια μικρή εμμονική κατάσταση, μια προσήλωση, δεν έχουν να κάνουν με θέματα που αλλάζουν πολύ εύκολα.
«Μπαίνω στο διαδίκτυο και βλέπω πολλές φορές ακτινογραφίες των έργων που μου δίνουν έναν σκελετό του τι έχει συμβεί. Οπότε δουλεύω πάνω σε αυτή την ιστορία, μεταξύ του τι φαίνεται και του τι έχει συμβεί».
Στην ουσία, είναι η διαδικασία της ίδιας της ζωγραφικής. Παρ’ όλα αυτά, επειδή αυτό που με απασχολεί είναι το δυτικό κομμάτι της τέχνης, στην έκθεση αυτή έχουν σταθεροποιηθεί οι αναφορές στη δυτική τέχνη, περίπου μέχρι τον 19ο αιώνα, και σε προσωπικότητες όπως ο Μουνκ ή ο Ντελακρουά, καθώς επίσης και σε ιδεολογικά κομμάτια της ζωγραφικής, δηλαδή ζωγραφική τοπίου, νεκρή φύση».
Όλο αυτόν τον καιρό τον απασχολεί η ζωγραφική ως πράξη. Θεωρεί τον εαυτό του εικονοκλάστη. Στην ουσία ζητά ένα ισχυρό κίνητρο που πολλές φορές δεν έχει να κάνει με το θέμα, αλλά με το ίδιο το αντικείμενο∙ μπορεί να σταθεί σε ένα μήλο, ένα αχλάδι, για πάρα πολλές μέρες. Προσπαθεί να φέρει όλη τη ζωγραφική ιστορία στο συγκεκριμένο αντικείμενο, στη νεκρή φύση. Στην προηγούμενη έκθεσή του είχε φτιάξει μια μεγάλη σάλα, υπήρχε το πορτρέτο, μια υπόνοια νεκρής φύσης ως κάτοψη του εργαστηρίου και οι μέθοδοι αναπαράστασης, η φωτογραφία, η φωτοτυπία, το σχέδιο. Ανάμεσα στην προηγούμενη έκθεση και την τωρινή έκανε μια παύση, το ερωτηματικό που υπάρχει και στον τίτλο της έκθεσης στην Crux Gallery.
«Έχω μια ηλικία∙ ανατρέχω σε παλιότερα έργα και προσπαθώ να κάνω συνδέσεις για να καταλάβω τι έχει συμβεί. Τυραννιέμαι να ανακαλύψω μέσα από μια επίπονη διαδικασία τη ζωγραφική ξανά», λέει. «Φεύγω από την έκθεση που έχω κάνει και πρέπει να ανακαλύψω εκ νέου τη σχέση μου με τα έργα. Τώρα βλέπω ότι σταθεροποιούνται οι αναφορές και μια πρακτική. Έχει να κάνει με τη συνέχεια ενός πράγματος. Αυτό είναι καλό. Αλλά μέχρι να συμβεί αυτό είμαι σε μια κατάσταση απορίας και αυτό είναι αναζωογονητικό, γιατί επιστρέφεις σε έναν νεότερο εαυτό ο οποίος θέτει τα ερωτήματα. Ταλαιπωρείσαι σε αυτήν τη διαδικασία ακόμα και σωματικά, περνάνε μέρες χωρίς να έχεις αποτέλεσμα, ή τουλάχιστον χωρίς να το βλέπεις».
Τα έργα που βρίσκονται γύρω μας έχουν σταθεροποιηθεί σε μια κατάσταση αφότου ξεκίνησαν να δουλεύονται. Σε ένα ράφι σαν εργαστηρίου που μοιάζει με αποθετήριο αναπαριστά μια συνθήκη σαν αυτή μέσα στο εργαστήριό του, δουλεύοντας τα έργα που παραθέτει γύρω του ξανά και ξανά. Αυτήν τη συνθήκη επιχειρεί να μας κάνει να δούμε και στην έκθεση, τη συνθήκη της απόθεσής τους και όχι της σταθεροποίησής τους με καρφί στον τοίχο. Πρόκειται για μια αλήθεια μεταιχμιακή ως σχόλιο για τα έργα που μοιάζουν να ανήκουν ακόμα στην «κουζίνα του καλλιτέχνη», σε ένα μέρος του εργαστηρίου του.
Αυτό που παρατηρεί ο επισκέπτης είναι τα υλικά που χρησιμοποιεί ο Βαγγέλης Γκόκας, ο οποίος τα τελευταία χρόνια αποφεύγει να δουλέψει πάνω σε έτοιμες επιφάνειες από το εμπόριο, όπως ο καμβάς ή ο μουσαμάς. «Θέλω να έχω μια πολύ οικεία σχέση με τις επιφάνειες, οπότε τα περισσότερα από αυτά τα έργα έχουν γίνει σε ξύλα τα οποία βρίσκω και κόβω και κυρίως σε εξώφυλλα σκληρόδετων βιβλίων, μια πρακτική την οποία τη χρησιμοποιούσαν και παλαιότερα στις λεγόμενες καρτολίνες», λέει. «Το ότι προέρχονται από έναν άλλο χώρο μού δίνει μια αίσθηση όχι απαραίτητα απελευθέρωσης, ωστόσο έχω ένα αντικείμενο που είναι οικείο, δεν έχω το παγωμένο λευκό του τελάρου. Η όλη προσπάθεια να φτιάξω κάτι “υψηλό” σε αυτή την επιφάνεια είναι πάλι στοιχείο μιας κόντρα κατάστασης».
Στη μοναχική διαδικασία της ζωγραφικής ο Βαγγέλης Γκόκας σκέφτεται πάντα τον θεατή, τον έχει πάντα στο μυαλό του, τι θα νιώσει, τι θα καταλάβει, ποια θα είναι αυτή η δεύτερη ματιά. Από τη μια έκθεση μέχρι την άλλη βλέπει λίγους φίλους που μοιράζονται ίδιες ανησυχίες. Με τα χρόνια, αυτό που κατάλαβε είναι ότι το τεχνικό κομμάτι της δικής του σκέψης είναι το λιγότερο. «Αυτό που πρέπει να μείνει στο τέλος είναι μια συγκίνηση που δεν θα έχει ευκολία και ευτέλεια, που θα προέρχεται από το σύνολο της παρουσίας του έργου», λέει.
Ο Βαγγέλης Γκόκας γεννήθηκε στην Κόρινθο και σπούδασε στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης (1995-1997). Το 2006 ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Τα τελευταία χρόνια ζει στα Γιάννενα μόνιμα και διδάσκει στην εκεί Σχολή Καλών Τεχνών. «Το να είμαι μακριά από το πεδίο της Αθήνας, που μου λείπει κάποιες φορές, έχει δυσκολίες και προκλήσεις. Μου κάνει και καλό, αλλά έχω και μεγάλες απώλειες. Όταν είμαι στο εργαστήριο με τους φοιτητές, είναι το καλύτερο κομμάτι, γιατί είναι φορές που βρίσκομαι απέναντι από έργα τα οποία με εκπλήσσουν, έχουν μεγάλη φρεσκάδα, μια μεγάλη ανησυχία. Είμαστε μια μικρή κοινότητα χωρίς προσλαμβάνουσες. Πέρα από ένα πανέμορφο φυσικό τοπίο, όλα τα υπόλοιπα είναι πολύ φτωχά. Έχουμε καταφέρει να προβάλλουμε τα έργα των φοιτητών, αλλά και πάλι είμαστε τριακόσιοι άνθρωποι που ζούμε σε έναν μικρό καλλιτεχνικό θύλακα. Είναι τεράστια ευθύνη να είσαι δάσκαλος, γιατί έχεις να κάνεις με ανθρώπους πέρα από τις τεχνικές, έχεις να κάνεις με ευαισθησίες που πρέπει να σκεφτείς».
Σε όλα τα έργα του Βαγγέλη Γκόκα μπορεί κανείς να διαβάσει την προσήλωση στα θέματα. Ακόμα κι αν είναι διαφορετικά, τα θέματα που παρουσιάζει συγκροτούν ένα σώμα αναφορών στο πώς σκέφτεται τη ζωγραφική. Δουλεύει με μεγάλη επιμονή, όπως ο Φρα Αντζέλικο στους «Ευαγγελισμούς» που θαυμάζει για τη λιτότητα, την καθαρότητα και την «τόσο όσο» αφήγηση. «Εκτίμησα τα τελευταία χρόνια την τέχνη της πρώιμης Αναγέννησης∙ επιστρέφω σε αυτήν, στον Τζιότο, στον Φρα Αντζέλικο και μένω άφωνος, όπως όταν βλέπω τους Φλαμανδούς primitif ζωγράφους. Υπάρχουν μερικά μοτίβα που με ακολουθούν συνέχεια. Αυτά τα έργα έχουν καταφέρει να παρουσιάσουν μια πίστη και μια αλήθεια, μια μυστήρια οικειότητα. Την ίδια συγκίνηση ένιωσα όταν βρήκα μια επιτύμβια στήλη με χρώμα στο αρχαιολογικό μουσείο του Βόλου, πιθανώς πρώιμο χριστιανικό έργο».
Τον άγγελο στους «Ευαγγελισμούς» του Γκόκα τον συναντάμε και στον «Άγγελο» του Κλέε, που έχει επιλέξει να τον ζωγραφίσει και να τον ερμηνεύσει ως μέρος ενός συνόλου έργων που προέρχονται από τη Δυτική ζωγραφική. «Χρησιμοποιώ φωτογραφίες, αλλά δεν έχω την ευκολία να δεθώ με μια φωτογραφία. Μπορώ να δεθώ με μια φωτογραφία ενός έργου και μέσα σε αυτήν τη διαδικασία της οικειοποίησης να αρχίσω να το ξαναπλάθω», λέει. «Μπαίνω στο διαδίκτυο και βλέπω πολλές φορές ακτινογραφίες των έργων που μου δίνουν έναν σκελετό του τι έχει συμβεί. Οπότε δουλεύω πάνω σε αυτή την ιστορία, μεταξύ του τι φαίνεται και του τι έχει συμβεί».
Πρόκειται για μικρά έργα που έχουν περάσει από άπειρα στάδια, από τη μεγάλη ζωγραφική μέχρι το παράθυρο που βλέπει στις έξι το πρωί. Έργα που αποτυπώνουν μια κατάσταση που δεν τελειώνει, που μπορεί να κρατήσει χρόνια. Ο Βαγγέλης Γκόκας καταφέρνει να αντικαταστήσει την καθημερινή ματιά με μια «ζωγραφική» διαμεσολάβηση, καλώντας τον θεατή να ανασυστήσει ο ίδιος την εικόνα σε σχέση με υποκειμενικές βιωματικές αναφορές.
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την εικαστική έκθεση «Was nun?» εδώ.