Η ρήση της Κοκό Σανέλ «η μόδα δεν έχει δύναμη χωρίς εσωτερικότητα» αντανακλά πλήρως και ουσιαστικά τη σύγχρονη τέχνη. Αυτό πιστεύουν η Μαρία Μαραγκού, η Μαρία Παναγίδου και ο Σταύρος Καβαλλάρης, επιμελητές της έκθεσης «Είσαι ό,τι φοράς», που ξεκίνησε το ταξίδι της από το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Κρήτης και παρουσιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη από τις 5/3 έως τις 24/5.
Η εικαστική αυτή έκθεση φέρνει σε δημιουργικό διάλογο 32 Έλληνες και διεθνείς καλλιτέχνες και σχεδιαστές, διερευνώντας τη δυναμική και αμφίδρομη σχέση μόδας και σύγχρονης τέχνης. Kεντρικό σημείο της το ειδικό αφιέρωμα στη σπουδαία δημιουργό Σοφία Κοκοσαλάκη, η οποία με το έργο και τη διεθνή της πορεία άφησε ισχυρό αποτύπωμα στον παγκόσμιο χάρτη της μόδας.
Τα έργα που εκτίθενται, τα οποία προέρχονται από συλλογές μουσείων, ιδιωτικές συλλογές, αίθουσες τέχνης και τους ίδιους τους δημιουργούς, προτείνουν μια ουσιαστική ματιά στη μόδα ως μορφή τέχνης, στάση ζωής και σύγχρονη πολιτισμική δήλωση.
Δηλώνουν, δε, εκ νέου ότι η ένδυση, από την αρχαιότητα έως σήμερα, δεν καλύπτει μόνο πρακτικές ανάγκες αλλά λειτουργεί και ως ισχυρός δείκτης ταυτότητας, κοινωνικής θέσης και πολιτισμικής έκφρασης. Εστιάζοντας στον 21ο αιώνα, η σύγχρονη τέχνη επαναπροσδιορίζει το «καθιερωμένο», αναμειγνύοντας υλικά, ιδέες και επίκαιρα ζητήματα. Το underground μετατρέπεται σε μια νέα εκδοχή modernité, το camp αποκτά φρέσκια δυναμική και η πολυτέλεια αποδεσμεύεται από την έννοια του ελιτισμού.
«Μέσα από τη σχέση τέχνης και μόδας οι καλλιτέχνες μπορεί να δημιουργήσουν με τη στάση τους τις προϋποθέσεις για μικρές και μεγάλες ανατροπές σε αυτό το πεδίο. Αυτό μας κινητοποίησε λίγο να βρούμε έργα που να μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτό το σκεπτικό».
«Είσαι ό,τι φοράς, πάντα», λέει η Μαρία Μαραγκού, που αφηγείται στη LiFO πώς ξεκίνησε η ιστορία της έκθεσης. «Αρχικά, ήθελα να κάνω κάτι για τη Σοφία Κοκοσαλάκη, η οποία είναι συμπατριώτισσά μου και δεν έχει γίνει πολύ γνωστό το έργο της στην Ελλάδα. Το “είσαι ό,τι φοράς” που επιλέξαμε ως τίτλο έχει μια σημασία που σχετίζεται με την τάξη, την οικονομία και την ταυτότητα».
«Η μόδα γενικά, το ντύσιμο, καθορίζεται από τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες», λέει η Μαρία Παναγίδου. «Έχει και πολιτικό νόημα η μόδα και υπάρχουν έργα και ρούχα που υπονοούν ή μιλούν γι’ αυτό το θέμα. Μέσα από τη σχέση τέχνης και μόδας οι καλλιτέχνες μπορεί να δημιουργήσουν με τη στάση τους τις προϋποθέσεις για μικρές και μεγάλες ανατροπές σε αυτό το πεδίο. Αυτό μας κινητοποίησε λίγο να βρούμε έργα που να μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτό το σκεπτικό».
«Για εμάς είχε σημασία πόσο έχει αλλάξει η μόδα, τι σημαίνει η είσοδος της ποπ κουλτούρας και της κουλτούρας του δρόμου στη μόδα. Πώς εκφράζονται οι νέες γενιές, η πτώση των οίκων μόδας, το logomania που επικρατούσε και πώς σιγά σιγά, από τη δεκαετία του ’90 και μετά, η μόδα και η μουσική άρχισαν να επηρεάζουν την τέχνη», λέει ο Σταύρος Καβαλλάρης.
Στην έκθεση συναντάμε, ανάμεσα σε άλλα ένα χάρτινο φόρεμα του Χουσεΐν Τσάλαγιαν από tyvek® σε Α γραμμή, στο τελείωμα του οποίου δημιουργείται ένας φάκελος ώστε να διπλώνει και να αποστέλλεται ταχυδρομικώς, πλάσματα του Ανέστη Ιωάννου ντυμένα με τζιν, έτοιμα να πετάξουν, κεντήματα σε σταυροβελονιά παπουτσιών του Σταμάτη Ζάννου, ένα κιμονό με ανθρώπινα νύχια του Χρήστου Δεληδήμου, ένα κοστούμι του Λευτέρη Κανακάκι κρεμασμένο σε κρεμάστρα που υποδηλώνει την ταυτότητα αυτού που το φοράει, ενώ η Έφη Σπύρου και η Μαριάννα Καβαλλιεράτου χρησιμοποιούν σε μια περφόρμανς παπούτσια αγνώστων, ποικίλων ειδών, γούστων, φύλων, μεγεθών, ηλικιών, περιστάσεων.
Συμμετέχουν επίσης οι καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες: Ελεωνόρα Αντωνιάδου, Δημήτριος Αντωνίτσης, Ευγενία Αποστόλου, Βανέσα Μπίκροφτ, Blind Adam, Αντώνης Βολανάκης, Δημήτρης Δάβης, Bill Georgoussis, Ρενέ Χαμπερμάχερ, Ρεμπέκα Χορν, Τράβις Χάτσινσον, Ανέστης Ιωάννου, Γιαέλ Κάναρεκ, Kapurani Bros, Σοφία Κοκοσαλάκη, Έλλη Κομνηνού-Νενεδάκη, Σοφία Κοσμάογλου, Γιάννης Μπουρνιάς, Αλίκη Παλάσκα, Άγγελος Παπαδημητρίου, Μαρία Παπαδημητρίου, Γιάννης Σίσκος, Χριστιάνα Σούλου, Versaweiss, Παντελής Χανδρής και Νίκος Χαραλαμπίδης.
Η σημασία του «ελληνικού» στις δημιουργίες της Σοφίας Κοκοσαλάκη
Αναπόσπαστο κομμάτι του όλου εγχειρήματος αποτελεί το αφιέρωμα στην αείμνηστη Ρεθύμνια δημιουργό Σοφία Κοκοσαλάκη, που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της στην ελληνική αλλά και τη διεθνή σκηνή της μόδας.
«Η ελληνική πολιτιστική κληρονομιά υπήρξε για τη Σοφία Κοκοσαλάκη σταθερή αναφορά, υπερβαίνοντας πάντα το αναμενόμενο και αποφεύγοντας το φολκλόρ. Ο μινωικός πολιτισμός, η αρχαία Ελλάδα, η λαϊκή παράδοση και χειροτεχνία, η Κρήτη –τόπος καταγωγής, παιδικών βιωμάτων και καλοκαιρινών επιστροφών– αποτέλεσαν υλικό φορτισμένο με μνήμη και συναίσθημα, που τροφοδότησε τον σχεδιαστικό της κόσμο. Οι αρχαιοελληνικές πτυχώσεις, η κομποδετική, η θεά των όφεων, η βυζαντινή εικονογραφία, τα ελληνικά κεντήματα συνδυάζονταν με επιρροές από την αστική ζωή, τη street κουλτούρα, την αισθητική της new wave και της post punk μουσικής σκηνής.
Το αποτέλεσμα ήταν ρούχα με ένταση, χαρακτήρα και νεωτερισμό – μια προσωπική, μινιμαλιστική εκδοχή του “ελληνικού”, απολύτως συντονισμένη με τον ρυθμό του παρόντος», γράφει η ιστορικός ενδύματος Μέτυ Τσουκάτου. «Τα περίτεχνα ντραπέ –το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της σχεδιαστικής γραφής της Σοφίας Κοκοσαλάκη– υπήρξαν αποτέλεσμα επίμονου χειροποίητου πειραματισμού και μιας αφοσιωμένης αναμέτρησης με τεχνικές και αισθητικές προκλήσεις που κατακτιούνταν σταδιακά».
Στον αντίποδα των ρευστών, πτυχωτών φορεμάτων, οι δερμάτινες κατασκευές αποτυπώνουν τον δυναμισμό και την αντισυμβατικότητα του σχεδιαστικού της ύφους. «Δύο πράγματα που κάνει εξαιρετικά η Σοφία Κοκοσαλάκη είναι ένα δερμάτινο bomber jacket και ένα θεϊκό ντραπέ φόρεμα», θα γράψει εύστοχα η κριτικός μόδας Σάρα Μάουερ σε μία από τις συχνές ενθουσιώδεις αναφορές στον διεθνή Τύπο.
Η Κοκοσαλάκη ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του ιστορικού οίκου μόδας Vionnet και συνεργάστηκε με πολλές μάρκες ευρείας κατανάλωσης. Σε μία από τις πιο καθοριστικές στιγμές της καριέρας της, το 2004, «επέστρεψε» στην Ελλάδα για να ενταχθεί στη δημιουργική ομάδα του Δημήτρη Παπαϊωάννου για τις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών, δημιουργώντας περίπου 6.000 κοστούμια, καθώς και το εντυπωσιακών διαστάσεων φόρεμα για την Μπιορκ, τα οποία αφηγήθηκαν στο παγκόσμιο κοινό την ελληνική μυθολογία, την ιστορία και τον πολιτισμό.
Η Σοφία Κοκοσαλάκη άνθησε μέσα από δημιουργικές αντιθέσεις: ένα εναλλακτικό και αποφασισμένο κορίτσι, μια δυναμική και θετική γυναίκα, μια ταλαντούχα και αφοσιωμένη σχεδιάστρια με προωθημένη αντίληψη, που συνδύασε μοναδικά την πολιτισμική της κληρονομιά με την αντισυμβατικότητα. Η κληρονομιά που άφησε πίσω της είναι ακριβώς η διαδρομή που χάραξε: αυθεντική, σύγχρονη, απολύτως δική της.
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την έκθεση «Είσαι ό,τι φοράς» εδώ.