Το Πολυτεχνείο υπήρξε μέχρι τώρα κάτι σαν φετίχ: είτε το δέχεσαι ως επαναστατικό αρχέτυπο, είτε το αποκηρύσσεις ως το σημείο εκκίνησης της γενιάς της Μεταπολίτευσης που κατέλαβε θέσεις εξουσίας και διαμόρφωσε το νεοελληνικό πολιτικό οικοδόμημα. Ποιο είναι, όμως, το πραγματικό νόημα της κατάληψης του Πολυτεχνείου, ποιες είναι οι ρίζες του και πού οδήγησε; Με αυτά τα ενδιαφέροντα ερωτήματα ήρθε αντιμέτωπος στην πολύπτυχη έρευνά του ο ιστορικός Κωστής Κορνέτης, καρπός της οποίας είναι τα Παιδιά της Δικτατορίας (κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση Πελαγίας Μαρκέτου). Το βιβλίο είχε κυκλοφορήσει στα αγγλικά και είχε αποσπάσει το βραβείο Edmund Keeley το 2015. Έργο πρωτότυπο και ρηξικέλευθο όχι μόνο γιατί χρησιμοποιεί τις μικροϊστορίες αλλά και γιατί εξηγεί πώς τα παράξενα τέκνα του '73 δεν αγάπησαν μονάχα τον Μαρξ αλλά και τα μπλουτζίν και την κόκα-κόλα, ακροβατώντας ανάμεσα στις επαναστατικές ιδέες και την ποπ κουλτούρα. Ο Κωστής Κορνέτης δίδαξε για οχτώ χρόνια στο τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Brown και στο Κέντρο Ευρωπαϊκών και Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, ενώ από το 2015 εργάζεται ως ερευνητής στο πρόγραμμα Marie Curie του Πανεπιστημίου Carlos III της Μαδρίτης.

 

— Είναι ίσως η πρώτη φορά σε ιστορική μελέτη –και διόρθωσέ με, αν κάνω λάθος– που η μαζική κουλτούρα όχι μόνο απενοχοποιείται σε σχέση με τον πολιτικό χαρακτήρα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου αλλά θεωρείται και πολύτιμος αρωγός της. Πώς, αλήθεια, ο κινηματογράφος, η κόκα-κόλα και η ξενόφερτη ποπ έγιναν το νέο φαντασιακό;

Πολύ σωστά. Είναι σημαντικό να έχουμε στον νου μας πως οι βασικοί πομποί της μαζικής κουλτούρας στον δυτικό κόσμο έγιναν προσβάσιμα καταναλωτικά αγαθά στην Ελλάδα μόνο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1960, για παράδειγμα, η τηλεόραση παρέμενε πολυτέλεια, μία πενταετία περίπου αργότερα αποτελούσε τυπικό εξοπλισμό στα μισά νοικοκυριά της Ελλάδας. «Τηλεόραση φτηνή, κουζίνες, δόσεις, γιώτα χι» έλεγε ο Διονυσης Σαββοπουλος, περιγράφοντας καίρια τις ραγδαίες αυτές αλλαγές που επήλθαν στη μαζική κατανάλωση μετά την επιβολή της δικτατορίας. Η ταχύτατη αύξηση της μαζικής κατανάλωσης στην οποία αναφέρεται ο Σαββόπουλος υπήρξε, ως έναν βαθμό, αποτέλεσμα της εκρηκτικά αναπτυσσόμενης οικονομίας των πρώτων ετών της δικτατορίας και της τάσης των συνταγματαρχών να εξαγοράζουν την πολιτική αντίθεση στο καθεστώς με αυξήσεις των κρατικών επιδομάτων και βοηθημάτων. Είναι μέσα στη χούντα που φτάνει στην Ελλάδα και αυτό το εμβληματικό καταναλωτικό προϊόν, η κόκα-κόλα, μέσα από συμφωνίες ανάμεσα στο καθεστώς και τον μεγιστάνα της εποχής Τομ Πάπας. Ενώ, λοιπόν, η δικτατορία επιχείρησε να εκμεταλλευτεί τον καταναλωτισμό και την πρόσβαση σε υλικά αγαθά προς όφελός της, σε έναν μεγάλο βαθμό τα νέα αυτά μέσα έγιναν όπλα στα χέρια των νέων ανθρώπων για να παλέψουν ενάντια στον κοινωνικό συντηρητισμό και το ιδεολογικό λίμνασμα που επιβαλλόταν άνωθεν.

 

Η γενιά αυτή, τα παιδιά της δικτατορίας, βοήθησε στον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας σε μια Ελλάδα που άλλαζε πρόσωπο με ταχύτατους ρυθμούς τα μεταπολιτευτικά χρόνια.


— Μιλώντας για όλους αυτούς τους νέους ανθρώπους και όσους έζησαν από κοντά τα γεγονότα, εισάγεις τη μικροϊστορία, τις βιωματικές εμπειρίες, στην καταγραφή τους. Θέλεις να μας πεις τον ρόλο που έπαιξαν αυτές στην ιστορική σου έρευνα;

Είναι όντως πολλές ατομικές διαδρομές, προσωπικές μικροϊστορίες οι οποίες συνθέτουν τον καμβά των μεγάλων γεγονότων, όπως οι καταλήψεις της Νομικής και του Πολυτεχνείου. Αυτές αποτελούν και τον πυρήνα του βιβλίου, πενήντα συνεντεύξεις με άντρες και γυναίκες από διαφορετικές πολιτικές οργανώσεις, ποικίλα κοινωνικά backgrounds και συχνά με εντελώς αντίθετες πορείες. Από την αρχή θεώρησα πως για να μιλήσουμε για τις νοοτροπίες της εποχής, την καθημερινότητα ενός νέου στη δικτατορία, το ασήκωτο αυτό βάρος αλλά και τις δύσκολες αποφάσεις (από την είσοδο στην παρανομία για κάποιους, τη χρήση βίας ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς, ακόμα και το πώς επέλεγε κανείς μια οργάνωση), η προφορική ιστορία και η καταγραφή των μαρτυριών αυτών των ανθρώπων αποτελούσε το πιο δυνατό ερευνητικό εργαλείο. Η μεγάλη πρόκληση είναι, βεβαίως, το σκάψιμο μέσα σε αυτές τις μαρτυρίες, η επίμονη αναζήτηση αναφορών, συναφειών και patterns μεταξύ τους, η διερεύνηση, εν τέλει, της υποκειμενικότητας, πάντα σε σχέση με άλλα τεκμήρια και αρχειακές πηγές. Η μνήμη είναι ένα πολύ δυναμικό πράγμα που αλλάζει, αλλοιώνεται, μετασχηματίζεται και συνάμα αποκαλύπτει ενδιαφέροντα φαινόμενα, καθώς το παρόν, η παρούσα συγκυρία, αλληλεπιδρά με τα πολλαπλά, αλληλένδετα επίπεδα του παρελθόντος. Για παράδειγμα, στις συνεντεύξεις συχνά γίνονται αναφορές στις ιδεολογικές διαφορές και στις κόντρες ανάμεσα στις φοιτητικές οργανώσεις που αναφέρονται ανοιχτά στη Μεταπολίτευση, χωρίς όμως να κάνουν διαφοροποιήσεις από την περίοδο της χούντας, πράγμα που αναδεικνύει όχι μόνο τη ρευστότητα της μνήμης αλλά και τη σχετικότητα της υποτιθέμενης απόλυτης πολιτικής τομής που επέφερε η ίδια η πτώση της δικτατορίας.


— «Τα αγόρια με τα μακριά μαλλιά και τα μούσια, οι κοπέλες που υιοθετούσαν επιδεικτικά το στυλ της Τζόαν Μπαέζ δεν θα εμφανίζονταν ως καταγέλαστοι περιθωριακοί αλλά ως πρωταγωνιστές ενός πολύ σημαντικού πολιτικού και κοινωνικού αγώνα» αναφέρει ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου. Πώς, αλήθεια, το στυλ και η μόδα απέκτησαν πολιτικές προεκτάσεις τη δεκαετία του '70;

Ήταν τεράστιας σημασίας, γιατί αποτέλεσαν έναν κοινό παρονομαστή, έναν κώδικα αναγνωρισιμότητας από ένα σημείο και μετά. Στο βιβλίο χαρτογραφώ τις αλλαγές στο στυλ από τις αρχές, τα τέλη του '50 και μετά, τους τεντιμπόηδες, τους γιεγιέδες, τις αριστερές νεολαίες με το εργατικό στυλ, τους Λαμπράκηδες με τα σακάκια και τις γραβάτες. Η χούντα φέρνει ένα κράμα στοιχείων που ήταν ετερογενή και συχνά ανήκαν και σε διαφορετικές «φυλές» των νέων. Για παράδειγμα, πριν από το '70 τα μακριά μαλλιά ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα των απολιτίκ γιεγιέδων – από ένα σημείο κι έπειτα, όμως, πολιτικοποιούνται. Σε μέρη όπως το κλαμπ «Κύτταρο» συναντιούνται διαφορετικές τάσεις και αναμειγνύονται. Εδώ, βέβαια, ο μιμητισμός σε σχέση με το τι γινόταν στο εξωτερικό έπαιξε καίριο ρόλο – η αναφορά στην Τζόαν Μπαέζ δεν είναι τυχαία.


— Ναι, αλλά δεν ήταν μόνο η επανάσταση του στυλ που έπαιξε ρόλο: στο βιβλίο σου, φέρ' ειπείν, αναφέρεσαι στις βόμβες από επιφανή σήμερα πρόσωπα, όπως ο Πέτρος Ευθυμίου και ο Γιώργος Κοτανίδης, που «κληροδότησε» ως επαναστατική πράξη στο Πολυτεχνείο η προηγούμενη γενιά, αν και έχω την αίσθηση πως υιοθετείς την άποψη του Λιάκου ότι επρόκειτο για κινήσεις πιο αποσπασματικές και μάλλον εξωραϊσμένες. Πώς, όμως, περάσαμε από τον εξωραϊσμό στη δαιμονοποίηση οποιασδήποτε μορφής ένοπλης πάλης;

Αυτή η γενιά, που ονομάζω και «γενιά του Ζ» –πρώην Λαμπράκηδες ως επί το πλείστον– ζει τα πιο δύσκολα χρόνια της δικτατορίας και βιώνει μια κατάσταση απόλυτης καταστολής και καταπίεσης στους πανεπιστημιακούς χώρους. Οδηγείται στη δημιουργία παράνομων αντιστασιακών δικτύων, συμμετέχει ενεργά στις λεγόμενες «δυναμικές ενέργειες» κατά του καθεστώτος και ουσιαστικά συλλαμβάνεται πολύ γρήγορα – ως το 1971 εξαρθρώνονται όλες αυτές οι οργανώσεις ηρωικών νέων ανθρώπων, όπως ο Ρήγας Φεραίος, η Λαϊκή Πάλη, η 20ή Οκτώβρη. Θα πρέπει όμως να τις διαχωρίσουμε, δεν μπορούμε να βλέπουμε την Επταετία ως έναν ενιαίο σύνολο, ούτε και την αντίσταση ως έναν συνεκτικό κύκλο διαμαρτυρίας, αλλά, αντιθέτως, να αναζητήσουμε τις ποιοτικές διαφοροποιήσεις μέσα τους. Υπάρχει μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στο πρώτο αυτό κύμα αντιστασιακών ενεργειών και στο μαζικό κίνημα που ακολούθησε και οδήγησε στο Πολυτεχνείο – δεν υπάρχει οργανική σχέση ανάμεσά τους, παρότι η υπάρχουσα βιβλιογραφία τείνει να τα συνδέει για να αναδείξει το πανόραμα της αντίστασης. Όντως είχε εξωραϊστεί ο ρόλος των παράνομων οργανώσεων, κυρίως μεταπολιτευτικά, πράγμα ίσως αναμενόμενο, δεδομένης της ισχνής συμμετοχής σε αυτές αλλά και του υψηλού τιμήματος που πλήρωσαν όσοι συνελήφθησαν.


Από την άλλη, όμως, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όσον αφορά τη δαιμονοποίηση της αντίστασης ως προάγγελου της τρομοκρατίας τύπου 17 Νοέμβρη, και παρά τη σποραδική συμμετοχή ανθρώπων όπως ο Γιωτόπουλος και στις δύο. Θα πρέπει να διαφοροποιήσουμε αυστηρά την περίοδο πριν από το '74 από τη μετά, το πλαίσιο, τις συνθήκες αλλά και τις ίδιες τις μεθόδους. Θα πρέπει να τα ξεδιαλύνουμε και πάλι και να μιλήσουμε ανοιχτά και χωρίς περισπασμούς ή φόβο για τη «δυναμική αντίσταση», που άλλωστε είχε ως στόχο της ένα αυθαίρετο, βάναυσο και βίαιο καθεστώς.


— Επειδή, όμως, οι «γάμοι» διαφορετικών πολιτικών απόψεων προϋποθέτουν πάντα μια κηδεία, θες να μας πεις πώς οι κηδείες των Γιώργου Σεφέρη και Γεωργίου Παπανδρέου για τις οποίες μιλάς στο βιβλίο λειτούργησαν ουσιαστικά ως οι πρώτες δημόσιες διαδηλώσεις τον καιρό της χούντας;

Οι κηδείες παίζουν μεγάλο ρόλο. Η κηδεία του Γρηγόρη Λαμπράκη τον Μάιο του 1963 και του Σωτήρη Πέτρουλα το καλοκαίρι του 1965 στοιχειώνουν συναισθηματικά και διαμορφώνουν πολιτικά τη Γενιά του Ζ. Οι δυο κηδείες που αναφέρεις, του Γεωργίου Παπανδρέου τον Νοέμβριο του 1968 και του Γιώργου Σεφέρη τον Σεπτέμβριο του 1971, είναι οι πρώτες και μοναδικές πάνδημες δημόσιες διαδηλώσεις τον καιρό της χούντας, πράγμα που επαναλήφθηκε και στο μνημόσυνο του Γεωργίου Παπανδρέου το 1973, που απέκτησε χαρακτηριστικά πραγματικού συλλαλητηρίου, λίγες μέρες πριν από το Πολυτεχνείο. Όπως συνέβη στην Ισπανία επί Φράνκο, αυτές οι συμβολικές στιγμές αποτέλεσαν και στην Ελλάδα τη βαλβίδα ασφαλείας που επέτρεψε την πολιτική έκφραση – κατά κάποιον τρόπο, ο κόσμος ένιωσε νομιμοποιημένος να διαμαρτυρηθεί έντονα και μαζικά, παρά την παρουσία της αστυνομίας. Πράγμα που φέρνει στον νου τον Ανρί Λεφέβρ και την περίφημη φράση του για τη διεκδίκηση του «δικαιώματος στην πόλη» στο ασφυκτικό πλαίσιο ενός έκδηλα καταπιεστικού καθεστώτος.


— «Η κατάληψη του Πολυτεχνείου το 1973 θύμιζε το '68 στον βαθμό που την ενέπνευσε το πνεύμα της εξέγερσης», αλλά απέκτησε ένα βαθύ πολιτικό χαρακτήρα, εισάγοντας τη Μεταπολίτευση. Τι σημαίνει η Μεταπολίτευση ως παράγοντας εκμοντερνισμού της ελληνικής κοινωνίας, όπως ωραία το επισημαίνεις;

Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι το ελληνικό φοιτητικό κίνημα δεν αποτέλεσε ένα υποδειγματικό κίνημα διαμαρτυρίας, δεδομένων των συνθηκών, αλλά ούτε και ένα φαινόμενο τελείως ανεξάρτητο από τη γενικότερη φοιτητική αναταραχή των '60s. Επρόκειτο για ένα ξεχωριστό κίνημα, που όμως αποτελούσε μέρος ενός γενικότερου παραδείγματος, έναν αντικατοπτρισμό της ευρωπαϊκής εμπειρίας χωρίς αναγκαστικά πρωτοποριακό χαρακτήρα, δεδομένου ότι μάχονταν για πολύ βασικά πράγματα, όπως η ελευθερία του λόγου, οι ελεύθερες φοιτητικές εκλογές κ.λπ.. Παρ' όλα αυτά, η γενιά αυτή, τα παιδιά της δικτατορίας, βοήθησε στον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας σε μια Ελλάδα που άλλαζε πρόσωπο με ταχύτατους ρυθμούς τα μεταπολιτευτικά χρόνια. Έχουμε, για παράδειγμα, σε μεγάλο ποσοστό χειραφέτηση των γυναικών σε σύγκριση με το παρελθόν, ακόμα και μέσα στον ίδιο τον χώρο της Αριστεράς, που παρά το προοδευτικό της πρόσημο, διακατεχόταν από έντονα αντιδραστικές και πατριαρχικές αντιλήψεις. Διαφωνώ ριζικά, λοιπόν, με την οπτική που αντιμετωπίζει αυτήν τη γενιά αποκλειστικά και μόνο ως φορέα δεινών και με τη δημοφιλή άποψη που επιβλήθηκε τον τελευταίο καιρό, που την αντιμετωπίζει περίπου ως συνεκδοχή ολόκληρης της «κακής» Μεταπολίτευσης.


— Ποια είναι η εκτίμησή σου για την Ευρώπη του σήμερα; Ποιος είναι ο ρόλος που καλείται να παίξει η χώρα μας αυτές τις τόσο κρίσιμες μέρες με το προσφυγικό κ.λπ.;

Η Ευρώπη σήμερα καλείται να αντιμετωπίσει μια τεράστια πρόκληση, όπως το προσφυγικό. Είναι ένα τεστ για τη συνοχή της, τις αξίες της αλλά και την ικανότητά της να δρα συλλογικά. Φαίνεται για μια ακόμα φορά πως η περίφημη διεύρυνση του Ρομάνο Πρόντι –αντί της εμβάθυνσης που πρότεινε τότε ο Ντελόρ– ήταν μεν ορθή όσον αφορά το κομμάτι της συμπερίληψης των ανατολικοευρωπαϊκών και κεντροευρωπαϊκών χωρών που είχαν μείνει εκτός λόγω του Ψυχρού Πολέμου, ήταν όμως πρόωρη και οδήγησε σε μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων. Έχουμε, να κάνουμε με μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση, αλλά θα ήταν καλό να γίνουν συντονισμένες προσπάθειες αντιμετώπισής της – κάθε στραβοπάτημα θα έχει τεράστιο κόστος σε ανθρωπιστικό επίπεδο, στην ευρωπαϊκή πορεία συνολικά αλλά και στο δικό μας εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, όπου μια μετατροπή της χώρας σε αχανές στρατόπεδο προσφύγων θα είναι βούτυρο στο ψωμί της ξενοφοβικής ακροδεξιάς.