Gustave Flaubert

Η γυναίκα του κόσμου και άλλες ιστορίες

μτφρ. Έφη Κορομηλά, εκδ. Gutenberg/Aldina

 

Δούλευε με το σώμα, τρελαινόταν, ένιωθε κάθε μικρή αντάρα της ύπαρξης, τους βίσωνες και τους αγγέλους που έβγαιναν από το μυαλό του και γίνονταν πρωταγωνιστές των ιστοριών που περιλαμβάνονται στην πολύ όμορφη έκδοση Η γυναίκα του κόσμου και άλλες ιστορίες της σειράς Aldina.

 

Χάρη στη συγκεκριμένη έκδοση, που συνοδεύεται από μια εκτενή εισαγωγή για το «Μακάβριο και το γοτθικό στοιχείο στα πρώιμα έργα του Γκιστάβ Φλομπέρ» από την Τιτίκα Δημητρούλια, ένα ακριβέστατο χρονολόγιο κι ένα απολαυστικό επίμετρο γραμμένο από τον στενό του φίλο Μαξίμ ντι Καν έχουμε, επιτέλους, στα χέρια μας μια ολοκληρωμένη καταγραφή της πολύπλευρης αλλά και αντιφατικής προσωπικότητας του Φλομπέρ, ο οποίος δεν ήταν μόνο ο κλασικός συγγραφέας της Μαντάμ Μποβαρί αλλά και ο σκοτεινός ρομαντικός, ο ιδανικός μύστης που έθετε εαυτόν πέρα από την επιστήμη, τη φιλοδοξία, τις κατακτήσεις, τα όρια του ανθρώπινου πνεύματος.

 

Εν ολίγοις, ήταν φτιαγμένος από άλλο ύφασμα. Αυτό ακριβώς που προσπάθησε να ξεδιπλώσει ο Ντι Καν, μιλώντας για τον παράφορο φίλο του, που «αισθανόταν μεγαλύτερη έφεση για το επάγγελμα του ληστή παρά για τη μελέτη του ρωμαϊκού δικαίου» και που ήταν ικανός «να τρέχει όλη μέρα, να δειπνεί έξω, να πηγαίνει στο θέατρο και παρ' όλα αυτά να παραμένει σε εγρήγορση μέσα στην έμφυτη νωθρότητά του, συνδυάζοντας την ευχαρίστηση με τη μελέτη, πετώντας τα λεφτά του απ' το παράθυρο, αναθεματίζοντας τη φτώχεια, ξοδεύοντας μια μέρα πενήντα φράγκα για το δείπνο του, περνώντας την επόμενη μ' ένα ξεροκόμματο και λίγη σοκολάτα, ψέλνοντας τον πεζό λόγο, ουρλιάζοντας τους στίχους, κολλώντας με πάθος σε μια λέξη που την επαναλάμβανε μέχρι που την μπούχτιζε, πλημμυρίζοντας τα πάντα με τον θόρυβό του, περιφρονώντας τις γυναίκες που τον τραβούσαν με την ομορφιά τους, ερχόμενος να με ξυπνήσει στις τρεις η ώρα τα χαράματα για να πάμε να δούμε πώς έπεφτε το σεληνόφως στον Σηκουάνα, οδυρόμενος που δεν μπορούσε να βρει καλό τυρί του Πον-λ' Εβέκ στο Παρίσι, επινοώντας σάλτσες για να συνοδεύει το καλκάνι και θέλοντας να χαστουκίσει τον Γκιστάβ Πλανς επειδή είχε μιλήσει άσχημα για τον Βικτόρ Ουγκό».

 

Αυτά και άλλα πολλά ήταν ο Φλομπέρ, ο οποίος καταβλήθηκε τελικά από την ασθένεια και την ανεπάρκεια των ανθρώπων, θυσιάζοντας την πιο διάσημη ηρωίδα του σαν άλλη Ιφιγένεια στον βωμό της κοινωνικής ασφυξίας και του αστικού φαρισαϊσμού (να γιατί πάντα ένιωθε πιο άνετα με τον κόσμο του Μεσαίωνα).

 

Ενδεικτικές είναι οι ιστορίες που περιλαμβάνονται στη «Γυναίκα του κόσμου», όπως ο αριστουργηματικός «Χορός των Νεκρών», όπου βάζει τον σατανά να σπάει τις σαΐτες του, φτιάχνοντας «ένα πέτρινο στέμμα με το ψηλότερο βουνό του ουρανού» παρέα με τις πόρνες, τους ποιητές και τους εραστές, οι οποίοι γυρνοβολούν με άνεση ανάμεσα στα μνήματα, ξέροντας πως «στο τέλος, ο θάνατος τους στέλνει όλους στην κρίση». Πόσο σπουδαίος!

 

 

Ονορέ ντε Μπαλζάκ

Η Ανθρώπινη Κωμωδία

ανθολόγηση-μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Καστανιώτης/Κλασική Βιβλιοθήκη

 

«Υποχρεωμένοι να μιλούν ακατάπαυστα, όλοι αντικαθιστούν την ιδέα με τα λόγια, το συναίσθημα με τη φράση, και έτσι η ψυχή τους γίνεται λάρυγγας, φθείρονται και εξαχρειώνονται» λέει για τους ανθρώπους ο μέγας ανατόμος της ύπαρξης Ονορέ ντε Μπαλζάκ σε ένα από τα περιώνυμα αποσπάσματά του. Ήξερε άλλωστε εξαρχής πως αν είναι να γράψει πραγματική, καθαυτό λογοτεχνία, έπρεπε να εντρυφήσει σε βάθος σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης δικαιοδοσίας και ενέργειας.

 

Με την καθαρότητα του χειρουργού που έχει βάλει τον ασθενή πάνω στο τραπέζι για να φτιάξει ποίηση, όπως έκανε αργότερα ο Έλιοτ, δεν άφησε κανέναν απέξω: πλούσιο και φτωχό, φτασμένο και παρία, γιατρό, διανοούμενο, αγύρτη, ποδηγέτη, φιλόδοξο υποκριτή και έντιμο εργάτη. Όλοι στο ίδιο καζάνι έβραζαν, αλλάζοντας απλώς ρόλους σαν τα πιόνια στην σκακιέρα του γαλλικού αστικού τοπίου. Όλοι αυτοί έγιναν οι κεντρικοί χαρακτήρες της Ανθρώπινης Κωμωδίας ‒κατά τη Θεία Κωμωδία του Δάντη‒, γεγονός που καταδεικνύει την βαθιά επίγνωση που είχε ο συγγραφέας του, παρά τις προσωπικές του απογοητεύσεις, ότι κατέθετε κάτι σπουδαίο και μεγάλο.

 

Γνώριζε, άλλωστε, πως από τη μια υπάρχουν οι ασφυκτικές κοινωνικές συνθήκες και οι μικροπρέπειες που μας αναγκάζουν στο ξόδεμα και στην πίκρα και από την άλλη υπάρχει κάτι άπιαστο και μεγάλο που αναφέρεται στα ανεξήγητα μυστικά της τέχνης: "Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούμε να τα πούμε ή να τα κάνουμε χωρίς κι εγώ δεν ξέρω ποιες άγνωστες αρμονίες, στις οποίες δεσπόζει μια μέρα, μια ώρα, μια ευτυχής σύζευξη των ουράνιων σημείων ή των μυστικών ηθικών προδιαθέσεων. Αυτού του είδους οι μυστηριώδεις αποκαλύψεις ήταν επιτακτική απάντηση για να βγει πέρα αυτή η απλή ιστορία προς την οποία θα θέλαμε να στραφεί το ενδιαφέρον κάποιων από εκείνες τις ψυχές που είναι μελαγχολικές εκ φύσεως, ονειροπόλες και τρέφονται με γλυκές συγκινήσεις».

 

Γνωρίζοντας πολύ καλά τον Μπαλζάκ ως αντίστοιχος ανατόμος των ανθρώπινων αντιδράσεων, ο Κωστής Παπαγιώργης εδώ δεν γίνεται μόνο ο ιδανικός μεταφραστής αλλά και ο ανθολόγος των σημαντικότερων στιγμών της Ανθρώπινης Κωμωδίας. Γράφει και σχετική εισαγωγή στην έκδοση που κυκλοφορεί μετά τον θάνατό του, γεγονός που καθιστά το συγκεκριμένο βιβλίο από την Κλασική Βιβλιοθήκη των εκδόσεων Καστανιώτη γεγονός.

 

Τζόζεφ Κόνραντ

Έιμι Φόστερ

μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδόσεις Ποικίλη Στοά

 

Παρακολουθώντας με μεγάλο ενθουσιασμό τα βιβλία που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ποικίλη Στοά, παρατηρούμε ότι είναι σχεδόν στην απόλυτη πλειονότητά τους κλασικά, γεγονός που καταδεικνύει πως ένας εκδοτικός οίκος μπορεί να συσταθεί έχοντας ως αποστολή να διατηρήσει ζωντανή τη φωνή των συγγραφέων που αγαπήσαμε μέσα από φροντισμένες εκδόσεις, με εξώφυλλα σχεδιασμένα μεράκι από τον Ξενοφώντα Μπρουντζάκη.

 

Ειδικά αυτή η μικρή σε έκταση, αλλά τεράστια σε αισθητικό μέγεθος ιστορία του Τζόζεφ Κόνραντ με τον τίτλο Έιμι Φόστερ κερδίζει με την υποβλητική αλήθεια της, την υπόκωφη μελαγχολία και τον σπαρακτικό της τρόπο. Ο Γιάνκο, ο ναυαγός που δεν «γνώριζε καν το όνομα του πλοίου του», ξεβράζεται στις αγγλικές ακτές χωρίς να μιλάει τη γλώσσα, φερμένος, όπως θα αποδειχτεί, από τα Καρπάθια Όρη ‒ προφανής παραπομπή στην ξενική καταγωγή του ίδιου του Κόνραντ. Όπως επισημαίνει και ο μεταφραστής του έργου Μιχάλης Μακρόπουλος στην κατατοπιστική εισαγωγή του: «Η Έιμι Φόστερ γράφτηκε το 1901, μα πόσο οικεία μάς είναι και σήμερα ακόμα η ιστορία αυτού του ναυαγού που τον ξεβράζει η θάλασσα σ' έναν άγνωστο τόπο κι εκεί τον περιμένει μια σκληρή τύχη.

 

Ο Κόνραντ ξετυλίγει με σοφή απλότητα τη μοίρα του ήρωά του, αυτού του "ανθρώπου που έπεσε στη γη", του τόσο ξένου ώστε, κι ας είναι αυτή η δική του ιστορία, δεν έχει καν το όνομά του, αλλά δανείζεται τ' όνομα της καλόκαρδης, μα ανόητης γυναίκας που τον παντρεύτηκε μόνο και μόνο για να τον παρατήσει ετοιμοθάνατο». Ό,τι πιο καινοφανές, εμπνευσμένο και μεγαλόκαρδο από έναν λογοτέχνη που έκανε πάντα επιτακτικούς τους κανόνες της συμπόνοιας και κατάλαβε σε βάθος τι σημαίνει εγκατάλειψη και ανθρώπινος πόνος.

 

 

Τόμας Μαν

Θάνατος στη Βενετία

μτφρ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Μεταίχμιο

 

Ένας από τους σπουδαιότερους Ευρωπαίους συγγραφείς είναι λογικό να έχει στο μυαλό του, όταν γράφει, τον Πλάτωνα, γι' αυτό και καταθέτει μια άλλη σύγχρονη και μοντέρνα εκδοχή του Συμποσίου με βασικούς πρωταγωνιστές έναν ωραίο έφηβο, ένα αντίστοιχο άφθαρτο πρότυπο της πλατωνικής ομορφιάς, και έναν παρατηρητή-δημιουργό, ακριβώς γιατί δεν έχει τόση σημασία αν οι βασικές ιδιότητες του αντικείμενου του πόθου υπάρχουν στην πραγματικότητα ή στη φαντασία.

 

Μιλάμε πάντα για το πιο ξακουστό δημιούργημα του Τόμας Μαν μετά το Μαγικό Βουνό, τον Θάνατο στη Βενετία, ο οποίος συνιστούσε μέρος μιας τετραλογίας για τον έρωτα και το κάλλος ‒ τα υπόλοιπα είναι τρία μέρη είναι ο Τριστάνος, το Κλαούντιους Ντέι και ο Νόμος.

 

Επηρεασμένος από τον πρόσφατο, όταν το έγραφε, θάνατο του Μάλερ αλλά και τα αρχαιοελληνικά του διαβάσματα, ο Μαν στήνει άλλο ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα για την αιώνια πάλη του απολλώνιου με το διονυσιακό, της λογική με την επιθυμία και για τη δημιουργική ορμή του έρωτα που διαπερνά αναγκαστικά κάθε έργο τέχνης.

 

Εδώ το παιχνίδι μεταξύ των δύο αντίπαλων δυνάμεων είναι ακόμα πιο έντονο, καθώς η δυναμική έναρξη που αναφέρεται ως απολλώνιος στωικός θαυμασμός της ομορφιάς ‒βλέπε το χαρακτηριστικό 4ο κεφάλαιο‒ καταλήγει σε μια σαρωτική διονυσιακή έξαρση που έχει έντονη τη μυρωδιά του θανάτου.

 

Η αυξητική ένταση θα έλεγε κανείς πως είναι ανάλογη μιας μαλερικής σύνθεσης και ο λυρικός του τόνος ένας από τους πιο ακριβείς και σπουδαίους στην ιστορία. Πολλά ειπώθηκαν για τον έρωτα του ώριμου συνθέτη με τον έφηβο Πολωνό, αλλά, όπως τονίζει και ο Δημήτρης Στεφανάκης, ο οποίος είναι και ο επιμελητής της σειράς των κλασικών του Μεταιχμίου, στον πρόλογο του: "Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ανακαλύπτουν στο έργο τέχνης προτερήματα για να δικαιολογήσουν την προτίμησή τους, όμως ο πραγματικός λόγος της επιδοκιμασίας τους είναι κάτι απρόσμενο [...]. Εν προκειμένω, θα προσέθετα ότι υποκλίνονται στην αρτιότητα των περιγραφών ενός σπουδαίου πεζογράφου».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO